Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

ΠΑΡΑ ΘΙΝ' ΑΛΟΣ



Στον Αστέρη Γκέκα και τις Κυριακές του Απόλλωνα στο Βόλο

Κοίτα, είχα μια δεξαμενή
δέντρα πολλά και δίαιτα αρμόζουσα.
Και ήρθε ένα φεγγάρι πλεούμενο
και στις Μηλιές έτρωγε σύμφωνα.
Μιλούσα στην κιθάρα με άσπρο καθαρώτατο Ιονίου.
Κι ωφέλεια η υγρασία του Μαγιού,
πεζούλια λιονταρίσια, μες στον ύπνο.

Κατεβήκαμε μετά στο λιμάνι
κι είδα τους επιζώντες περιμένοντας
κι αργούσε να φανεί το πλοίο.
Κι άγγελος επάνω στους ιστούς
το καλοκαίρι φορτωμένο με κόμπους λεύκας
δίψαγε. Περπάταγε επάνω στα νερά..

Περίμενα μαζί τους την αυγή των ποντικών.
Ένας πατούσε λίρες στην όχθη του μεσημεριού,
ψιθύριζε εξισώσεις. Το βουνό περνούσε μέσα του
ανενόχλητο.
Άλλος με συμβουλές στους νεαρούς επυλίδες
για την πορεία του τσιμέντου, ως ανερχόμενη εσπέρα
μέσα στο φέγγος.
Και ο κύριος νομάρχης, αναμένοντας την άφιξη
των ποντοπόρων.

Την άλλη μέρα φύσηξε φλεβίτιδα και βάκιλους
ήρθε το πλοίο και ο άγγελος μαστίγωσε τα κύματα
κόκκινο χαλί στον κύριο νομάρχη.
Μου βγήκε ο Αρχίλοχος και εσάστισα
την παρατάω την ασπίδα. Θα ακουστώ.
Κι άλλη δεν έχει. Δεν έχει άλλη.
Μήτε και λεύκα, ούτε δεξαμενή,
ούτε και δρόμοι υγρασίας,
ούτε αναμονή του πρωινού
ούτε μπαζάρ χριστουγεννιάτικα της Κυριακής
με άρρωστες γούνες, ζωγραφισμένα μέτωπα.. ούτε….

Κοιμήθηκε μια μέρα, που στο ρόδι φύσαγε θάλασσα
πριν κοιμηθεί υπήρξε Οδυσσεύς, μια μέρα….


Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ



Θα κάψω τα μεταλλικά καρφιά των λέξεων που εμποδίζουν
κάθε απόδραση από αυτό το βρωμισμένο καφενείο που καθόμαστε όλοι,
γιατί είναι σκοτάδι, γιατί βρέχει πάνω στις βάρκες,
γιατί βρέχει πάνω στη μυρωδιά τους και μυρίζουν ακόμα άνοιξη, ανυστερόβουλες

Γιατί εδώ θάφτηκαν οι λέξεις των θάμνων της αυγής.
Γι αυτό ακόμα θλίβονται οι κοπέλες που τα χείλη τους ξεράθηκαν
στα μνήματα του έρωτα κάθε Σαββάτο βράδυ.
Γι' αυτό και τα χαμηλά ναυάγια της μέρας βρίσκουν βυθό,
βρίσκουν αυγή, βρίσκουν τη μέρα και γλυστρούν και φεύγουν.
Και γράφω εδώ στο κήπο αυτό των λέξεων, και γράφω της μουσικής
που χάνεται στα ράφια επάνω που πάνω τους οι σκέψεις μυρώνουν τη φυλή μου.

Εχω κρατημένα τα αποφόρια ενός ροκανισμένου μέλλοντος
και δεν αρκεί, δε φτάνει για τα παιδιά, για τα μάτια τους
Τα μάτια τους αυτές τις βάρκες τις ανυστερόβουλες, μια μέρα με βροχή.

Γι' αυτό και τρέχω να καταθέσω
λέξεις μικρές, όσες μπορώ, και σφραγισμένα τα καπάκια τους
ας επανέρχονται, καθώς δεν γράφω πια, δεν μυρίζω, τινάζεται ο μυελός
και δεν καταλαβαίνω
Ορφανός περνώντας στα ορφανά και ταξιδεύοντας

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2008

ΣΑΝΑΤΟΡΙΟ ΠΗΛΙΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΓΚΑΝΑ

Πέρασα προχθές στα ίδια βήματα του τόπου, του χρόνου έμοιαζε. Βρήκα τα βρύα, που μούλιασαν τα παιδικά μου χρόνια. Στάθηκα μ’ ένα κόμπο βροχής μέσα στο σύννεφο. Μνημόνευσα τον ιατρό Καραμάνη, την Αννα, τον Αγγελο Σικελιανό, τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη και τον Κωστή Παλαμά κι όσους ακόμα είδαν τα μάτια τους τούτη την εικόνα.



Τον ξέρω αυτόν τον τόπο,
ξαναπέρασα παιδί με το πουλάρι μου.
Εχουν άλλαξει όλα
Κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό.

