Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008

ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΜΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΦΟΒΟ



Κι έρχεται άμμος, μιλάω.. Πάρε το δόντι από το φως.

Πίσω οι βάρκες πολιορκούν το τρίμα του βουνού. Νυχτώνει.

Έρχεται Τροία απ’ τα παράθυρα

περνάει στο φως και καίει, σου μιλάω.

Ξέρω τη λάμψη. Το ξυράφι του χρόνου, πεινά.

Φύλαξε το γυμνό βιβλίο μέσα στα πόδια σου

Όταν προστρέχεις στη βροχή θλίβονται σύμφωνα

Κι έχει μια παγωνιά, περνάω..

Εδώ βρήκαμε το μάρμαρο σφαγμένο.

Έταζε ο τρελός κι η θάλασσα αίματα γέμουσα.

Διαταγή κι ύστερα μυαλά έβρεξε και δόντια

Μπήκε από το παράθυρο. Τόνοι πορφύρα.

Στα χέρια σου άρχοντα, οι ζωές μας.

Εδώ όμως τα μάτια του παιδιού περιτρέχουν το τοπίο, στέκονται στα σφιγμένα μάτια μας και αναζητούν το αύριο, μια κατάφαση, έστω ένα χάδι δυναμίτη. Ύστερα πλησιάζει ο καπνός, τα μάτια του παιδιού στο συρτάρι. Οι άρχοντες διασκεδάζουν παίζοντας μπριτζ.

Πριν από δω, λοιπόν, ζωγραφισμένη στους τείχους ήταν

σπείρα παλιά, αυτός που είναι μακριά της εξουσίας.

να τον περιγελούν παίζοντας σκήπτρα,

παίζοντας ζάρια, τις ζωές, το χρόνο.

Και ήρθε μαύρος, λέγοντας: τα θέλεις;

Μόνο σιωπή κι ο ήχος της σιωπής και ο θόρυβος του τίποτα.

Πήγαινε πίσω, είπε απλά

Κι έφυγε πίσω, λέγοντας, ορίστε ερείπια

η πολιτεία των συλλαβών μου, ορίστε αίμα.

Ορίστε δάκτυλα παιδιών να φτύνουν άμμο.

Και τα καρφιά εδώ, τα αγκάθια και το μαστίγιο εδώ.

Εδώ όμως τα μάτια του παιδιού περιτρέχουν το τοπίο, στέκονται στα σφιγμένα μάτια μας και αναζητούν το αύριο, μια κατάφαση, έστω ένα χάδι δυναμίτη. Ύστερα πλησιάζει ο καπνός, τα μάτια του παιδιού στο συρτάρι. Οι άρχοντες διασκεδάζουν παίζοντας μπριτζ.

Γύρισε ματωμένο το φεγγάρι.

Do you remember;

Κόκκινα χέρια, σίδερο,do you;

Ξέρω τη μύτη της βροχής, πεινάει λαιμούς ενίοτε και σβήνει

Τη μνήμη σβήνει, τα χλωρά σβήνει του ήλιου καλάμια.

πρόβατα, όμως, όχι… Χιλιάδες μάτια βρέχει απόψε ο ουρανός,

χιλιάδες χέρια, χιλιάδες αύριο σπασμένα, την αυγή την ώρα

που καίγεται ο σκορπιός.

Και εμείς τι; φωνάζοντας στη δημοσιά;

εμείς ο σκορπιός , ένα μακρύ ποτάμι

που δαγκώνει το χρόνο του.

Πήγαινε πίσω, του λέμε, απλά

σήμερα σπάζει ο Κρόνος την παγίδα του ουρανού

κι χύνονται μυαλά της μέλλουσας ανατολής και μια σιωπή…

μια σιωπή, …….

κι ένα τραγούδι

από παλιά

μέσα στη νύχτα…

νεκρών πεσόντων

νεκρών πεσόντων

ους εμάρψαμε ποσίν

χίλιες φωνηές είμεν

Εδώ όμως τα μάτια του παιδιού δεν περιτρέχουν πια το τοπίο. Ένας φοίνικας μένει μονάχα και γύρω του παγωμένη η άμμος, ξεσκεπάζει λευκασμένα κόκαλα.

