Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2008

Ο ΜΙΚΡΟΣ....Ο ΜΕΓΑΣ

Πως σκέφτεται ο άλλος; Μπορώ να καταλάβω τον μηχανισμό της σκέψης του; Λένε ότι υπάρχει ένας «άλλος εγκέφαλος» στην κοιλιά μας. Πως «σκέφτεται» αυτός ο εγκέφαλος ; Επίσης θεωρούν ότι οι απολήξεις των νευρώνων στην περιοχή της καρδιάς επίσης δημιουργούν και παράγουν χημικά αποτελέσματα που επιδρούν στις σκέψεις, είναι δηλαδή ένας άλλος εγκέφαλος; Κι αφού δεν μπορώ να καταλάβω το σώμα μου πως σκέφτεται πως μπορώ να καταλάβω πως παράγεται η σκέψη του άλλου; Κι αν κατεβούμε στον μικρόκοσμο μήπως μπορώ να καταλάβω πως σκέφτεται μια κοινωνία μυρμηγκιών; Να καταλάβω τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο μια κοινωνία μελισσών; Πως βλέπει τις κινήσεις ο σκύλος μου, αφού η ανθρώπινη νοημοσύνη είναι μόνο ένα κομμάτι της νοημοσύνης του κόσμου; Και η θάλασσα επίσης διαθέτει νοημοσύνη; Και αν ο αέρας, τα δέντρα, τα πουλιά έχουν μια νοημοσύνη που έχει μάθει τόσα χρόνια να συνεργάζεται και να δημιουργεί και μόνο η ανθρώπινη νοημοσύνη να είναι εκτός μη συνεργάσιμη, καταστρεπτική, διαλυτική, μία εν τέλει σχετική νοημοσύνη;.
Ας προχωρήσουμε και σήμερα στις σπουδαίες δουλειές μας με το γκάζι του αυτοκινήτου κολλημένο στο πάτωμα, γιατί είμαστε «Κύριοι» και βιαζόμαστε. Τόσο «Κύριοι» που ούτε καν τη στιγμή που ζούμε δεν μπορούμε να τη ζήσουμε καθώς σκεφτόμαστε πάντα ή στο παρελθόν ή στο μέλλον.
…ξημερώνει, βραδιάζει
χάιντε, χάιντε, ο καιρός περνάει
(Μ. Μέσκος «Μαύρο Δάσος»)

