Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ



Φαντάσου σαν μέσα σε ένα σπήλαιο κάτω από τη γη, που ΄να έχει την είσοδό του ανοιγμένη προς το φώς σ’ όλο το μάκρος της. Ανθρώπους που από παιδιά να βρίσκονται εκεί μέσα αλυσοδεμένοι από τα πόδια και από τον τράχηλο, σε τρόπο που να μένουν πάντα στην ίδια θέση και μόνο εμπρός των να βλέπουν, χωρίς να μπορούν να στρέψουν γύρω το την κεφαλή τους εξ’ αιτίας τα δεσμά τους. Και από πίσω σε αρκετή απόσταση και υψηλότερά τους να υπάρχει αναμμένη φωτιά, που το φως της να έρχεται ως αυτούς κι ανάμεσα στη φωτιά και τους δεσμώτες ένας δρόμος προς τα επάνω και πλάι στο δρόμο φαντάσου ακόμα παράλληλά του χτισμένο ένα μακρύ τοιχάκι σαν εκείνα τα διαφράγματα που έχουν βαλμένα οι θαυματοποιοί εμπρός από τους ανθρώπους και τους δείχνουν πάνω από κει τις ταχυδακτυλουργίες των.

Τα φαντάζομαι όλα αυτά

Φαντάσου τώρα τους ανθρώπους να περνούν κατά μήκος αυτού του τοίχου φορτωμένοι κάθε λογής αντικείμενα, καθώς και αγάλματα ανθρώπων και ζώων κατασκευασμένα από ξύλο ή πέτρα, ή ότι άλλο, που να ξεπερνούν όλα αυτά πιο ψηλά από τοιχάκι, κι αυτοί που τα σηκώνουν, όπως είναι φυσικό, άλλοι να μιλούν καθώς περνούν μεταξύ τους και άλλοι να σωπαίνουν.

Πολύ παράξενη είναι η εικόνα και αλλόκοτοι οι δεσμώτες.

Και μολαταύτα όμοιοι με μας. Και πρώτα – πρώτα νομίζεις ότι αυτοί οι δεσμώτες έχουν ιδεί ποτέ και από τους εαυτούς των και από τους τριγυρνούς των τίποτε άλλο, εκτός από τις σκιές που πέφτουν από την λάμψη της φωτιάς επάνω στο αντικρυνό μέρος της σπηλιάς;

Και πώς να δουν αφού είναι αναγκασμένοι να κρατούν ακίνητα τα κεφάλια τους όλη τους τη ζωή;

………………………………

Σκέψου τώρα, τι θα έπρεπε να συμβεί φυσικά μ’ αυτούς, αν κανείς ήθελε να τους λύσει από τα δεσμά τους και να τους θεραπεύσει από την πλάνη και την άγνοιά τους. Κάθε φορά που θα λύνονταν ένας και θαναγκάζονταν έξαφνα να σηκωθεί και στρέψη το λαιμό του και να περπατήσει και να κοιτάξει το μέρος της φωτιάς, και πονούσε ενώ έκανε όλα αυτά και θα δεν μπορούσε από το ακτινοβόλισμα της φωτιάς να δη καθαρά εκείνα που έβλεπε ως τότε τις σκιές των, τι νομίζεις ότι θα πει; Αν του ελεγε κανείς ότι όσα έβλεπε τότε ήταν φλυαρίες και πως τώρα, γυρισμένος κάπως πιο κοντά στο ον και σε αντικείμενα περισσότερο πραγματικά, βλέπει σωστότερα, κι αν μάλιστα δείχνοντας του το καθένα απ’ οσα περνούσαν από μπρος του, τον ανάγκαζε να αποκριθή τι είναι αυτό, δεν νομίζεις ότι θα έπεφτε σε μεγάλη απορία και θα νόμιζε πως εκείνα που έβλεπε τότε, ήταν αληθινότερα από αυτά που του δείχνουν τώρα;

Και πολύ μάλιστα

Κι αν λοιπόν τον ανάγκαζε κανείς να στρέψη τα μάτια του στο ίδιο φώς, δεν θα του πονούσανε τα μάτια και δεν θάφευγε για να ξαναγυρίσει πάλι σε εκείνα που μπορεί να βλέπει και δεν θα νόμιζε πως εκείνα είναι πραγματικώς καθαρότερα και αληθινότερα από αυτά που του δείχνουν;

