Τρίτη, 8 Ιουλίου 2008

ΞΕΝΟΙ

Έτσι λοιπόν, καλοκαίρι. Που βραχύνεται η σκέψη χωρίς σκιά σε αυτόν τον μοναδικό χώρο όπου η ελιά ως πανάρχαιος λόγος καταπίνει τον ήλιο και τον παραδίδει αφρώδη γεμάτο ύπαρξη φωτεινή. Σε αυτό το παιγνίδι του φωτός συμμετέχει ολόκληρη η ύπαρξη, η τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε. Αν ένα κομμάτι της βγει έξω τότε όλα γίνονται φλόγα μη διαχειρίσιμη, σαν την ζωή που σου ξεφεύγει έτσι ώστε το ξέρεις ότι πράγματι ζεις στα διαλείμματα εκεί που φαινομενικά δεν συμβαίνει τίποτα. Κι αυτό είναι το καλοκαίρι η ανυπαρξία του είναι, ο τρόπος για να καταφάσκεις στο αιώνιο παρών. Και από αυτή την ανυπαρξία του είναι περνάς στην μετοχή αλλά σε κάτι μεγαλύτερο κι από μη ον το κενό σου ταυτίζεται με το όν, καθώς τίποτα κενό δεν υπάρχει στην φύση.
Κλέβοντας ασύστολα λοιπόν : « Η τραγικότητα του Μεσογειακού ήλιου έχει κάτι διαφορετικό από την τραγικότητα της ομίχλης. Έρχονται στιγμές που πάνω στη θάλασσα και στους πρόποδες των βουνών, η νύχτα πέφτει μέσα στην τέλεια καμπύλη ενός μικρού κόλπου. Υψώνεται τότε από τα σιωπηλά νερά μια πλησμονή γεμάτη αγωνία. Σε αυτά τα μέρη μπορείς να καταλάβεις πως αν οι Ελληνες άγγιξαν την απελπισία το κάναν πάντα με την συνδρομή της ομορφιάς, και η ομορφιά αποκτούσε τότε μια δύναμη καταπιεστική. Μέσα σε αυτή την χρυσωμένη δυστυχία, η τραγωδία θριαμβεύει. Αντίθετα η εποχή μας εξέθρεψε την απόγνωσή της μέσα στην ασκήμια και την αναστάτωση» (Albert Camus, Το καλοκαίρι, εκδ. Δωδώνη, μετ. Φ. Κονδύλης) Το καλοκαίρι είναι ζεστό γιατί πλέον είναι άτεχνο, δεν έχουμε να του υποβάλλουμε ερωτήματα. Το καλοκαίρι είναι ξένο προς εμάς, γιατί το σώμα μας δεν συμμετέχει στις εποχές, στο χώμα και στην γη. Στον Οδυσσέα προσφέρεται , στην επίσκεψή του στην Καλυψώ, «η δυνατότητα να διαλέξει ανάμεσα στην αθανασία και στην γη της πατρίδας. Διαλέγει την γη της πατρίδας και μαζί με αυτή τον θάνατο» Εμείς επιλέξαμε κι όλας την αθανασία, την Πέμπτη εποχή, όπου δεν υπάρχουν καλοκαίρια αλλά η θερμοκρασία του κλιματιστικού. Και επιλέγοντας τα μείναμε χωρίς την πατρίδα γη ή την γη της πατρίδας. Περιφερομάστε ασκεπείς κάτω από τον καυτό ήλιο χωρίς πατρίδα, ξένοι από την γη μας και από το ίδιο μας το σώμα, ξένοι.