Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2009

ΠΕΘΑΙΝΩ ΣΑ ΧΩΡΑ



Κάπου στα 2009 η διήγηση. Μετά τους πολέμους και την περίοδο ειρήνης αρχίσαμε αντί να κοιτάζουμε τα μάτια του άλλου κοιτάζουμε τον καθοδικό σωλήνα και φανταζόμαστε τα μάτια του άλλου. Η απουσία του είναι απουσία του σώματος και τα κομμένα πόδια των παιδιών είναι τα δικά μας πόδια. Είχαμε ησυχάσει πια. Πιστεύαμε οτι με τη σύγχρονη φυσική αποδείχθηκε οτι ο κόσμος είναι ένα όλον. Τίποτα δεν υπάρχει ως άτομο αλλά ολα είναι σύνολα και ως σύνολο υπάρχουν. Αρα η ύπαρξη μας ορίζεται απο την ύπαρξη του συνόλου. Είμασταν σίγουροι οτι κανείς δεν θα τολμούσε να χτυπήσει άλλους γιατί θα ήταν σα να χτυπάει το σώμα του. Μετά καταλάβαμε οτι όλα ήταν λάθος. Η βαρβαρότητα και η βία είναι συστατικά μας στοιχεία και η αλληλεγγύη και η συνεργασία είναι ζητούμενο.
Στα μάτια των παιδιών είδαμε και πάλι το δικό μας αίμα:
Οποιος δεν έχει δει ανθρώπους να πεθαίνουν σφυροκοπημένοι από αόρατο χέρι στους δρόμους, δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει και τι είναι ο θάνατος μιας χώρας, όπως δεν μπορεί να καταλάβει κι εκείνος που δεν έχει νοιώσει το ίδιο το κορμί του ανύπαρκτο, ανενεργό, ανυπόληπτο, ανεπιθύμητο, ανυπόστατο κι ανύπανδρο, με την περιβόητη κινητηρία δύναμη του κομμένη σύρριζα και ξεκομένη από το εσώτατο πυρ της συγκίνησης. Μα και το να αντικρύζεις ένα τόσο πλατύ θάνατο σαν αυτόν το σύσσωμο του έθνους, ισοδυναμεί με το εξαντλείς ολόκληρη τη ζωή της μέρας όμως, γιατί η άλλη ζωή, εκείνη που ξεκινάει ασύλληπτα, ανεννόητα απ' την ασύλλητη μήτρα της νύχτας, είναι το ανεξάντλητο, ο βαθύς θάνατος. (Δημήτρης Δημητριάδης Πεθαίνω σα χώρα, εκδ. ΑΓΡΑ)