Έτσι βέβαια

Κι αν τέλος τον ξεκολλούσε κανείς από κει κάτω , με τη βία, από ένα κακοτράχαλο και ανηφορικό δρόμο, και δεν τον άφηνε πριν τον τραβήξει έξω στο φώς του ηλίου, άραγε δε θα τραβούσε μαρτύρια και δεν θα αγανακτούσε όσο τον έσερναν, κι όταν θα έφτανε στο φως με πλημμυρισμένα τα μάτια του από τη φεγγοβολή, θα μπορούσε να δει και ένα καν από όσα εμείς λέμε τώρα αληθινά;

Όχι βέβαια, έτσι τουλάχιστον ξαφνικά

Θα χρειάζονταν πραγματικώς να συνηθίσει πρώτα για να κατορθώσει να βλέπει καθαρά όσα είναι εκεί πάνω και στην αρχή θα μπορούσε να βλέπει ευκολότερα τις σκιές, έπειτα επάνω στα νερά τα είδωλα των ανθρώπων και των άλλων, και στερνά κι αυτά τα ίδια. Κατόπιν απ’ αυτά κι όσα είναι στον ουρανό και τον ίδιο τον ουρανό, θα μπορούσε να στραφεί ή να κοιτάξει την νύχτα ευκολότερα, με το φώς του φεγγαριού και των άστρων παρά την ημέρα με τον ήλιο και το φώς του

Πως όχι

Και τελευταία θα μπορούσε να ιδή υποθέτων και αυτόν τον ίδιο τον ήλιο, όχι μέσα στα νερά ή σε άλλη θέση τα είδωλά του αλλά αυτόν καθαυτόν στη θέση του και να παρατηρήσει τι λογής είναι.

Αναγκαστικά

Ύστερα από αυτά θάκανε την σκέψη για αυτόν, πως αυτός είναι που κάνει τις εποχές και τους ενιαυτούς, και διευθύνει σαν επίτροπος όλα στον ορατό κόσμο, και ο αίτιος, για να πούμε έτσι, όλως εκείνων που έβλεπαν αυτοί.

Είναι φανερό ότι σε αυτό το συμπέρασμα θα έφτανε σιγά - σιγά.

………………………………………

Βάλε τώρα στο νου σου κι αυτό : αν ένας τέτοιος ήθελε να ξανακατέβει πάλι εκεί και να καθίσει στο θρονί του δεν θα γέμιζαν τα μάτια του ξανά σκοτάδι;

Και πολύ βέβαια.

Κι αν ήταν ανάγκη να παραβγεί με κείνους τους παντοτινούς εκεί κάτω, δεσμώτες λέγοντας την γνώμη του για κείνες τις σκιές, ενώ ακόμη δεν θα καλοδιάκρινε πριν αποκατασταθεί τέλεια η όρασή του, γιατί βέβαια δεν θα χρειάζονταν, και πολύ λίγος καιρός να ξανασυνηθίσει, δεν θα τους έκανε να σκάσουν από τα γέλια και θα θάλεγαν για αυτό πως γύρισε από κει πάνω που ανέβηκε με χαλασμένα μάτια, και πως δεν αξίζει τον κόπο ούτε να δοκιμάσει κανείς να ανέβει εκεί πάνω, κι αν κανείς επιχειρούσε να του λύσει και να τους ανεβάσει, δεν θα ήταν ικανοί και να τον σκοτώσουν ακόμα, αν μπορούσαν να τον πιάσουν στα χέρια;

Χωρίς άλλο.

Πλάτων, Πολιτεία,μετ. Ι. Γρυπάρης, εκδ. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα ΧΧΧ

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Ο ΠΑΡΑΛΥΤΙΚΟΣ


Ο παραλυτικός κοίταξε την αυλή του σπιτιού του που την έτρωγαν οι φλόγες. Εδώ είναι γραμμένο πως όλα τα πουλιά δεν γνωρίζουν ούτε γραφή ούτε ανάγνωση κι ούτε μπορούν να διεισδύσουν στο μέλλον. Όλα προχωρούν κατά την βούληση των παλιών μοναστηριών που αντιστέκονται του αέρα και βρίσκουν γραμμή την παλιά απόφαση της σιωπής. Ο παραλυτικός ξέρει ότι το χέρι του δεν μπορεί να οδηγήσει κι ούτε να οδηγηθεί, σκύβει μονάχα ακούγοντας τους καρπούς της γης, την σημασία του ηλιοβασιλέματος και τα υγρά μάτια των παιδιών.

