Τρίτη, 12 Αυγούστου 2008

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ


Επιτέλους διακοπές. Τα λεφτά τέρμα. Όχι δεν ήταν λάθος έκφραση, ούτε στιγμή αγανάκτησης. Τα λεφτά τέρμα σημαίνει ότι ο Βασιλάκης ήτανε ταμίας και ότι για έντεκα μήνες είχε σχέση συνεχώς με τα λεφτά. Εκατομμύρια, δισεκατομμύρια ευρώ περνούσαν από το χέρι του Βασιλάκη καθημερινά. Είχε χάσει προ πολλού την αίσθηση του χρήματος. Δεν τον ένοιαζε. Και να έβρισκε κάποιο στο δρόμο δεν το σήκωνε. «Αμάν πια ρε Βασίλη με αυτά τα λεφτά σου. Παντού βρίσκω κέρματα. Πρόσεχε λιγάκι. Κοίτα εδώ» «Τι έγινε;» «Το πενηντάευρω, σου το έπλυνα. Πρόσεχε λιγάκι. Ταμίας είσαι» Ακριβώς αυτό ήτανε ταμίας διαλεχτός και αλάθητος. Ποτέ του δεν του είχε βγει λάθος. Ποτέ του. Και η συμπεριφορά του άψογη. Επί 15 χρόνια μετρούσε χρήματα. Έπαιρνε χρήματα. Έδινε χρήματα. Μετρούσε χρήματα. Έτρωγε χρήματα. Και αυτό είχε συμβεί.
Μια μέρα στην ώρα της δουλειάς παρήγγειλε ένα σάντουιτς. Το πήρε αλλά δεν του άρεσε και παρήγγειλε λιγάκι γαλοπούλα παραπάνω. Το έφερε το παιδί και το άφησε στο ταμείο δίπλα στα χρήματα. Χωρίς ο Βασιλάκης να κοιτάξει πήρε την γαλοπούλα. Έλα όμως που πάνω είχε καθίσει και ένα νόμισμα των 10 ευρώ. Οπότε έφαγε την γαλοπούλα μαζί με το δεκάευρω, το κατάλαβε όταν πλέον ήταν αργά. Αλλά τσιμουδιά. Κουβέντα πουθενά. Άλλωστε έτσι παθαίνουν όλοι οι επαγγελματίες. Και οι ζωγράφοι πίνουν χρώματα αντί για τον καφέ, και τα μαστόρια στα συνεργεία βάζουν, κατά λάθος, γράσο στο στόμα. Γιατί όχι και αυτός;
Αλλά τώρα τέρμα. Διακοπές. Είχε κλείσει ένα ξενοδοχείο στην Εύβοια. Κοντά στην Αθήνα ήτανε. Ωραία ακρογιαλιά. Έτσι έδειχνε στο Ιντερνετ. Ιδανικό για παιδιά. Θα παίρνανε μαζί και τον Χαρίλαο αυτή τη φορά. Και θα ξεκουραζότανε επιτέλους. Όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν τι έγινε; Σπουδές. Μετά σπουδές. Μετά σπουδές. Και ύστερα στρατό. Μετά εργασία άσχετη από τις σπουδές. Μετά πάλι σπουδές σχετικές με την εργασία. Μετά άλλη εργασία και μετά πάλι σχετικές σπουδές με την εργασία. Και οι σχέσεις; Αναβάλλονται επ’ αόριστον γιατί πώς να γίνουν σχέσεις με διαλείμματα; «Έλα την Τετάρτη τρεις και μισή το μεσημέρι έχω κενό μέχρι τέσσερις;» Έτσι έφτασε και αυτός στα σαράντα για να παντρευτεί, αφού είχε σιγουρέψει την θέση στην τράπεζα. Για να σιγουρέψουν εντελώς και τις οποιαδήποτε επαναστατικές εξάρσεις του έδωσαν και ένα παχυλώτατο δάνειο για να πάρει ένα μεγάλο σπίτι και εξασφάλισαν την δουλικότητα του για τα επόμενα δεκαπέντε τουλάχιστον έτη.