Ξαπλώνω στο ψηλό χορτάρι,
άνοιξη και βροχή, δεν κλαίω.
Ας ξαναπέσουν όλα
στην πράσινη βουβή αγκαλιά.
Γυρίζω μπρούμυτα κι ακούω
το καπάκι τ΄ ουρανού που κλείνει

Σ’ αυτή την κιβωτό
είμαι το είδος δίχως ταίρι.

Μ.Γκανάς, Γυάλινα Γιάννενα, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1989

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2008

ΟΙ ΑΘΑΝΑΤΟΙ ΚΑΙ Ο ΑΜΝΟΣ

Εμείς οι αθάνατοι απόντες του Θεού στην απουσία του Θεού, εμείς τινάζουμε χαίτη, εν ταπεινότητι. Εμείς οι ενοχοποιούντες πάντας, αθώοι. Όχι ένοχοι δια Θεού αλλά στην απουσία του και στην μνήμη του, που ωστόσο δεν ανεχόμαστε στον κόσμο. Εμείς οι αθάνατοι στρογγυλεμένοι εις τους ωραίους κρημνούς των ονείρων μας, που μας οδηγούν τα μεσημεριανάδικα. Εκεί όπου ο καθένας γίνεται άλλος και ο άλλος κανένας. Εκεί όπου ο κατήγορος είναι κατηγορούμενος, θύτης και θύμα, κυνηγός και θήραμα, οι ρόλοι τέλος. Εκεί όπου σημεία επανεφευρίσκουν σημεία, συναντούν γωνίες και στρογγυλότητες, σμιλεύουν λέξεις από μάρμαρα. Εκεί στην μαύρη τρύπα της πατρίδας μου, που καμπυλώνει ακόμα και το φως. Ίσως μια ώρα ανύποπτη, άγνωστη ένα τεράστιο βέλασμα του αληθινού αμνού θα διαλύσει όλα τα αλφάβητα. Τότε θα δούμε πως θα φανείτε με το πραγματικό σας πρόσωπο. Ας θορυβηθείτε, αγαπητέ, αρκετά δεν κοιμηθήκατε μέχρι σήμερα;


Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ



Κοιτάζω. Πέτρα. Τα βουνά κοιτάζω

την πέτρα, τα σπίτια που χάνονται μαζί με τους ανθρώπους

τα σπίτια που κάποτε ήταν δροσερά γεμάτα ήλιους μικρούς

Ανάσες κι όνειρα κι ύστερα έρχεται η συκιά μέσα απ’ τα σπλάχνα τους

μιλάει παλιές ομίχλες και κείνο το βαρύ πάνω στο στήθος που μουδιάζει

Τώρα αρχίζει η εποχή του αχινού που ο καθείς μαζεύει τα λιγοστά γραμμάρια τις ευτυχίας του για να τοκίσει τις καλύτερες μέρες.

Όπου ο θα αφρίζει ο ανθός το ξανθό των ονείρων του

και πνέουσα η ψυχή θα βρίσκει φιλιά παλιά των Εσπερίδων

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2008

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ ΛΕΟΝΤΑΚΙΑΝΑΚΟ



Μνήμη 1

Σαν χάναμε τον ύπνο
μια στάλα αμαρτία
πίναμε στον ήλιο

Μνήμη 2

Η γυναίκα που με ζύγωσε
έκρυβε στο στήθος της
ένα ρόδο κόκκινο σπαρμένο

Κάποιες μικρές αγάπες κρατούν κεραυνό
το καλοκαίρι
και μου θυμίζουν του ματιού τα χίλια πουλιά
και τα σύμβολα των αιώνων

Μνήμη 3
Ο δρόμος που πήρες
περνάει από τις Μυκήνες
την αυγή = το δείλι να θυμάσαι

Είχα απομείνει να βλέπω τους σκεπασμένους
με λέξεις τοίχους
... συν ουλομένη αλόχω, συν ουλομένη αλόχω
και να μετρώ τα πλοία με τα ονοματά της
Κλυταιμνήστρα, Ορέστης, Ηλέκτρα και ένα
μικρό ανώνυμο
Την είδα ένα απόγευμα να ψωνίζει κόκκινα μαντήλια
και να γελάει
ισως ηταν η ομίχλη που χάθηκε

Ξύπνησαν οι μυγδαλιές
και τότε την εξέχασα

Εχει μείνει μονάχη στα χείλη η σκέψη του θρύλου
και οι κυριακάτικες φωνες των παιδιών
που χάσαν τους μπρούτζινους αγγέλους και βρήκανε το φόνο

Ω μη, μη τον ουρανό κοιτάτε
στα χέρια μέσα η αμαρτία και στον αγέρα

Κρύωνα και σκεπάστηκα με τούτους τους σπασμένους
στίχους
και μές στα μάτια Σας έψαξα να βρώ οτι μου είχαν πάρει