Οι βράχοι γράφουν το δικό τους τοπίο, περιορίζουν το χώρο και ο αέρας σφυρίζει ενίοτε μες στις καρδιές των μικρών μίσχων που μάταια προσπαθούν να ανασάνουν μέσα στο καλοκαίρι. Ο ήλιος βαδίζει το δρόμο εκείνο που οι παλιοί λέγαν πως οδηγεί στο ανάκτορο της φωτιάς εκεί που οι ψυχές ανοίγουν τα μάτια τους και έρχονται στο κόσμο. Αυτός ο παραλυτικός δεν το ήξερε. Ήξερε μονάχα την σιωπή και την προσπάθεια για να φέρει σε πέρας την αποστολή του που ήταν να περιτρέξει όλα του τα όνειρα, να τσιμπήσει το χώμα των προγόνων του που κρατιόνταν αμείωτο στην σκέψη του και προπαντός μην προδοθεί, μη δείξει ότι δεν μπορούσε να σταθεί στο ύψος της μέρας. Για αυτό όλα τα είχε υποβιβάσει σε σύνολα και μετρούσε το καθένα με σχολαστική λεπτομέρειας. Ήξερε το ύψος της καρέκλας και του τραπεζιού, το ύψος που κινούνται τα σύννεφα εκεί που βρήκε πράγματι τα πράγματα δύσκολα ήταν το ύψος των λόγων. Εκεί πραγματικά παρέμεινε αδαής και εφάρμοζε διάφορα συστήματα μέτρησης που καθένα την νύχτα στα όνειρα του πήγαινε χαμένο. Μέχρι που μια νύχτα φούσκωσε από τα όνειρα και κατούρησε όλες τις λέξεις τα μετρήματα και βγήκε ένα πορτοκαλί,, χρυσό υγρό γεμάτο ήλιο ίδιο με αυτόν που δεν μπορούσαν να δουν στο παλάτι των λέξεων. Και τότε για πρώτη φορά βγήκε έξω και είπε : Ειθ’ άνεμος γενόμην, συ δ’ επιστείχουσα παρ’ αγάς, στηθέα γυμνώσας, και με πνέοντα λάβοις.

Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2009

ΠΕΡΙ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΚΑΙ ΤΟΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΚΟΓΛΥΦΙΑΣ



Με την τοκογλυφία κανένας άνθρωπος δεν έχει σπίτι από καλή πέτρα

τ’ αγκωνάρια πελεκημένα κι αρμοσμένα καλά

ώστε το σχέδιο να καλύψει το πρόσωπό τους,

με την τοκογλυφία

κανείς δεν έχει ζωγραφιστό παράδεισο στον τοίχο της εκκλησιάς του

harpes et luthes

ή εκεί που η παρθένα δέχεται το μήνυμα

και το φωτοστέφανο προβάλλει από τη χάραξη

με την τοκογλυφία

κανείς δεν βλέπει τον Γκοτζάγκα τους κληρονόμους τους και τις παλλακίδες του,

κανένας πίνακας δεν γίνεται για να αντέξει ούτε για να ζήσεις μαζί του,

αλλά γίνεται για να πουληθεί και μάλιστα γρήγορα

με την τοκογλυφία, αμαρτία ενάντια στη φύση,

είναι το ψωμί σου πάντα από μπαγιάτικα ψίχουλα

είναι το ψωμί σου στεγνό σα χαρτί,

χωρίς βουνήσιο στάρι, χωρίς γερό αλεύρι

με την τοκογλυφία η γραμμή γίνεται χοντρή

με την τοκογλυφία δεν είναι ξεκάθαρη η χάραξη

κι άνθρωπος δεν βρίσκει τόπο να στεριώσει.