Έτσι γνώρισε την Φωτεινή, σε μια κηδεία. Ναι είχε πεθάνει ένας προϊστάμενος και αυτή ήταν συγγενής, καθώς ο αδελφός του ήταν ο παππούς του. Κλάμα η Φωτεινή. Τον έπιασε κι αυτόν η συγκίνηση, έκλαψε. «Συγγενής σας;» «Όχι προϊστάμενος μου, τι λέω, πατέρας μου, σχεδόν πατέρας μου» και μεγάλωσε ο λυγμός. Και μετά αρχίσανε τις γνωστές προτάσεις «τι είναι η ζωή;» «τίποτα δεν είμαστε ένα τίποτα είμαστε», όλα γενικά τα τετριμμένα εκείνα που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να επικοινωνήσουν χωρίς να ρισκάρουν τις προσωπικές τους απόψεις, αν βεβαίως διαθέτουν καθώς θεωρούνται και στις μέρες μας πολυτέλεια. Εν πάσει περιπτώσει, μετά την ανταλλαγή αυτών των κοινότυπων φράσεων είπε ο Βασιλάκης «δεν πάμε να πιούμε καλύτερα κάτι; Παρά να απομονωθούμε στα σπίτια μας. Πάμε εκεί που πήγαινε ο κύριος Περικλής το βράδυ με τους φίλους του;» «Δεν το πιστεύω ήξερες που πήγαινε ο παππούς μου;» «Και βέβαια, είχα πάει και γω κάποια φορά» Ενθουσιάστηκε η Φωτεινή και πήγανε στο παλιό το ταβερνάκι με την αυλίτσα και τα βαρελάκια που εκεί έβρισκε καταφύγιο κυρ Περικλής. Του είχανε πει να τα κόψει αυτά, αλλά αυτός είχε βρει τρόπο με κάτι φυσιοθεραπείες, που δεν μπορούσε ο φυσιοθεραπευτής παρά μόνο το βράδυ.
Εκεί πήγανε. Και καθίσανε. Και είπανε για τον παππού. Και είπανε για την ζωή. Και είπανε για το πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα. Και ήπιανε και κάτι παραπάνω και στο δρόμο πλησίασε ο ένας τον άλλον περισσότερο και τέλος πάντων ο Βασιλάκης μετά από δυο βδομάδες, όταν έμαθε ότι ο πατέρας της είχε ολόκληρο εστιατόριο και αρκετά λεφτά, δεν το σκέφθηκε καθόλου. «Γνωρίζω τα χρόνια πέρασαν, αλλά τι να κάνουμε, πρέπει να λαμβάνουμε πάντα υπόψη μας τις αντικειμενικές συνθήκες» Συμφώνησε ο πεθερός και γρήγορα μάλιστα γιατί το είχε πάρει σχεδόν απόφαση ότι θα του έμενε στο ράφι η Φωτεινούλα «Δυσκόλεψαν βρε παιδί τα πράγματα. Οι μισοί είναι γκέι και οι άλλοι μισοί απασχολημένοι. Που να παντρευτούν τα κορίτσια μας;» Και μετά ήρθε ο Χαρίλαος, έτσι το είπανε το παιδί, το όνομα του πεθερού. Τσιμουδιά δεν είπε ο Βασιλάκης γιατί είχε τσοντάρει στο σπίτι, και τι σπίτι μεζονέτα στην καλύτερη περιοχή της πόλης. Και ήρθε ο Χαρίλαος και συμπληρώθηκε η οικογενειακή ευτυχία. Για τρία χρόνια όμως δεν το είχανε κουνήσει ρούπι από το σπίτι. Που να πάνε; Ο Χαρίλαος δεν μπορούσε τα ταξίδια. Την προηγούμενη χρονιά η Φωτεινή ήταν σε κατάθλιψη δεν γινόταν. Όλα αυτά όμως τώρα δεν είχαν καμία σημασία. Τώρα μπροστά ήταν οι διακοπές.
Που θα πάνε, όμως. Τίποτα δεν είχε κλείσει. Δεν πειράζει. Κάτι θα έβρισκε μέσω internet. Το βράδυ που κοιμήθηκαν όλοι μπήκε και άρχισε να ψάχνει. Μόλις ξημέρωσε άρχισε να παίρνει τηλέφωνα. Οι πρώτοι τέσσερις γελάσανε. «Τώρα το θέλετε; Τον Οκτώβριο, κύριε περιμένετε τότε έχουμε ελευθερα». Σιγά – σιγά έφτασε στην εικοστή επιλογή που ήταν σε ένα κοντινό νησί – στην αρχή το είχε αποκλείσει – «έχουμε κύριε, ένα δυάρι ακόμα είναι ανοικτό για την περίοδο που ζητάτε». Μετά άρχισε η διαδικασία εξεύρεσης θέσης στο πλοίο, δεν ήταν δύσκολο υπήρχαν αρκετά. Ώρα αναχώρησης 6 το πρωί «για να κερδίσουμε τη μέρα» όπως είπε η γυναίκα του. Αλλιώς τα φαντάζονταν αυτός βέβαια. Ότι θα σηκωθεί, θα πιει τον καφέ του, θα ετοιμάσει τα πράγματα και κατά το μεσημέρι θα ξεκινήσει, αλλά δεν βαριέσαι. Τόσο άγχος τραβάει κάθε μέρα, ας τραβήξει και κάτι λίγο για τις διακοπές.
Φτάσανε πέντε και μισή. Το μωρό στην αγκαλιά κοιμότανε, ευτυχώς είχανε πάρει το καροτσάκι. Τρεις βαλίτσες και ένας σάκος. Θυμόταν από πού ξεκινούσε το πλοίο και περίμεναν υπομονετικά. Στις έξι παρά τέταρτο, ούτε κόσμο έβλεπε, ούτε και πλοίο. Ρώτησε έναν λιμενικό. «Α το αλλάξανε, εκτάκτως σήμερα. Ούτε ένα χιλιόμετρο δεν είναι. Και βέβαια, άμα κάνετε γρήγορα, προλαβαίνετε. Μπροστά λοιπόν, η γυναίκα με το καροτσάκι να ισορροπεί σε λακκούβες και σαμαράκια. Πίσω αυτός με δυο βαλίτσες στο αριστερό, μία στο δεξί και τον σάκο στο λαιμό, ασθμαίνοντας. Λακκούβα αριστερά, την απέφυγε, λακκούβα αριστερή, γλίτωσε με ένα σκαμπανέβασμα της βαλίτσας την τρίτη δεν την κατάλαβε και βρέθηκε με τις δύο βαλίτσες στο κεφάλι, την τρίτη στα γεννητικά όργανα και τον σάκο σαν μαξιλάρι. Εντωμεταξύ το παιδί είχε ξυπνήσει και είχε αρχίσει να κλαίει τρομαγμένο μετά από τόσο χτύπημα στις λακκούβες. Ο Βασιλάκης σηκώθηκε, η Φωτεινή εκνευρίστηκε ο Χαρίλαος έκλαιγε. «Τρέξτε για εισιτήριο, κλείνει η πόρτα» «Ωραία τα μαλλιά σου, καλέ, πως τα έκανες;» «Βρήκα ένα κομμωτήριο στην Καλλιθέα» «Με συγχωρείτε λέει ο Βασιλάκης, να βγάλω εισιτήριο που φεύγει το καράβι;» «Στην σειρά σας, κύριε» είπε η ταμίας φανερά εκνευρισμένη. «Έτσι που λες, και βέβαια πήγα στην αλυσίδα. Τι με νοιάζει εμένα που είναι αλυσίδα. Τέλεια τα κάνανε» «Μα τι λες τώρα θα σου πω μια μεγάλη αλήθεια, ποτέ δεν είχες τέτοιο μαλλί» «Θα φύγει το καράβι, σας παρακαλώ» μούσκεμα ο Βασιλάκης «Να περιμένετε, κύριε, στην ουρά σας. Θρασύτατος έχει γίνει ο κόσμος. Τι λέγαμε; Ο Παυλάκης που είναι;» «Χωρίσαμε, Καίτη, ξέρεις τώρα;» «Χωρίσατε; Δεν μου είχες πει τίποτα» «Κυρία μου θα φύγει το καράβι» «Σε παρακαλώ, περιμένετε την ουρά σας» «Άντε μωρέ γκιόσες, θα φύγει το καράβι» «Ποιος το είπε αυτό;» «Εγώ, κυρά μου, άντε μην έρθω και σας σπάσω τα μούτρα» Αγενής αλλά η σειρά κινήθηκε.
Άνοιξε το κινητό «Που είστε;» «Έλα Βασίλη, έχουμε ανέβει στο σαλόνι. Εσύ το έβαλες το αυτοκίνητο;» «Δεν είμαι μέσα, Φωτεινή» Παύση. Vox clamantis. «Φωτεινή» Την βρήκε το απόγευμα να κοιμάται. Είχε πάρε ηρεμιστικά και κοιμόνταν μαζί με το παιδί. Επιτέλους διακοπές, σκέφθηκε. Όταν ξύπνησε ήταν βράδυ. Δεν του μίλησε. «Θα πάμε να φάμε, κάτι;» είπε όσο ευγενικά μπορούσε. Έβαλε τα κλάματα. Βγήκε στην βεράντα και άναψε τσιγάρο. Κοίταξε από την βεράντα, έβλεπε τα απέναντι κτίρια. «Δεν βαριέσαι, σκέφτηκε» Και ο μικρός είχε ξυπνήσει λίγο αργά, βέβαια. Σηκώθηκε, του έκανε γάλα. Τον έντυσε. Η Φωτεινή μέσα στην τουαλέτα ακόμη. «Θα πάμε Φωτεινή;» Καμία απάντηση. Τελικώς μετά από δέκα λεπτά βγήκε.
«Κοίτα, τι ωραία. Δεκαετία του ‘60» Τω όντι ήταν. Τραπέζια με το ένα πόδι κουτσό, καρέκλες ψάθινες νοτισμένες από την αλμύρα και αυτές ωσαύτως με το ένα, ενίοτε δύο πόδια κουτσά, τραπεζομάντιλο κόκκινο σκάκι και το πεύκο να φτάνει ως τη θάλασσα. Η Φωτεινή μούγκρισε, σημάδι ότι είχε αρχίσει να ξεπερνάει τα νεύρα, αλλά όχι τελείως. Καθίσανε ο Χαρίλαος κοιμότανε ακόμη στο καροτσάκι. Ήρθαν τα φαγητά, ήρθαν και τα κρασιά και μεράκλωσε ο Βασίλης «Πούσαι παιδί, βάλε και μια μπουκάλα ακόμη». Ξύπνησε ο Χαρίλαος. Σηκώθηκε και έτρεχε η Φωτεινή. Κι έτρεχε ο Χαρίλαος, έτρεχε η Φωτεινή, έπινε ο Βασίλης. «Βρε όρθιο γομάρι. Γι’ αυτό ήρθαμε διακοπές; Για να τρως και να πίνεις και να κάθομαι να τρέχω εγώ για το παιδί. Είναι και δικό σου το παιδί, μην το ξεχνάς.» Πάει το κρασί, πάει το φαΐ πάνε και τα μεράκια, έτρεχε πίσω από το Χαρίλαο, ασθμαίνων.
Στην αρχή απέδωσε την ζάλη στο γεγονός ότι είχε φάει και είχε πιει απότομα. Κατόπιν απέδωσε τους εφιάλτες στο γεγονός ότι είχε άγχος. Έπειτα απέδωσε την δυσφορία στο ότι δεν είχε συνηθίσει το δωμάτιο. Κατά τις τρεις τα χαράματα όλες οι δικαιολογίες τελείωσαν στην τουαλέτα. Διάρροια. Εμετός. Πυρετός = δηλητηρίαση. Η διάγνωση είχε γίνει αλλά την μέθοδο να σταματήσει αυτό δεν το ήξερε. Αυτό που ήξερε πως έπρεπε να κάνει ησυχία να μην ξυπνήσει την Φωτεινή. Εγκαταστάθηκε στην τουαλέτα. Κοίταζε το ταβάνι. Οραματίζονταν αυτά που είχε να κάνει. Ο πόνος όμως ήταν αφόρητος. Η ζάλη μοναδική. Πήγαινε στην τουαλέτα. Μετά στον νιπτήρα. Καθόταν για λίγο στο καπάκι της τουαλέτας και πάλι από την αρχή. Σσσστ άκουσε την Φωτεινή από μέσα. Πάει να σηκωθεί, ζαλίζεται. Πιάνει την κουρτίνα του μπάνιου και πέφτει μαζί της…
«Μα τι έπαθες, χριστιανέ μου νυκτιάτικα» την άκουσε να λέει. Μόνον αυτό μετά μια σκοτοδίνη και τέλος. «Έλα Βασιλάκη μου, έλα» άκουσε να του λέει από πάνω του. «Βγες έξω» φώναξε και όρμηξε μια στην λεκάνη και μια στον νιπτήρα. «Να καλέσω γιατρό;» «Που θα τον βρεις;» Ξύπνησε ο Χαρίλαος «μπαμπά» «Μπαμπάκια Χαρίλαε, κοιμήσου» Ο ύπνος τον βρήκε στα πλακάκια της τουαλέτας. Έξω είχε ξημερώσει.
Η δεύτερη μέρα πέρασε στον κρεβάτι με τον Χαρίλαο να χοροπηδάει πάνω στην κοιλιά του. Με την αφυδάτωση που έπαθε ούτε να σηκωθεί δεν μπορούσε. Ήταν μια υπέροχη κατά τα άλλα μέρα, τόσο υπέροχη που δεν κατάλαβε καθόλου ούτε πώς πέρασε, ούτε πως ήρθε η νύχτα. Ευτυχώς ο Χαρίλαος κοιμήθηκε νωρίς και η Φωτεινή γκρίνιαξε λιγότερο.
Την άλλη μέρα σηκώθηκε φρέσκος από ένα πολύωρο ύπνο. Βγήκε έξω και περπάτησε στο γρασίδι. « Αυτές είναι διακοπές. Από σήμερα θα περάσουμε διακοπές» Διάβασε το χάρτη και σκέφθηκε ότι το καλύτερο ήταν να πάνε κάπου μακρινά, σε εξωτική παραλία, να χτυπάει το κύμα στα πόδια και στα πεύκα, να γλύφουν τα βοτσαλάκια την αρμύρα. «Όλοι στο αυτοκίνητο» φώναξε. Κι επιτέλους το χαμόγελο είχε γυρίσει στα χείλη όλων. «Ξέρεις που πάμε, Βασιλάκη;» Και πήραν τον πρώτο χωματόδρομο και φτάσαν σε μια διακλάδωση, και βγήκε ο Βασιλάκης ξύνοντας το κεφάλι. Και πήγαν δεξιά, μετά αριστερά. «Σταμάτα για λίγο, ζαλίστηκε το παιδί» και ξανά πάλι μέσα «αργούμε πολύ;» Η Φωτεινή είχε αρχίσει να συννεφιάζει. «Όχι, όχι φτάνουμε, φτάνουμε» και να «εκεί μετά το βουνό» και μετά το βουνό ήταν κι άλλο βουνού και είχανε περάσει δυο ώρες και στένευε ο δρόμος κι άνθρωπο δεν βρίσκανε και βουνά ήταν τριγύρω. «Βασίλη, γυρνάμε πίσω αμέσως τώρα.» έκανε η Φωτεινή. Μια κουβέντα ήταν. Που να στρίψει. Ίσα, ίσα που χωρούσε δίπλα από τη μία βουνό, από την άλλη χαράδρα. «Να βρω ένα πλάτωμα και γυρίζω» και πήγαινε και ανέβαινε και πήγαινε. Στόπ… Ναι στόπ. Ο δρόμος κοβότανε, ξαφνικά. Βγήκε έξω και άναψε τσιγάρο «Φωτεινή πρώτον μην φωνάζεις, δεύτερον πρέπει να σκεφτούμε ψύχραιμα και λογικά. Πρώτον πρέπει να γυρίσουμε πίσω με το αυτοκίνητο γιατί πως αλλιώς θα πάρουμε το παιδί; Δεύτερον δεν μπορούμε να γυρίσουμε. Τρίτον τι κάνουμε;» Μία λύση υπήρχε. Όπισθεν. Όπισθεν με προσοχή μην πέσουν και στο γκρεμό.
Είχε φτάσει το βράδυ όταν κατάφεραν να γυρίσουν το αυτοκίνητο. Η Φωτεινή είχε πάθει υστερία. Ο Χαρίλαος είχε πάθει υστερία. Αυτός συγκρατιόνταν να μην πάθει υστερία. Έτσι όταν είδε από μακριά τη καλύβα, πήρε θάρρος. Χτύπησε την πόρτα, κανείς. Ξαναχτύπησε, κανείς. Την έσπρωξε κι άνοιξε. Είχε ένα τζάκι. Δυο κρεβάτια και κάτι παλιόρουχα παρατημένα. «Εδώ θα μείνουμε για βράδυ κι αύριο έχει ο Θεός» Σε μια γωνιά βρήκε κάτι ντομάτες και παξιμάδια. Έφαγε ο Χαρίλαος και τα παξιμάδια και την ντομάτα και σταμάτησε να κλαίει. Ευτυχώς είχε νερό. Την έπεσαν όπως όπως για ύπνο.
«Τιστι ισεις ρε;» Ξυπνήσανε με μια αγριοφωνάρα κι ένα δίκαννο στο κεφάλι τους. «Τι ιστι σεις ρε;» «Να σας εξηγήσω, έκανε ο Βασιλάκης, και μόλις είδε ο άλλος το παιδί ηρέμησε κάπως. Του εξήγησαν. Τον ρώτησαν για το δρόμο, τους εξήγησε. «Θα τα ξαναπούμε, παππού, θα ρθούμε ξανά»
Το μεσημέρι φτάσαν ξανά στο ξενοδοχείο. « Που είστε κύριε Αργυρίου, σας ψάχναμε όλη τη μέρα σήμερα, ανησυχήσαμε. Είχατε και ένα επείγον τηλεφώνημα από τον αδελφό σας»
«Βασιλάκηηηηηηηηηηη μου, την χανουμεεεεεε, την χάνουμεεεεεε Βασιλάκη μουουουουου» « Τι έγινε βρε Τάνια;» είπε την νύφη του. «Η μάννα σου Βασιλάκη, δεν είναι καλά» «Τι λες μωρε Τάνια, τι έπαθε;» «Κίτρινη σαν το λεμόνι Βασιλάκη. Στο νοσοκομείο Βασιλάκη» «Τι λες μωρέ, εγώ είμαι διακοπές» «Διακοπέεεεες; Κι η μάνα σου Βασιλάκη; Η μάννα είναι μόνο μία» «Πρέπει να φύγουμε Φωτεινή, εκτός κι αν θέλεις να μείνεις μόνη σου εδώ πέρα» «Μόνη με το παιδί, ούτε να το διανοηθείς. Δεν θέλω»
Έφτασαν ξημερώματα στην Αθήνα. Τους πηγαίνει στο σπίτι και τρέχει στο σπίτι της μητέρας του. Χτυπάει και του ανοίγει. «Τι έγινε ρε μάνα;» «Αστα Βασιλάκη, κόντεψα να πεθάνω» «Τι ήταν ρε μάνα;» «Δηλητηρίαση, Βασιλάκη, δηλητηρίαση» «Και με γυρίσατε πίσω μωρέ για μια δηλητηρίαση; Είστε τρελοί;» «Την μάννα Βασίλη, ποτέ δεν την λένε έτσι, Βασίλη. Στην εντατική κόντεψα να φτάσω. Τι να σου κάνει ο αδελφός σου τα έπαιξε» Τι να πει τώρα στη Φωτεινή; Ότι δεν ήταν τίποτα; Κι αν αύριο ερχότανε να την δει; Τι να πει; Ωπ… μικρό εγκεφαλικό.. που δεν άφησε κανένα σημάδι. Αυτό ήταν. «Την καημένη Φωτεινή. Βρήκα τον γιατρό. Ευτυχώς που την προλάβαμε μου είπε. Ευτυχώς. Για δευτερόλεπτα, το καταλαβαίνεις; Εντατική όλο το βράδυ και το πρωί πήρε εξιτήριο. Εγκεφαλικό. Θα την προσέχουμε στο σπίτι. Θα πηγαίνω εγώ, ο αδελφός μου η Τάνια» «Αύριο θα πάω και γω να την δω» «Όχι βρε Φωτεινή, δεν είναι ανάγκη τις πρώτες μέρες, Πάς μετά. Θα πάρουμε και το παιδί μαζί μας. Να αναρρώσει κάπως. Καταλαβαίνεις;»
