Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Ο ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΣ


Ο παραλυτικός κοίταξε την αυλή του σπιτιού του που την έτρωγαν οι φλόγες. Εδώ είναι γραμμένο πως όλα τα πουλιά δεν γνωρίζουν ούτε γραφή ούτε ανάγνωση κι ούτε μπορούν να διεισδύσουν στο μέλλον. Όλα προχωρούν κατά την βούληση των παλιών μοναστηριών που αντιστέκονται του αέρα και βρίσκουν γραμμή την παλιά απόφαση της σιωπής. Ο παραλυτικός ξέρει ότι το χέρι του δεν μπορεί να οδηγήσει κι ούτε να οδηγηθεί, σκύβει μονάχα ακούγοντας τους καρπούς της γης, την σημασία του ηλιοβασιλέματος και τα υγρά μάτια των παιδιών.

Οι βράχοι γράφουν το δικό τους τοπίο, περιορίζουν το χώρο και ο αέρας σφυρίζει ενίοτε μες στις καρδιές των μικρών μίσχων που μάταια προσπαθούν να ανασάνουν μέσα στο καλοκαίρι. Ο ήλιος βαδίζει το δρόμο εκείνο που οι παλιοί λέγαν πως οδηγεί στο ανάκτορο της φωτιάς εκεί που οι ψυχές ανοίγουν τα μάτια τους και έρχονται στο κόσμο. Αυτός ο παραλυτικός δεν το ήξερε. Ήξερε μονάχα την σιωπή και την προσπάθεια για να φέρει σε πέρας την αποστολή του που ήταν να περιτρέξει όλα του τα όνειρα, να τσιμπήσει το χώμα των προγόνων του που κρατιόνταν αμείωτο στην σκέψη του και προπαντός μην προδοθεί, μη δείξει ότι δεν μπορούσε να σταθεί στο ύψος της μέρας. Για αυτό όλα τα είχε υποβιβάσει σε σύνολα και μετρούσε το καθένα με σχολαστική λεπτομέρειας. Ήξερε το ύψος της καρέκλας και του τραπεζιού, το ύψος που κινούνται τα σύννεφα εκεί που βρήκε πράγματι τα πράγματα δύσκολα ήταν το ύψος των λόγων. Εκεί πραγματικά παρέμεινε αδαής και εφάρμοζε διάφορα συστήματα μέτρησης που καθένα την νύχτα στα όνειρα του πήγαινε χαμένο. Μέχρι που μια νύχτα φούσκωσε από τα όνειρα και κατούρησε όλες τις λέξεις τα μετρήματα και βγήκε ένα πορτοκαλί,, χρυσό υγρό γεμάτο ήλιο ίδιο με αυτόν που δεν μπορούσαν να δουν στο παλάτι των λέξεων. Και τότε για πρώτη φορά βγήκε έξω και είπε : Ειθ’ άνεμος γενόμην, συ δ’ επιστείχουσα παρ’ αγάς, στηθέα γυμνώσας, και με πνέοντα λάβοις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: