Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2009

ΕΞΟΝΤΩΣΤΕ ΤΟΥΣ ΦΤΩΧΟΥΣ



Η φτώχια είναι πια αόρατή, προσπαθεί να μην γίνει αισθητή από κανένα. Οι φτωχοί ντρέπονται που δεν πέτυχαν. Που δεν κατέχουν ένα ωραίο σπίτι, με μια γυναίκα που τους χαιρετά στην εξώπορτα, το πρωί, μαζί με τα ευτυχισμένα παιδιά την ώρα που ανεβαίνουν στο τεράστιο τζίπ για να πάνε στο γραφείο. Που δεν περνούν τα Σαββατοκύριακα στο παλιό σπίτι στο χωριό που ανακαίνισαν. Με μία ωραία τραπεζαρία που έχει θέα τον κήπο που είναι γεμάτος με τριαντάφυλλα ενώ φέρνουν κι απλώνουν στο τραπέζι σταφύλια φρέσκα μόλις μαζεμένα. Που δεν μπορούν να πάνε βαρκάδα σαββατοκύριακο στην Κόστα Εσμεράλντα. Η φτώχια είναι χλιδή που δεν μπορείς να επιδείξεις. Ο φτωχός δεν είναι πια μόνο ένας φτωχός, είναι ένας αποτυχημένος. Ένας που δεν μπόρεσε να αδράξει τις ευκαιρίες που η κοινωνία του πρόσφερε. Ένας μολυσμένος που μπορεί να μολύνει κι άλλους με τον πεσιμισμό του και να τους πάει χαμηλά, ακόμη πιο χαμηλά. Οι νέοι φτωχοί κινούνται με προσοχή κοντά στους κάδους με τα σκουπίδια. Ρίχνουν μια ματιά στο εσωτερικό. Όταν κανείς δεν τους βλέπει τραβούν το σακουλάκι με τα πατατάκια, το μισογεμάτο, το κουτί με τα κράκερς που δεν τελείωσαν. Δεν ζητούν ελεημοσύνη γιατί οι άλλοι θα τους δικάσουν. Ξέρουν ότι είναι ένοχοι. Η φτώχια είναι μια πληγή στην κοινωνία, για να την εξαλείψουμε πρέπει να εξαλείψουμε τους φτωχούς. Ίσως κι αυτοί να είναι σύμφωνοι.

Beppe Grillo Setimmana Vol.4 Μετάφραση: Νίκος Βαραλής


Κυριακή, 30 Αυγούστου 2009

ΤΟ ΑΒΑΤΟ



Το περιβάλλον είναι αυτό που σκεφτόμαστε. Ο κόσμος είναι αυτός που σκεφτόμαστε. Έτσι όπως έλεγε ο παππούς μας ο Παρμενίδης. Κάτι που εμφανίζεται στην σκηνή του κόσμου κι ύστερα δεν υπάρχει πια. Οι πραγματικότητες όλων δημιουργούν ένα συλλογικό όνειρο. Σκέφτομαι ότι το συλλογικό όνειρο που ζούμε πρόκειται για εφιάλτη. Ένας άνθρωπος αρκετά παχύς, ο οποίος έχει λησμονήσει αξίες και οράματα έγινε κάτοχος μιας μεγάλης περιούσιας. Το όραμά του ήταν να μπορεί να μην δουλεύει. Και αυτό έγινε. Τα πάντα έρχονταν στα χέρια του ή καλύτερα στο στόμα του. Μια μέρα έφαγε εξαιρετικά πολύ και βαριά φαγητά. Το βράδυ ήταν εξαιρετικά δύσκολο για αυτόν. Ονειρεύτηκε αυτό που ζούμε εμείς τώρα. Κι όπως στο όνειρο βρίσκεσαι εγκλωβισμένος και δεν μπορείς ούτε να περπατήσεις, ούτε να τρέξεις έτσι βρισκόμαστε τώρα.
Τα παιδιά αυτού του τόπου κάθε μέρα πεθαίνουν με την συγκατάβαση των γωνιών που δεν μπορούν – η τουλάχιστον – έτσι αισθάνονται να κάνουν απολύτως τίποτα. Τις τελευταίες μέρες στην πόλη εκατοντάδες γονείς με τα παιδιά τους να ψάχνουν απεγνωσμένα να βρουν στέγη. Ηλικιωμένοι σεβάσμιοι έξω από το πανεπιστήμιο να «ψαρεύουν» όπως στα παραθεριστικά θέρετρα οι ιθαγενείς «ψαρεύουν» τους τουρίστες. Και μετά αυτά τα παιδιά τα περιμένει η ανεργία και η κατάθλιψη. Το ίδιο και οι γονείς που έκαναν δυο και τρείς δουλειές για να αντέξουν τα έξοδα των φροντιστηρίων και θα συνεχίζουν να κάνουν δυο και τρεις δουλειές για να αντέξουν τα έξοδα του πανεπιστήμιου. Όλα άχρηστα. Τα σχολεία άχρηστα. Τα πανεπιστήμια άχρηστα. Η ζωή όμως που φεύγει πραγματική. Ο χρόνος που φεύγει πραγματικός. Κι αν τολμήσουν. Αν σηκώσουν την φωνή και πουν κάτι διαφορετικό τους περιμένει η χλεύη των άλλων. Μην εγγίζεται.
Η Ελλάδα έχει γίνει χώρος άβατος…
Μην εγγίζεις τα σχολεία. Άβατο.
Μην εγγίζεις τους καθηγητές. Άβατο.
Μην εγγίζεις τους πανεπιστημιακούς. Άβατο.
Μην εγγίζεις τους γιατρούς. Άβατο
Μην εγγίζεις τα πανεπιστήμια. Άβατο.
Μην εγγίζεις την τοπική αυτοδιοίκηση. Άβατο.
Το μόνο άβατο που δεν υπάρχει είναι ο ιδιωτικός σου χώρος. Σε παρακολουθούν παντού. Με κάμερες, με κωδικούς στα σούπερ μάρκετ, με τρόφιμα γενετικά τροποποιημένα,. Σου κατευθύνουν την θέληση. Σου πουλάνε γρίπες για να αγοράσεις τα tamiflu του Ράσφελντ ας είναι και ληγμένα. Και κανείς δεν μιλάει. Γιατί όλα είναι άβατο. Μόνο η δική μας η ζωή έχει γίνει γήπεδο όπου βλαστημούν και ασχημονούν χιλιάδες. Η μόνη ελπίδα η προσευχή μας να σταματήσει ο εφιάλτης του χοντρού και να ξαναδούμε τον κόσμο από την αρχή.

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2009

ΜΙΑ ΖΩΗ


Από εδώ πέρασε. Γεννήθηκε από ένα κύτταρο ξεψύχησε μέσα σε ένα άλλο έναν Ιούλη. Άφησε να του χαϊδέψουν τα μαλλιά καλά φεγγάρια. Ξενύχτησε στα μάτια κοριτσιών ζωσμένος με το πείσμα αυτού που βλέπει ανατολές μεσάνυχτα. Σήκωσε σημαίες και γροθιές μέχρι που μάτωσαν τα μάτια του από τους νύχτιους φόβους που κρέμονταν στα δοκάρια των συνάψεων. Χρόνια μετά θα καταλάβαινε πως ο λόγος είναι ανεπαρκής για να χτίσεις ένα σπίτι με σύννεφα και τα τσιμεντόλιθα στην μέρα πάντα πονάνε. Κι αν για αυτό ήταν αργά έζησε ωστόσο με την προσμονή μιας μπλε ποδιάς στους φράκτες των δημοσκοπήσεων. Κατάφερε με κόπο να χτίσει μια μικρή αιώρα που αυτή τον έβαλε και πάλι στην πρώτη του δημοτικού για να ξεμάθει τον κόσμο. Όταν έκλεισε τα μάτια του είπε «είμαι μικρός και δεν νογάω».

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2009

ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ S.KING


Εδώ η φλέβα του βραδιού και μια αράχνη

κι ομίχλη σφίγγει θάνατο και αίμα.

Κρύβοντας αστερίες στο βάθος του μυαλού

βότσαλα μικρών ύπνων σάπιων στα ράφια της τροφής.

Εδώ το κόκκινο μιλά με τον ιστό του

έχει το κόκαλο ποτάμια μνήμης που πονάν και μια πληγή

Άχρηστα όπλα..

Δεξιά κοιλάδα με πέτρες λειασμένες των ανοίξεων

ακουμπισμένες δίπλα στους χειμώνες.

Κυλάει ιστορία από παντού παχιά μακάβρια σύμφωνα.

Η κοιλάδα τρέμει στα μάτια του νεκρού

ρουφώντας τους χυμούς του ποταμού

που όλο πεινάει όνειρα.

