Δευτέρα, 26 Ιανουαρίου 2009

ΤΑ ΨΕΥΤΙΚΑ ΤΑ ΛΟΓΙΑ




Ονειρεύομαι την μέρα που θα σταματήσει αυτό το τεράστιο ψέμα που ζούμε. Ένα ψέμα που δεν έχει περάσει μόνο στην πολιτική μας ζωή, αλλά σε κάθε μορφή σκέψης μας. Το ψέμα είναι πλέον μέρος του DNA. Φαντάζομαι ότι δύσκολα θα μπορέσουμε να απαλαγούμε από αυτό καθώς είμαστε αναπόσπαστό μέρος του. Το γνωρίζουμε ότι ζούμε σε μια κοινωνία συνενοχής. Σε μια κοινωνία που όλοι γνωρίζουμε αλλά σιωπούμε γιατί μας έχουν αφήσει να πιστεύουμε ότι μπορούμε μια μέρα να γίνουμε ένα κομμάτι της εξουσίας, που κατά βάση στοχεύουμε. Λέμε ψέματα για την δημόσια ζωή γιατί ξέρουμε ότι έχουμε αφήσει την διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων σε μια χούφτα ακατάλληλους ανθρώπους ελπίζοντας ότι εμείς θα γλυτώσουμε από την ευθύνη των πεπραγμένων μας για αυτό τους κάνουμε κριτική για να νοιώσουμε υπεράνω αυτών που εμείς έχουμε επιλέξει. Σκοτώνουμε κάθε ζωντανό ον πάνω στη γη και ρίχνουμε το ανάθεμα σε άλλους που δεν υπολογίζουν την ζωή στο πλανήτη γιατί μας έχουν μάθει από μικροί ότι πάντα δεν φταίμε εμείς, είναι οι άλλοι που φταίνε πάντοτε.

Λέμε ψέματα για την αποτυχία της δικής μας ζωής γιατί κανείς δεν μας έμαθε ότι πολίτης σε μία χώρα σημαίνει κατά κύριο λόγο την ευτυχία του καθενός μέσα σε αυτή αντιθέτως γαλουχηθήκαμε στο να γίνουμε «άνθρωποι χρήσιμοι για την κοινωνία» και όχι άνθρωποι ενταγμένοι στην κοινωνία για το καλό όλων αφού το χρήσιμο ορίζεται κάθε φορά και διαφορετικά. Μάθαμε να ζούμε με ψέματα αποδεχόμενοι θεσμούς προκειμένου να γλυτώσουμε το φόβο της απόρριψης και της ελευθερίας. Μια ελευθερίας που είμαστε έτοιμοι να παραδώσουμε σε τράπεζες, καταναλωτικό τρόπο ζωής, αστρολόγους, γενετιστές και σε όσους ακόμα θέλουν να μας υποδείξουν ότι όλα είναι ειμαρμένη, μοίρα και πεπρωμένο.

Συνηθίσαμε στα ψέματα και για αυτό αποδεχόμαστε τις αρχές που μας επιβάλλουν με τόση απάθεια. Αποδεχθήκαμε την αρχή ότι όλα είναι εμπορεύματα άρα και η ανθρώπινη ζωή άρα και μείς άρα και τα παιδιά μας είναι ένα εμπόρευμα και μας ενοχλεί αν κάποιος το διατυπώσει. Αποδεχθήκαμε ότι οι άλλοι έχουν πάντα δίκαιο άρα τους μιμούμαστε και μιμούμαστε την συμπεριφορά τους. Αποδεχθήκαμε την αρχή ότι όλοι προσπαθούμε για το συμφέρον μας άρα και μεις είμαστε το συμφέρον το παιδίων μας αλλα αισθανόμαστε άσχημα όταν τα παιδιά μας αποδιώχνουν όταν το συμφέρον τους έχει τελειώσει.

Λέμε ψέματα οτι δεν μπορεί ένας άνθρωπος «να βγάλει το φίδι από την τρύπα» αφού το ξέρουμε ότι μπορεί αλλά δεν ανεχόμαστε το περιβάλλον του ψέματος που έχουμε φτιάξει. Το ψέμα είναι σαν το έγκλημα που λέει ο Μάκμπεθ, μετά το πρώτο εγκλωβίζεσαι σε αυτό και θα πρέπει διαρκώς να ψεύδεσαι. Και αυτή είναι η τραγωδία μας να ζούμε μια ολόκληρη ζωή σαν ψέμα και όταν φτάσει ο θάνατος που είναι αληθινός να μην είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε γιατί απλώς δεν ζήσαμε ποτέ.

Και τελικά όπως το σκέπτομαι, ίσως κι όλα αυτά που γράφω να είναι ένα ψέμα. Ο καιρός και η αλήθεια θα το δείξει.