Έλα να σου δείξω το κέντρο της καρδιάς. Πες μου τι βλέπεις;

The fear, the fear….

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2008

ΝΙΚΟΣ ΣΚΥΛΟΔΗΜΟΣ... ΣΤΗΝ ΙΩΛΚΟΥ



Μια πέτρα κομμένη σε δυο κυπαρίσσια
μια γέφυρα κι ένα ξερό ποτάμι που το φεγγάρι
κατρακυλούσε το χειμώνα, πριν βρει τα μάτια μας.
Πιο κάτω σίδερα, δυο πόρτες κι η αντλία που γυρνά
στα χέρια μας το ξεραμένο δρόμο, το λεπτό, το χρόνο
τη μικρή ματιά που τα έκανε διάφανα όλα.

Ήθελα να ήμουν πάρκο, να κάθονται πουλιά
το γέλιο να ξαπλώνει μες στα δόντια, καθώς γυρνάν τα βλέμματα
από την ίδια επανάληψη της μέρας.
Κι ύστερα φύλλο, μια νότα που κυλά από την καταιγίδα
να βρίσκει Απρίλιο και Μάη κι ένα λελέκι απ’ τα παλιά
που τάνυζαν ουράνια τόξα και μπαξέδες.
Κα να είχα ένα ψωμάδικο και να ζυμώνω αλφάβητα
στη λόγχη του αυριανού παιδιού, να ξενυχτάω.
Πινακωτή με σύννεφα, τον ήλιο, την ακτίδα
θα βρέξει εδώ, ασπρίζει εδώ, μιλάει εδώ, θυμάται..
Και πάνω τους, μια ρίζα λοιμική του άνεμου, θρυμματίζει
το μικρό του χέρι. Βρίσκει το φως..
Τροφή στο όνειρο. Και το νερό κι η ρόδα που γυρνά
στρέφει τον άξονα, στρέφουν τα χρόνια και γυρνάνε
Πιο πάνω το βουνό σκιά πριν ξημερώσει…

Ήταν καράβι, τα πήρε τα κουπιά αέρας, το δέρμα άνεμος
και όλοι πήγαν του χαμού
Τώρα επιζώντες Κυριακή στην παραλία
με τσίπουρο στην άκρη των ματιών
ώσπου φαίνεται καγχάζων εσαεί,ο Σκυλοδήμος…


"Πρώτη φορά δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΕΙΝ, κι αναγνώσθηκε στις "Κυριακές του Απόλλωνα" στο Βόλο. Ξαναμπαίνει εδώ σήμερα γιατί πέρασα από το "άγαλμα" του στο Θέατρο. Τι θές εδώ Νίκο;

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

ΟΝΑΡ




Αναγνωρίσθηκε από την οσμή των νετρίνων που έβρεχαν επάνω του έναν κόσμο μοναξιάς. Είχε γεννηθεί στην τύχη και για αυτό μπορούσε να περιτρέχει τον κόσμο των ονείρων ανερυθρίαστος, άλλωστε όλοι εκεί ανήκουμε κι αυτός ο κόσμος είναι ένα όνειρο. Και αυτό το όνειρο είναι ο κόσμος,
Περπάτησε στις ασημένιες πλάκες του σπιτιού του και ανέγνωσε λίγα των γραμμάτων που αιωρούνταν στις λεύκες. Δεν γνώρισε ποτέ τα σκληρά σύμφωνα, τις πέτρες τις αιχμηρές που σκίζανε στα δυο αυτό που έμεινε από τα παιδικά του μάτια.
Η πολιτεία του ήταν ένα ναυάγιο, που επαίρονταν ότι κάποτε ήταν πρωτεύουσα. Σαν τις γηραιές κυρίες , που στέκονται ώρες στον καθρέφτη μέχρις να τους αναγνωριστεί το γεγονός ότι ελάμψανε ως καλλονές στα νιάτα τους. Καθώς οτι περνάει του σώματος είναι δυσβάστακτο αλλά η ψυχή είναι πάντα νέα γιατί δεν ξέρει τα μέλλοντα. Η ψυχή ζει στο παρών κι αρρωσταίνει με την έλλειψή του, την αποστροφή όλων μας. Η ψυχή μας χάνεται και φεύγει από το σπίτι που ασχημονούμε….
Πέρασαν μακριά οι βάρκες και η πλατεία του Αη Νικόλα. Δυο γάτες μας υποδέχθηκαν στις ασημένιες πλάκες της αυλής. Ούτε αυτές υπήρξαν, ούτε οι ασημένιες πλάκες. Το φεγγάρι μονάχα, ολόρθο.