Τέσσερα ζευγάρια κόρες μες στον αμφιβληστροειδή

ματώνουν μέλλον.

Το έξω είναι το μέσα μας αγγίζει το πολύ και βρίσκει φλέβα μηριαία

η κοιλάδα γίνεται κόκκινη

το μοναστήρι μπαινοβγαίνει στα όνειρα κρατώντας δέντρα καμμένα

από τα δόντια. Παραμονή της νύχτας και από ψηλά ούτε μιλιά αέρα.

Κοιμηθήκαμε κρατώντας τα στόματα στη λάσπη.

Ξυπνήσαμε νωρίς σέρνοντας πλοκάμια παρελθόντος στα αυτοκίνητα.

Πολλοί χαθήκανε μέσα σε τόνους κονσέρβας και μυρωδιά από κέτσαπ

Άλλοι στη γέφυρα πήγαιναν τα κόκαλα του μέλλοντος με σήποντα παρόντα.

Τόσοι πολλοί σκέφθηκε ο θάνατος τους πήρε τόσους πολλούς…

Κρατηθήκαμε ποτίζοντας την αμυγδαλιά στη δύση του ήλιου

Μια νέα κοπέλα έστρεψε ρόγα στο φως

δεκαπενταύγουστοι πλάγιασαν επάνω στα βουνά

Υπεραγία σώσον ημάς τους αφανείς…

Κράτησα το χέρι του παιδιού αφήνοντας αθωότητα να ποτίζει τις ρίζες.

Ο ήχος της μάντρας, σίδερο

Σάββατο, 22 Αυγούστου 2009

ΑΝΘ' ΗΜΩΝ Η ΑΓΑΠΗ



Το φώς της μέρας λιγοστεύει. Τα φύλλα από το αμπέλι αρχίσαν να κιτρινίζουν. Σημάδια του φθινόπωρου. Οι σκιές μεγαλώνουν κι η νύχτα μας αφήνει στη γλώσσα ένα φόβο ανακατεμένο με παλιά φεγγάρια. Εδώ λοιπόν κάθε μέρα ξεδιπλώνοντας τις παλιές φωτογραφίες όπου το ρήμα πλέω συναντά τους πιο μακρινούς ρωδώνες που ονειρευτήκαμε. Συνεχίζουμε να πλέουμε μέσα στις λέξεις.

"Και να! Μια ημικατεστραμμένη Θήρα που ως Νίσυρος επανακτίστηκε με γεράνια τεράστια και νερά κυλιόμενα παλαιάς Ιλιάδας κελαρύμαστα. Οπου σημαίνει του βάρβάρου δεύτερη Ανοιξη, νόμος δεν γράφει, και πάσα του ήλιου ακταιωρός δεκτή, το άλκιμον ήμαρ και το εξ όλων των χρωμάτων εν και πάλλευκον, το αχνάρι της μέλισσας κει που δεν τελειώσαμε ποτέ. Φιλιά που δόθηκαν κι άλλα που δεν. Χαιρέτωσαν.
Ανθ’ ημών η αγάπη."

Οδυσσέας Ελύτης «Εκ του Πλησίον»

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2009

ΤΟ ΕΛΑΧΙΣΤΟΝ



Απ’ τα μικρά το ελάχιστο.

Ένας τείχος με ασβέστη και μια συνείδηση απλών φωνηέντων π

λέοντας στα νερά του δικού μας σώματος.

Ότι γεννά εξουσία αφήνοντας σε κείνη την δυστυχία που ονομάζουμε δύναμη.

Και τα υπόλοιπα περίπλοκα, που καταλαβαίνουμε μεν

Αλλά γεράσαμε κι άλλο δεν δικαιολογούμε.

Το ελάχιστο πλέον.

Η θάλασσα καθαρότατη

Ένα μικρό χέρι κοιτάζοντας τον ήλιο που ανεβαίνει.

Μια αγκαλιά την ώρα που βυθίζεται μέσα σου η γλώσσα κι προσπαθείς να ανασάνεις μικρά ανοικτά φωνήεντα.

Όλα αυτά που συγκροτούν έναν ελάχιστο κόσμο ευτυχίας ίδιον με κείνη την κρεμάστρα καρφί .