Ο λατόμος δεν μπορεί να πλησιάσει την πέτρα του

Ο υφαντής δεν μπορεί να πλησιάσει τον αργαλειό του

ΜΕ ΤΗΝ USURA

το μαλλί δεν φτάνει ως την αγορά

τα πρόβατα δεν αφήνουν κέρδος με την τοκογλυφία

Η τοκογλυφία είναι πανούκλα, η τοκογλυφία

στομώνει την βελόνα στο χέρι του κοριτσιού

κι αρπάζει απ’ την κλώστρια την αξιωσύνη. Ο Πιέτρο Λομπάρντο

δεν ήρθε από την τοκογλυφία,

ο Ντούτσιο δεν ήρθε από την τοκογλυφία

ούτε ο Πιέρο ντέλλα Φραντσέσκα, ούτε ο Τζουάν Μπελλίν απ’ την τοκογλυφία

ούτε με τοκογλυφία ζωγραφίστηκε η “La Callunia

Δεν ήρθε από την τοκογλυφία ο Αντζέλικο , ούτε ο Αμπρόγκιο Πράιντις,

Ούτε καμιά εκκλησία με πελεκητή πέτρα και την επιγραφή Adamo me fecit

Ούτε από την τοκογλυφία ο Αγιος Τρόφιμος

Ούτε από την τοκογλυφία ο Αγιος Ιλαρίων

Η τοκογλυφία σκούριασε την σμίλη,

Σκούριασε την τέχνη και τον τεχνίτη,

Ροκάνισε το νήμα στον αργαλειό,

Και δεν μαθαίνουν πια να υφαίνουν σχέδια με χρυσή κλωστή

Το γαλάζιο μαραγκιάζει από την τοκογλυφία, η πορφύρα μένει ακέντητη,

Το σμαράγδι δεν βρίσκει πια κανέναν Μέμλινγκ,

Η τοκογλυφία σκοτώνει το παιδί στη μήτρα,

Σταματά τα ερωτόλογα του παλληκαριού,

Παραλύει το νυφικό κρεββάτι, χώνεται

Ανάμεσα στην μικρή νύφη και τον γαμπρό

CONTRA NATURAM

Εφερναν πόρνες στην Ελευσίνα,

Πτώματα πιάνουν τις θέσεις στο συμπόσιο

Με το πρόσταγμα της τοκογλυφίας.

Ε.Πάουντ, Kanto XLV, μετ. Η. Κυζηράκος




Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

ΕΚ-ΛΟΓΕΣ


Ο ποιητής που γράφει μιλάει την γλώσσα του κόσμου. Μοιράζει τις λέξεις του στην αγορά και ακούει. Την πιθανότητα ενός μικρού άστρου να ορφανεύει από φωνήεντα ενώ μικρότατα σύμπαντα κόσμων ενώνονται στο καζάνι μια αρμονικής εξίσωσης. Αυτά πράττει ο ποιητής. Αλλά χρειάζεται ο ποιητής στην πόλη; Και πως ορίζεται η πόλη και η πολιτική;

Τα ράκη της πολιτικής παράγονται κυρίως από μη αρμονικά σύμφωνα. Η λέξη αρετή άλλωστε είναι άγνωστη και μάλιστα φέρνει θυμώδη χαμόγελα εις τον περίγυρο. Το θέμα δεν είναι η συνεύρεση αλλά ή άνοδος σε μία εξουσία καθώς οι περισσότεροι είναι εκτός της ουσίας. Η πολιτική θεραπεύει τον πόνο, ο οποίος είναι πάντοτε παρών έστω και χωρίς την θέλησή μας. Κανείς δεν προσπαθεί να ωραιοποιήσει την φρίκη της καθημερινότητας, μπορεί όμως και πρέπει να την κάνει ηπιότερη. Οποιαδήποτε πολιτική χωρίς αυτή την αρχή δεν μπορεί να ονομάζεται έτσι. Συνεπώς το θέμα και πάλι των εκλογών αντιμετωπίζει προβλήματα αρχών, τα οποία όμως επιμελώς δεν τίθενται ούτε κάν στην καθημερινή μας ζωή. Όλα κινούνται στο τυχαίο ασχέτως αν γνωρίζουμε πολύ καλά ότι και στο χάος εμπεριέχεται ως συστατικό στοιχείο η αρμονία.

Τότε λοιπόν τι; Μα επιτέλους να αλλάξουμε να πούμε κάτι διαφορετικό του τσάμπιονς λίνγκ. Να πούμε κάτι διαφορετικό από την περιέργεια του καιρού. Κάτι διαφορετικό από τα συνταγάς και κυρίως από την ειδησεογραφία να πούμε κάτι διαφορετικό από την γρίπη, επιτέλους. Θυμίζει βεβαίως εσπερίδα μικροαστών κυριών που επιτέλους βρήκαν ένα διαφορετικό θέμα συζήτησης γιατί είχαν κουραστεί με τα ίδια και τα ίδια πράγματα, τόσοι αιώνες, πια.