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2008

ΑΥΤΟΙ ΑΠΟΚΛΕΙΟΝΤΑΙ



στον Μάνο Μπαλή

Όταν τα μικρά όντα ανέρχονται της κλίμακος

Ανευρίσκονται, όρη καταπίπτουν, η βροχή…

Στα μάτια τους βυθίζει τα πουλιά

Κι όλοι βρισκόμαστε εντός της άγνοιας.

Περιμέναμε πολύ να έρθει το απόγευμα

Κι ήρθε χλωμότατος βαρυπενθής ο μέγας φοίνικας

Με την παρθένα ποδιά εφημερίδας για να δηλώσει

Ότι όλα τα πτηνά βαπτίζονται πλέον στην εκκλησία

Της Ρώμης κι ανέγγιχτοι αφήνωνται οι σκώληκες

Και τα λοιπά σιχαμερά όπου με τις κοιλιές τους

Βρωμίζουν τα σύμπαντα, εξαιρούνται όσοι κοιμούνται

Με ανοικτά παράθυρα, ανέστιοι, εξαιρούνται

Αυτοί που φέρουν ρούχα μαύρα και καρδιά πάλουσα

Οκταετή, χαριέσσα

Αυτοί αποκλείονται


Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

ΠΕΤΡΑΣ ΞΗΜΕΡΩΜΑ






Κοίτα αέρας κατεβαίνει από ρηχά
και μια μανόλια
κοίτα ανάσα παίρνει η πέτρα του καιρού
κι οι λωτοφάγοι

Μαρτυρώ ότι ήρθαμε σε αυτή την πέτρα ξημερώματα. Μας πήραν τα κύματα και προσευχόντουσαν όλη την νύκτα. Και πηδούσαν ωσμε το Σείριο και κατεβαίνανε μέχρι η ανάσα του να βρει γιούσουρι να χτυπήσει. Γυμνοί βγήκαμε . Και τα πόδια μας κομμένα από τα χαλίκια του βυθού και τα μαλλιά μας φρύγανα από την κάψα του ήλιου. Πηδήσαμε στο ακρογιάλι και κραυγάσαμε. Κανείς δεν άκουσε. Τα χρόνια πέρασαν και μείναμε εδώ να τρώμε ο ένας τη σάρκα του άλλου. Ο τελευταίος δοκίμασε λίγο την πέτρα και την έφτυσε. Φαγώθηκε κι αυτός από τα πουλιά μόνον εγώ απόμεινα τρώγοντας κάθε μέρα ένα μικρό χαλίκι ενώ το βράδυ κατάπινα φούχτες - φούχτες τη θάλασσα.

Ξεραίνει πυράκανθος
τα λόγια ξεραίνει και βυθός
στους μικρούς του ξερούς τους γιαλούς
ο βυθός ο ξερός ..
Αυτά είχα να πω.. α όχι
τώρα που το λιβάδι έγινε λέξη
έχω ένα σπίτι που θέλω
να σου δώσω, ένα σπίτι
χυμένο με νύκτιες παρελάσεις και
κι ένα μεγάλο σφουγγάρι.
Μες στις τρυπούλες του έχει σελήνες
μια σιωπή, μια σελήνη, μια σιωπή
και νερό και νερά σιωπής
Ξημερώνει.