Σ’ αυτή την κρεμάστρα μπορούμε να αφήσουμε τα πιο ωραία μας όνειρα

Και την συνείδηση μας, μέρα μεσημεριού και καλοκαίρι

εκεί που αναιρείται

η σκιά

κι οχι η ύπαρξη

Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ ΑΧΕΡΟΝΤΑ



Γρίλιες καλοκαιριού στη θάλασσα, στα μάτια
πνέω γυαλάκια των ψαριών, παιδιά κοχύλια
την πέτρα του μαΐστρου με ξηλωμένες νότες στα νώτα του κάκτου, πνέω.
Και βραδιάζει νωρίς κι ο αέρας στην καμάρα μυρίζει Μαρίνες
κι ένα δείχτη παλιό που σφυρίζει λυχνίες στις μικρές αχιβάδες.

Καλοκαίρι γλυκάνισου και του γάλακτος άσπρη οσμή
με τον μύρο της λεύκας, της μικρής των πουλιών και του άνεμου
όπου γύφτος το σώμα όπου μήτρα , όπου αλώνι..
Στους ρυθμούς και τους αύλακες κύμα βαθύ των πουλιών
του Παράδεισου κύμα, της στιγμής που κοιμάται το σύμπαν
απλό με ένα βόστρυχο.

Κι είναι εδώ τα παράθυρα με τα χείλια χλωμά
με τα στήθια αχινούς και παράπονο, τα βουνά θα τρομάξουν ξανά
τα βουνά τα βουνά μες στα μάτια μου τα βουνά
και ο χρόνος σπαρμένος με βλέμματα. Να κρυφτώ
να περάσει η στιγμή, τα παράθυρα

Το χαλίκι βαθύ μες στο στήθος και πονά γαλαξία
και παιδίσκη πανσέληνο μες στα σπλάχνα
που κοιτάει κεράκι στο ξερό των κορφών και ζαγόρια νερά του μιλάνε.

Καλοκαίρι γλυκάνισου με την μνήμη της ρόκας
που θα ξύσει τα σύννεφα, τον καιρό
και θα φέρει ένα μόνο κοχύλι, και μονάχα μια θάλασσα
για να πλεύσουμε στα στερνά με ένα κέρμα στα δόντια.

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2009

ΤΟ ΓΟΥΡΟΥΝΙ ΚΑΙ ΟΙ ΨΕΙΡΕΣ



Αντιλαμβάνομαι, είπε, οτι πρόκειται για θεατρική παράσταση. Κάποτε, κάπου θα μου είχαν δώσει έναν ρόλο. Δεν θυμάμαι, βέβαια τι μου είπαν. Δεν ξέρω τι έχω να πω στην επόμενη ατάκα αλλά είμαι σίγουρος οτι παίζω πολύ καλά αυτόν τον ρόλο. Τον ίδιο ρόλο επιθυμώ να παίξουν και τα παιδιά μου. Βέβαια η ευχή μου είναι να βγω έξω από το έργο. Να βγω από την σκηνή και κάποια στιγμή να είμαι εγώ. Το ξέρω οτι είναι δύσκολο γιατί στην σκηνή γεννήθηκα και εδώ έμαθα να ζώ. Στη σκηνή βρήκα τους άλλους και μαζί μάθαμε να βρισκόμαστε χωρίς να είμαστε στην πραγματικότητα. Θα ήθελα να βγω από την σκηνή. Δεν ξέρω το πως και το φοβάμαι.
Τα χρόνια πλέον έχουν δυσκολέψει αφάνταστα. Παλιά υπήρχαν περισσότεροι άνθρωποι που ήξεραν όπως κι εγώ οτι συνεχίζουμε τους ρόλους μας κι οτι η πραγματική ζωή είναι αλλού. Τώρα όσο περνάει ο καιρός οι περισσότεροι άνθρωποι είναι σίγουροι οτι το θέατρο είναι η αλήθεια. Και για αυτή την αλήθεια είναι ικανοί να πεθάνουν. Μοιάζουν με τις ψείρες που κολλήσανε πάνω σε ένα γουρούνι και χαίρονται που βρήκαν ένα μέρος να μείνουν. Και πανηγυρίζουν που έχουν ένα σπιτάκι με μια αμέτρητη πισίνα για να επιδεικνύονται στις άλλες ψείρες. Ξεχνούν όμως οτι οι γιορτές θα πλησιάσουν και ο χασάπης θα κόψει το λαιμό του γουρούνιου και θα κάψει το δέρμα του.
Οταν η παράσταση τελειώσει που πάει το έργο;