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2008

Η ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΚΑΙ Ο ...... ΜΗΤΣΟΣ




Μια φορά κι έναν καιρό ένας «κατά φαντασίαν» ιππότης ξεκίνησε από ένα χωριό της Ισπανίας για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον κόσμο. Μαζί του και ένας κακομοίρης που τον λέγανε Σάντσο Πάντσα, που ήξερε ότι ο Κιχώτης δεν ήταν ιππότης, αλλά σκέφτηκε: « δεν βαριέσαι και οι άλλοι, που λένε, ότι είναι, μήπως, είναι; Και στο κάτω- κάτω της γραφής εδώ που κάθομαι τι κάνω;» Αυτά λέει το βιβλίο και τα βιβλία εδώ ακριβώς είναι χρήσιμα όταν δηλαδή, μας δίνουν τις αναλογίες για να μπορέσουμε να χαρτογραφήσουμε την ζωή μας. Η υπόθεση εργασίας αυτή μας χάρισε ένα από τα μεγαλύτερα μυθιστορήματα, το οποίο σηματοδοτεί και μία καμπή. Αν μέχρι τότε πιστεύαμε ότι ζούμε τη ζωή μας σύμφωνα με κάποια πρότυπα που εμείς συνειδητά έχουμε φτιάξει με τον «Δον Κιχώτη» γνωρίζουμε ότι πολλές φορές τα συνειδητά αυτά πρότυπα δεν είναι παρά ασυνείδητες μιμήσεις.
Βεβαίως η ιστορία του περιπλανώμενου ιππότη μας συγκινεί ακόμα, βαθύτατα καθώς σε πολλές περιπτώσεις έχει σημαντικές αναλογίες στην καθημερινότητα μας. Όπως για παράδειγμα το ταξίδι της Αργούς που ξεκίνησε από το Βόλο στις 14 Ιουνίου. Το θέμα της Αργοναυτικής Εκστρατείας είναι αρκετά ενδιαφέρον και αυτό φαίνεται με την συγκίνηση που προσέφερε στον Απολώνιο τον Ρόδιο, διευθυντή της μεγάλης βιλιοθήκης της Αλεξάνδρειας έτσι ώστε να συγκεντρώσει όλα τα υπάρχοντα τότε γραπτά και να συνθέσει την ιστορία της.
Η περίπτωση της απλής μυθολογικής αφήγησης απορρίπτεται καθώς σήμερα γνωρίζουμε ότι στη μυθολογία αποτυπώνονται πραγματικές καταστάσεις. Ο κ. Άγγελος Ψιμόπουλος ερευνώντας τα κείμενα έχει προτείνει μια διαφορετική ερμηνεία όπου τοποθετεί την Κολχίδα στην Κίνα και όπου οι Αργοναύτες σε μια οργανωμένη αποστολή από την Ελλάδα προσπαθούν να αποσπάσουν το μυστικό της καλλιέργειας του μεταξιού, πραγματικό χρυσάφι για το εμπόριο της εποχής (Το βιβλίου του κ. Ψιμόπουλου το οποίο βασίζεται στα αρχαία κείμενα δεν έτυχε ούτε σχολιασμού, ούτε προξένησε κάποιο συνέδριο ώστε να μελετηθεί και να απαντηθεί κατάλληλα. Επιλέχθηκε το καταλληλότερο για επαρχιακή πόλη «ότι είναι διαφορετικό από αυτά που πιστεύουμε εμείς το κρύβουμε και δεν το συζητάμε» όπως ακριβώς έκανε και ο Προκρούστης με το κρεβάτι του μέχρι να τον κάνει ο Θησέας κοροΐδο αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία)
Ο Robert Graves στο βιβλίο του «Ο Ηρακλής ο συνταξιδιώτης μου» δίνει μια διαφορετική εξήγηση στο μύθο ανάγοντας τον στην διαμάχη των θεοτήτων και των ανάλογων πολιτιστικών επιλογών που επικρατούσαν τότε στον ελλαδικό χώρο. Από τη μια μεριά η γηγενής λατρεία της γυναικείας θεότητας γνωστή ως «τριπλή θεά» και από την άλλη η καινούργια «θρησκεία» , το ανδροκρατούμενο δωδεκάθεο. Μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση αλλά βέβαια, ειδικά αυτή δεν δίνει καμία ώθηση για επανάληψη του εγχειρήματος. Πάντως και στις δύο περιπτώσεις οι Αργοναύτες φαίνεται ότι είχαν έναν σκοπό, να πάρουν το χρυσόμαλλο δέρας, σήμερα αν ήθελαν πλήρωναν κάτι παραπάνω ή σε μίζες η στην μαφία και το πρωί θα το είχαν στο σπίτι τους με κούριερ. Έτσι βέβαια εγείρεται το ερώτημα: αφού λείπει ο σκοπός τι το θέλουμε το ταξίδι; Γιατί χωρίς σκοπό δεν το λες πλέον «Αργοναυτική εκστρατεία» αλλά «Αργοναυτική Κρουαζιέρα» κι αντί «Αργώ» το λες «Πλοίο της Αγάπης» για να θυμόμαστε το πρόσφατο καΐκι στον Πηνειό.