Το μεσημέρι πήγαινε σε ένα ιντερνετ καφέ να δικαιολογήσει τις απουσίες του, καθώς η Φωτεινή ήξερε πως πήγαινε στην μάννα του. Ευτυχώς είχε κλιματισμό και δεν έσκαζε, αλλιώς;
Ευτυχώς πέρασαν οι μέρες και γύρισε στην δουλειά. Όταν πήγε την πρώτη μέρα είχε μια χαρά, έλαμπε ολόκληρος. «Πως ήταν οι διακοπές Βασιλάκη;» «Τώρα αρχίζουν οι διακοπές, φιλαράκο» είπε «τώρα αρχίζουν»

Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2008

Η ΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΜΑΣ



Μετά από καλοκαιρινή ραστώνη, η επάνοδος. Κυρίαρχη συζήτηση «οι διακοπές» «πήγες διακοπές» «θα πας διακοπές» «πως τα πέρασες τις διακοπές» «τελείωσες τις διακοπές». Και αυτοί που εργάζονται βρίσκονται κάτω από αυτό το πρίσμα. Αισθάνονται να μειονεκτούν ως άνθρωποι που δεν μπορούν να πάνε διακοπές. Και αυτό συμβαίνει για λόγους οικονομικούς. Κάτι τα δάνεια, κάτι το «όλα σε ένα νοικοκυρεμένα» δεν υπάρχει πλέον περιθώριο. Δημιουργήθηκαν έτσι οι νέο-σκλάβοι, οι οποίοι υπέγραψαν οι ίδιοι την εθελούσια δουλεία τους. Βέβαια δίνεται η δυνατότητα το «διακοποδάνειο», το οποίο πηγαίνει το μεγαλύτερο μέρος να ξεχρεώσει τις προηγούμενες οφειλές και κατά δεύτερον να αφήσει κάποια περιθώρια καμιάς εβδομάδας σχόλης.
Και γιατί είναι τόσο αναγκαίες οι διακοπές; Μα για ένα απλό λόγο. Η καθημερινότητα είναι η χειρότερη δουλεία που έχει εμφανισθεί ποτέ στην ανθρωπότητα. Αν οι δούλοι ζούσαν με τις σημερινές συνθήκες τότε θα είχαμε κάθε μέρα Σπάρτακους. Η διαφορά είναι, όπως είπαμε ότι την δουλεία την επιλέγουμε μόνοι μας, ενώ τότε ήταν επιβεβλημένη. Οι διακοπές είναι η ψευδαίσθηση της ελευθερίας, που κανονικά θα έπρεπε να απολαμβάνουμε ως ελεύθεροι άνθρωποι.
Κατ’ τα άλλα σήμερα ορατές θα είναι οι Περσίδες που θα πέσουν από τον ουρανό. Αλλά επειδή έχουμε ξεχάσει να παρατηρούμε λίγοι θα δούνε τα αστέρια να πέφτουν σαν βροχή. Και θυμάμαι παλιά μας έλεγαν να κάνουμε μια ευχή. Τώρα το καταλαβαίνω ότι είχαν δίκαιο αν προλάβεις να κάνεις μια ευχή την ώρα που βλέπεις το αστέρι να πέφτει τότε αυτή η ευχή είναι η αληθινή.
Ας είναι…