Σάββατο, 15 Αυγούστου 2009

ΣΤΙΧΟΙ ΤΗΣ ΤΥΧΗΣ ΜΙΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑΤΙΚΗ ΜΕΡΑ



Στης αίθουσας το βάθος χάνεται η σκόνη, η ζέστη
της μεσημβρινής παλίρροιας σβήνει
καπνός σαν όνειρο τυλίγεται, η μέρα προχωράει
αργά, αργά.
Ο λαφρός άνεμος μοιάζει νά 'χει με το λωτό ειρηνέψει,
μαζί του φέροντας την ευωδία, σηκώνει
την κουρτίνα

Χουάνγκ Γιου - Τσάο (ποιήτρια από την Κίνα,16ος αιώνας)

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2009

Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΝΑΝΤΙ ΘΑΝΑΤΟΥ, ΔΙΝΕΤΑΙ


Τον Θεόδωρο Β’ τον Λάσκαρη γιό του Ιωάννη Βατατζή, σκέφτομαι σήμερα, μόνος σε ένα δωμάτιο ανάμεσα στις κρίσεις της επιληψίας μέσα στο φως της καλοκαιριάτικης ημέρας να σκέφτεται αυτά που πέρασαν. Τα όνειρα που έκανε παιδί, τους αγώνες του πατέρα του ενάντια στους γαιοκτήμονες, την αγάπη του για αυτούς τους καθημερινούς ανθρώπους, την δίψα για νώση. Θυμόταν τις βιβλιοθήκες που έκτισε και τα σχολεία. Από το μυαλό του πέρασαν οι δάσκαλοι Νικηφόρος Βλεμίδης και ο άλλος ο Θεόδωρος Ακροπολίτης του δίδαξαν την αγάπη για την φιλοσοφία και τα γράμματα και του έμαθαν πως η ζωή του κάθε ανθρώπου είναι μια γυμνή ζωή. Και η γυμνότητα είναι σκληρή καθώς υπαγορεύεται από την ανάγκη Αναλογίστηκε την μοίρα του ανθρώπου την τραγωδία του καθώς είναι υποχρεωμένος σ’ αυτή την αναγκαιότητα αλλά συγχρόνως ελεύθερος με την συνείδηση του. Και ακριβώς επειδή συναισθάνεται την ελευθερία του, απόλυτα τραγικός. Σκέφτηκε τον γιό του μόλις 7 χρονών. Η ζωή του τελείωνε. Κατάλαβε πως δεν έχει από τιποτα να πιαστεί. Οι γαιοκτήμονες είχαν τα χρήματα, είχαν την δύναμη. Οι Βούλγαροι κατανοούσαν την αδυναμία. Δεν είχε πλέον τίποτα. Τριάντα έξι χρονών μπροστά στην αρρώστια και στο θάνατο έγραψε το πρώτο υπαρξιακό ποίημα στον κόσμο. Σε μας έμεινε ως ο Μέγας Παρακλητικός Κανόνας.

«Εκύκλωσαν αι του βίου με ζάλαι, ώσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε, και την εμήν κατασχούσαν καρδίαν, κατατιτρώσκουσι βέλει των θλίψεων, αλλ' εύροιμι σε βοηθόν και διώκτην και ρύστην, Πανάχραντε»

Μετά θυμήθηκα εκείνη την παλιά ιστορία. Μια φορά πήγε ένας πλούσιος άνθρωπος σε έναν ασκητή που προσεύχονταν στην άκρη από την θάλασσα. «Μάθε με να προσεύχομαι, γέροντα» . Ο γέροντας δεν μίλησε. «Μάθε να προσεύχομαι στον Θεό» Ο γέροντας δεν μίλησε αλλά σήκωσε το χέρι και τον έπιασε από το λαιμό και του βούτηξε το κεφάλι του μέσα στη θάλασσα. Τον κράτησε μέσα μέχρι που είδε τις φυσαλίδες που είχε κρατημένες στα πνευμόνια του να βγαίνουν. Μετά τον άφησε κι όπως ο άλλος έπαιρνε λαίμαργα αέρα, του είπε. «Αν δεν φτάσεις να επιθυμήσεις έτσι τον Θεό όπως τον αέρα τότε να προσεύχεσαι δεν θα μάθεις ποτέ σου»
«Η αλήθεια έναντι θανάτου, δίνεται» όπως έλεγε ο Οδυσσέας Ελύτης.

