Σάββατο, 18 Απριλίου 2009

ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΜΟΥ ΦΥΤΡΩΝΕΙ ΜΙΑ ΕΛΙΑ



Στα στήθια μου φυτρώνει μιαν ελιά.
Ο παππούς δέκα χρόνια πεθαμένος
γελούσε παραμύθια με το φως του φεγγαριού.
Μια φορά μόνο, μια φορά είπε για το μαχαίρι,
το μαύρο αίμα και τον αδελφό του
που κατέβαινε στον ήλιο.
Τον θυμάμαι σαν τώρα σκοτεινό και όρθιο
φωνάζοντας στην καταιγίδα.
«Σταύρο, τα παιδιά πεινάνε, όχι Σταύρο».
Του έκοψε το κεφάλι σύριζα μέχρι τα’ αυτί,
τον έφτυσε μέσα στην πληγή τον αδελφό του.
Εκεί μέσα στις ελιές,
την ώρα που το φεγγάρι δρασκελούσε μνήματα
και μια μεγάλη πληγή πονούσε τον ήλιο.

Τον πατέρα θυμάμαι.
Κόβοντας κλαδιά και βοτανίζοντας.
Φέρνοντας νερό από το πηγάδι.
«Αστα πατέρα, είναι ξερά. Ξεράθηκαν»
Με κοίταζε μονάχα.
Τώρα το ξέρω τι ήθελε να πει.
Πίστη είναι να ποτίζεις το ξερό
και να είσαι σίγουρος ότι θα φυτρώσει.
Θα ‘ρθει η άνοιξη.
Η πέτρα θα σηκωθεί.
Το φίδι. Το μαύρο μόλεμα.
Πηγαίναμε συχνά στο κτήμα το παππού.
Καθόταν ο πατέρας, κάπνιζε και κοίταζε τη θάλασσα, τα δέντρα.
Μετά πηγαίναμε στο κοιμητήρι, έπαιζα με τα χώματα.
Καθόταν ο πατέρας, κάπνιζε στα πόδια του παππού.
Πήγαινε ο πατέρας με το μηχανάκι.
Τώρα το ξέρω ότι μάζευε μουσκεμένα όνειρα
και τα έφερνε το βράδι με το χέρι.
Τα έβαζε εκεί στην αποθήκη, να ξεραθούνε
κ’ ύστερα τα έφερνε σαν προσευχή πες ή σαν δώρο.
Μια μέρα άργησε να ‘ρθεί.
Τον περιμέναμε στο πλατύσκαλο ώρες πολλές.
«Πάνε να κοιμηθείς» είπε η μάνα. Και εγώ πήγα.
Ξύπνησα με τις φωνές.
Τον είδα κίτρινο και ξαπλωμένο στο σαλόνι.
«Τον χτύπησαν, παιδί μου, τον χτυπήσανε»
Τρεχάλα έφυγα για το χωράφι.
Ήθελα εκεί να κυλιστώ, να κλάψω
να σπάσω από μέσα μου την πέτρα.
Κι έσκαψα βαθιά στο χώμα με τα νύχια.
Βγήκαν σκουλήκια από το χώμα,
πόνεσαν τα δάκτυλα.
Κι έφαγα χώμα μελανό.
Και σαν νεκρό σώμα έπεσα κάτω.

Και τότε είδα. Είδα.
Το φως. Τον ουρανό. Είδα. Τα φύλλα της ελιάς.
Ξερό κορμί και φύλλα δροσερά.
Είδα το φως τα πράσινα είδα τα φύλλα,
τα ξεραμένα όνειρα είδα.
Πέρασαν τώρα χρόνια. Κι εγώ κοιμήθηκα.
Πήγα και βρήκα μαύρο χώμα
για να ταΐσω τη ζωή να ανθίσει.
Κι ήρθε ένα δέντρο και έκατσε στο στήθος κι έβγαλε ρίζες.
Και έρχονται παιδιά κι εγγόνια.
Όλα του κόσμου τα παιδιά, τα εγγόνια μου και παιδιά μου τα’ αστέρια μου ….
Και κόβουν την ελίτσα, παίζοντας, μαύρη και πικρή σαν τη ζωή,
πράσινη σαν τη ζωή.
Σαν ομορφιά που χάνεται κι αφήνει πίσω, αγκάθια.
Μια ελιά στο στήθος να αναπνέω έλεος
κι ανάσταση από το χέρι σου το τρυπημένο κι έλεος
Του κόσμου έλεος … της ομορφιάς του κόσμου.

Μ.Σάββατο 2009

1 σχόλιο:

sobraluz είπε...

Να είστε καλά, γερός και όσο γίνεται ευτυχισμένος.