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2009

ΠΕΘΑΙΝΩ ΣΑ ΧΩΡΑ



Κάπου στα 2009 η διήγηση. Μετά τους πολέμους και την περίοδο ειρήνης αρχίσαμε αντί να κοιτάζουμε τα μάτια του άλλου κοιτάζουμε τον καθοδικό σωλήνα και φανταζόμαστε τα μάτια του άλλου. Η απουσία του είναι απουσία του σώματος και τα κομμένα πόδια των παιδιών είναι τα δικά μας πόδια. Είχαμε ησυχάσει πια. Πιστεύαμε οτι με τη σύγχρονη φυσική αποδείχθηκε οτι ο κόσμος είναι ένα όλον. Τίποτα δεν υπάρχει ως άτομο αλλά ολα είναι σύνολα και ως σύνολο υπάρχουν. Αρα η ύπαρξη μας ορίζεται απο την ύπαρξη του συνόλου. Είμασταν σίγουροι οτι κανείς δεν θα τολμούσε να χτυπήσει άλλους γιατί θα ήταν σα να χτυπάει το σώμα του. Μετά καταλάβαμε οτι όλα ήταν λάθος. Η βαρβαρότητα και η βία είναι συστατικά μας στοιχεία και η αλληλεγγύη και η συνεργασία είναι ζητούμενο.
Στα μάτια των παιδιών είδαμε και πάλι το δικό μας αίμα:
Οποιος δεν έχει δει ανθρώπους να πεθαίνουν σφυροκοπημένοι από αόρατο χέρι στους δρόμους, δεν μπορεί να καταλάβει τι σημαίνει και τι είναι ο θάνατος μιας χώρας, όπως δεν μπορεί να καταλάβει κι εκείνος που δεν έχει νοιώσει το ίδιο το κορμί του ανύπαρκτο, ανενεργό, ανυπόληπτο, ανεπιθύμητο, ανυπόστατο κι ανύπανδρο, με την περιβόητη κινητηρία δύναμη του κομμένη σύρριζα και ξεκομένη από το εσώτατο πυρ της συγκίνησης. Μα και το να αντικρύζεις ένα τόσο πλατύ θάνατο σαν αυτόν το σύσσωμο του έθνους, ισοδυναμεί με το εξαντλείς ολόκληρη τη ζωή της μέρας όμως, γιατί η άλλη ζωή, εκείνη που ξεκινάει ασύλληπτα, ανεννόητα απ' την ασύλλητη μήτρα της νύχτας, είναι το ανεξάντλητο, ο βαθύς θάνατος. (Δημήτρης Δημητριάδης Πεθαίνω σα χώρα, εκδ. ΑΓΡΑ)





Πέμπτη, 1 Ιανουαρίου 2009

ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ

« Ο άνθρωπος που αγκαλιάζει μια γυναίκα είναι ο Αδάμ κι αυτή είναι η Εύα» Όλα γίνονται ξανά. Όλα δεν είναι ποτέ τα ίδια. Χρόνος είναι η το όνειρο που ονειρεύεται. Αυτός ονειρεύεται τον παράδεισο την πρώτη στιγμή, το εγώ που ορθώνεται στην μετέπειτα εξορία. Αυτός ονειρεύεται τον Κάϊν και αυτό που σκέφτηκε πριν από το φόνο. Αυτός ονειρεύεται τα καρφιά και τον σταυρό την απέραντη στιγμή που ήρθε για να τον αναιρέσει. Αυτός έφερε τη μουσική, την απλή αρμονία των σφαιρών. Δεν έγινε ανεκτή καθώς διατάρασσε το όνειρο.

Μια φορά μόνο αιώνες πριν ο Έλληνας κοίταξε το ποτάμι κι είδε το όνειρο των νερών. Για πρώτη φορά ξύπνησε η ιστορία από το ονείρεμα για να συνεχίσει λίγο αργότερα.

Καμιά φορά όμως ο χρόνος φτάνει στο αποκορύφωμα του. Και τότε πράγματι ονειρεύεται θεσπέσιους κόσμους που τα παιδιά και οι ποιητές επισκέπτονται και διαφυλάσσουν στην συλλογική μνήμη την δυνατότητα απόδρασης. Και τότε η λάμα των σπαθιών μετατρέπεται σε υπέροχα φωνήεντα και σύμφωνα με την αρμονία του σύμπαντος που δεν γνωρίζει από όρια και ορισμούς. Και τότε παρουσιάστηκαν οι νεκροί από δημιουργίας κόσμου ολοζώντανοι νεύοντας ότι έμαθαν ότι στο διάβα των καλοκαιριών διασώζεται ένα μόνο ρόδο, το οποίο το έχουν μυρίσει οι ασκητές, οι ερωτευμένοι και τα ορφανά παιδιά των λόγων μας, αυτά που δεν διαταράσσονται από τις αρχές του καθημερινού στανικού ονείρου. Κι είδα στο πέρασμα του χρόνου, του ποταμού τον τυφλό έτσι όπως έρχεται στα όνειρά μου.

«Είμαστε ο χρόνος. Εκείνη είμαστε η περίφημη

Παραβολή του Σκοτεινού Ηράκλειτου.

Είμαστε το νερό, όχι το σκληρό διαμάντι,

Αυτό που χάνεται, όχι αυτό που μένει.

Είμαστε το ποτάμι κι ο Ελληνας εκείνος

Που κοιτάζει το ποτάμι. Η αντανάκλασή του

Παλλάζει στο νερό του εναλασσόμενου καθρέφτη,

Στο κρύσταλλο που αλλάζει σαν τη φωτιά.

Είμαστε το μάταιο προκαθορισμένο ποτάμι,

Όπως κυλά προς τη θάλασσα. Το σκέπασε η σκιά.

Όλα μας αποχαιρετούν, όλα μακραίνουν.

Η μνήμη δεν εξαργυρώνει το νόμισμά της.

Και ασφαλώς υπάρχει κάτι που απομένει

Και ασφαλώς υπάρχει κάτι που θρηνεί» (Χ.Λ. Μπόρχες)