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2009

FINE





Ο ρόλος του τον θέλει «πατέρα». Το ύφος λιτό οι κινήσεις βαριές. Οι συμβουλές πάνω απ’ όλα καθώς ο ρόλος υποθέτει την πείρα. Κι ύστερα ο ρόλος του συζύγου, του καθηγητή, του πολιτικού ενίοτε του φιλόσοφου με σκεπτόμενο ύφος και γωνία οφθαλμών πάντοτε παιγνιώδη.
Μόνο στα όνειρα η ψυχή διασκεδάζει. Χωρίς κανένα ρόλο με το σκοπό μόνο να συλλέξει εκείνες τις λέξεις που χρειάζονται για το ωραίο ταξίδι της. Κοσμείται ανάλογα επιθέτων με ωραία χρώματα, με δονήσεις αιθέριες. Η ψυχή μας ζει στον κόσμο των ονείρων και φτιάχνει τους νέους κόσμους αυτούς που γεννιούνται από ομορφιά κι αγάπη.
Μας προφυλάσσει, όμως. Με εφιάλτες και σχήματα ακατανόητα. «Δεν είναι εκεί η ζωή» μας λέει. Μα δεν ακούμε, βεβαίως. Είμαστε αρκετά γεμάτοι από απαντήσεις, γεμάτοι από ρόλους, αυτούς που έχουμε αποδεχθεί.
Και το πρωί ξεκινάμε με τους ίδιους ρόλους που αφήσαμε χθες. Διακηρύσσοντας σε όλους τους τόνους ότι είμαστε ελεύθεροι, ότι αποζητούμε την ελευθερία. Επαναλαμβάνουμε σε κάθε βήμα την δουλεία που εμείς θέσαμε στον εαυτό μας. Είπαμε το «τρεπτόν» του Δαμασκηνού έννοια άγνωστοι. Γιατί να διαβάζουμε άλλωστε; Διαβάζουν αυτοί που δεν ξέρουν. Εμείς ξέρουμε τόσα πολλά, αναμφιβόλως.
Κι όταν θα πέσουν οι τίτλοι. Εκείνη την ώρα που περιμένουμε να ανάψουνε τα φώτα, δεν θα ξέρουμε αν έχουμε ζήσει την ζωή μας ή αν φανταστήκαμε ότι την ζήσαμε. Αν είμαστε εμείς ή η ασπρόμαυρη ταινία που τελείωσε.
Όμως οι τίτλοι θα πέσουν και ωραιότατη μουσική γεμάτη χρώματα ενός παλλόμενου Σύμπαντος θα είναι εκεί και μείς κουφοί κουβαλώντας μια τεράστια μελαγχολία του απολεσθέντος για πάντα παραδείσου.

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2009

ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ



Διστάζει το βήμα του καλοκαιριού κι αρχίζει η βροχή. Εδώ στο τουριστικό θέρετρο του κόσμου που νοσηλεύει την υπεροψία των γηγενών με το απαραίτητο αλκόολ των τσιπουράδικων. Μεταμορφώνοντας το λόγο σε σιωπή και την σιωπή σε λόγο.

Σχολιάζοντας ειδήσεις μακρινής δολοφονίας. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ένα μυστήριο. Βεβαίως. Προβλεπόμενο μυστήριο, όμως. Ούτε καν το «τρεπτόν» του Δαμασκηνού αναλογισθήκαμε. Τρεπτόν που πάει να πει ότι τρέπεται. Μα βέβαια, δύσκολα θα το εννοήσεις αν τις ίδιες κινήσεις επανάλαβεις. Τις ίδιες σκέψεις. Το ίδιο πρόγραμμα. Κι επιτέλους κάτι δολοφονίες και μια αυτοκτονία είναι μια κάποια λύσις μια αφορμή έστω συζήτησης που θα τελειώσει στις ίδιες επωδούς.

Η πρώτη ιδέα ήταν της εγκατάλειψης του blog καθώς όλα πλέον στερούνται νοήματος. Η δεύτερη σκέψη ήταν της επιστροφής γιατί ακριβώς στερούνται νοήματος. Όπως έλεγε ο Pessoa άλλοι φοβούνται, άλλοι τρέμουν εγώ γράφω απλώς στο βιβλίο που είναι ανοιχτό στα πόδια μου. Αν κάποιος το βρει καλό ας είναι. Αν δεν το βρει μπορεί πάντα να προσπεράσει.