- Βρήκα τις κάρτες του Ορέστη
με τα κρυστάλλινα τοπία φτερούγες του χελιδονιού
κάποιες ροζ ανταύγειες από την Ουγγαρία και το Βιετνάμ
κι ενα γαλανό χαμόγελο από την Πράγα


Οι λεωφόροι γέμισαν με τους σταυρούς μας
παιδιά της Κλυταιμνήστρας
και του φωνογράφου
"Συνεφιασμένη Κυριακή" και κάποια αισθηματική ιστορία
παιδιά της Κλυταιμνήστρας

Λεοντακιανάκου Ι, Οι διάφανες συμφωνίες της Πέμπτης, εκδ. Διογένης, Αθήνα 1972

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2008

H ΝΕΟΤΗΣ ¨Η ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΑΣ




Όπου ‘χει σίδερο στην ώρα και υπομένει. Όχι της ύβρεως αλλά του αδιάφορου πως; Ταξίδι στους ίδιους δρόμους με άλλα πρόσωπα ο Γιάννης, η Μυρτώ, η Σταυρούλα κομπασμοί του ανεπιβεβαίωτου. Κλονιζόμαστε όταν.. Όταν ο κήπος αρχίσει να μην είναι η κατοικία της καρδιάς μας.. Τα ρέστα βολεύονται σε βελούδινες καρέκλες, όπως το πάθος μια συγκεκριμένης εποχής, που θέλει ούτως η άλλως να ονομάζεις «η νεότης». Μόνο μια στιγμή

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2008

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ



Η δύση τρώει ακόμα καθαρά τα δειλινά της. Είναι γραμμένο ότι ο κηπουρός θα βρει το χαμένο καράβι μέσα σε μυθικές φυτείες αγαπάνθων. Θέλω να πω ότι ο καθένας ακολουθεί το είδωλο της ζωής του ενώ η ζωή τον προσπερνά. Γι’ αυτό θεωρείς σημαντική την προάσπιση του χώρου σου γιατί γνωρίζεις καλά ότι δεν σου ανήκει. Θεωρείς σημαντική μια χούφτα γη, δυο τρεις λαμαρίνες, ένα σπίτι, το παιδί σου ακόμη γιατί το ξέρεις, πως εν τέλει, ούτε την ζωή σου κατέχει. Μόλις τότε χάνεσαι στο βάθος ενός καθαρότατου ουρανού, που ποτέ σου δεν ονειρεύτηκες.

και είσαι

σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά

τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από πού

να κοιτάξεις πρώτα

γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά

και το τιτίβισμα των πουλιών

θ’ αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά

και νότο

θ’ αδειάσουν τα μάτια σου από το φως της μέρας

πως σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια….. (Γ. Σεφέρης – Κίχλη)


ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ



Της Κυριακής ο αρχαιότερος λυγμός μοιάζει με αστερία θνήσκοντα
καταμεσίς του θέρους.
Σπαράγματα βρίσκονται παντού.
Κοιτάζουν τα δέντρα στα βουνά κι αναρωτιούνται
αν είναι η μοναξιά σ’ όλους τους κόσμους ίδια;
Από ψηλά η Κασσιώπη μιλά για αυτά που πέρασαν.
Μονάχα τα μάτια μας ελπίζουμε να είναι ανοικτά.
Να βλέπουνε τους δρόμους, που δεν τολμήσαμε να πάρουμε, να βλέπουνε τους δρόμους που δεν αναγνωρίσαμε.. Αυτοί οι ωραιότατοι δρόμοι
που δεν τολμήσαμε να πάρουμε.

Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2008

ΒΡΕΧΕΙ ΑΠΟ ΝΩΡΙΣ ΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ



Έπεσε βράδυ. Βρέχει από νωρίς στα ιστολόγια.

Πέφτουν οι λέξεις : νόστιμον ημαρ στην αγκαλιά του πουθενά εκεί που η πραγματική μας μάννα ταξιδεύει.

Έπεσε βράδυ και οι νταλίκες σκίζουν την εθνική με τον λυγμό του Καζαντζίδη

κι ύστερα πέφτουν για ύπνο σαν μωρά μέσα στα πάρκινγκ.


Βρέχει απόψε στην Κατερίνη, στο Λιτόχωρο εκεί που κάποτε ακούμπησαν τα μάτια μας και τώρα η άκρη του ονείρου, ξεραίνεται στο ξύσμα του χειμώνα.

Έπεσε βράδυ θα κλείσω την τσάντα μου, απόψε. Αύριο έχει σχολείο. Θα ξανάρθω ιδρωμένος με ξαναμμένα ποιήματα, να ξαναβρώ το δρόμου εκείνο τον πλατύ που ξεφορτώνουν τα μέλλοντα, με τόνους.


Έπεσε βράδυ και βρέχει από νωρίς στα ιστολόγια. Το παιδί στο λιμάνι ξεχωρίζει την σκουριά και την επιστρέφει λέγοντας «εγώ θα σπάσω στα δυο την μοναξιά».


Κι ένα καράβι από μακριά αρχίζει ένα ζεϊμπέκικο μακρύ στα ξυραφάκια.