Θα μου πεις και πάλι ότι όλο αυτό το εγχείρημα στήθηκε για να προσελκύσουμε τους τουρίστες εν όψει των Μεσογειακών και μην την πατήσουμε όπως με τους Ολυμπιακούς, που τους κάναμε εδώ και αυτοί πήγαιναν στην Τουρκία, οι απληροφόρητοι. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση ο συνειρμός είναι μάλλον αφελής γιατί το βλέπουνε οι τουρίστες και καταλαβαίνουν ότι άμα έρθουν στην Ελλάδα «κουπί» θα τραβήξουνε. Άλλωστε είναι ευρέως γνωστό ότι στην χώρα μας κάνεις διακοπές με δική σου ευθύνη. (Εμείς οι γηγενείς ξέρουμε πολύ καλά, ότι ζούμε εδώ με δική μας ευθύνη, γι’ αυτό και ξέρουμε ότι κάθε μέρα έχουμε πέντε νεκρούς από δυστυχήματα και δεν μιλάμε.)
Το κόστος του εγχειρήματος, αυτής της τέλος πάντων εκστρατείας, κόστισε πάνω από 2 εκατομμύρια ευρώ. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι με αυτά τα χρήματα θα μπορούσαμε να φτιάξουμε ένα μεγάλο μεσογειακό θεσμό όπως ένα Μεσογειακό Φεστιβάλ Θεάτρου, η Μεσογειακή Συνάντηση Μουσικής ή ακόμα ένα Μεσογειακό Φόρουμ Δημοσιογράφων και πολλά άλλα που και τουρισμό θα μας έφερναν και δεν θα μας πρόβαλλαν διεθνώς σαν κωπηλάτες της ματαιότητας.
Βέβαια όπου και να απευθύνθηκα λέγοντας όλα αυτά με κοίταξαν περίπου ως μιαρό, ως άνθρωπο κατωτάτης υποστάθμης που βάλλει κατά του «οράματος της πόλεως» και επειδή στις επαρχιακές πόλεις η οποιαδήποτε αντίρρηση κατά της δεσπόζουσας ιδεολογίας είναι καταδικαστέα και προκαλεί αντιδράσεις όπως αυτή της Ιεράς Εξέτασης για την κίνηση της γης, αποφάσισα να συνταχθώ με το σχέδιο και θα προσπαθήσω μάλιστα να επαυξήσω την συλλογιστική του. Εκτός από την Αργοναυτική Εκστρατεία έχουμε – ακόμα – ανεκμετάλλευτο τον Τρωικό Πόλεμο. Γιατί δεν τον αναβιώνουμε; Τι χρειάζεται; Μια ωραία – από καλλιστεία τουλάχιστον – που κάποιος θα την κλέψει – τάχαμου – και εμείς θα πάμε να την σώσουμε (τάχαμου που είναι η ελληνική λέξη του role play). Θα γίνει και πόλεμος με αυτά τα χρωματιστά μπαλάκια (paint ball) θα φτιάξουμε και Δούρειο ίππο, μια χαρά Troyland.
Η ακόμα θα μπορούσαμε να αναβιώσουμε την Οδύσσεια, που έχει αποδειχθεί ότι δεν «έπαιξε» μόνο στο ελληνικό έδαφος αλλά μπορεί να συγκινήσει και Ευρωπαίους χορηγούς.. Τώρα θα μου πεις που θα βρούμε Οδυσσέα να κάνει να γυρίσει στο σπίτι του δέκα χρόνια; Και άντε πες ότι τον βρήκαμε σιγά μην βρει, αυτός, καμιά Πηνελόπη να το περιμένει; Το γνωρίζω ότι είναι δύσκολο αλλά και στην Αργοναυτική μήπως βρήκαμε Ηρακλή , Ιάσωνα και Ορφέα; Πάλι ο Μήτσος, ο Κώστας κι ο Χάρις την κάνουν την δουλειά.
Είμαι σίγουρος ότι άμα καθίσουμε και τα βάλλουμε κάτω τα πράγματα έχουμε να βρούμε πολλές εκστρατείες να κάνουμε. Στο κάτω – κάτω αυτή η εποχή δεν κυνηγάει τίποτα παραπάνω εκτός από τη ματαιότητά της. Η Το ελληνικό έθνος δεν συγκλονίζεται με τίποτα παραπάνω εκτός από την συγκίνηση που προσφέρει η «Μαρία η Ασχημη» κάθε απόγευμα. Και συγχρόνως επαίρεται κι όλας που είχε προγόνους τον Πλάτωνα και τον Σωκράτη ενώ οι μισοί συμπατριώτες μας – σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΚΕΒΙ- είναι λειτουργικά αναλφάβητοι.
Μια φορά κι έναν καιρό, που λέτε, ήταν ένας περιπλανώμενος ιππότης που τον λέγανε… Μήτσο.

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008

Τ' ΑΥΡΙΑΝΑ ΜΟΥ ΜΑΤΙΑ



Τώρα κοιτάζω το σκοτάδι
στ’ αυριανά μου μάτια θα ‘ρθεί ένα πεζούλι
μια θάλασσα θα ‘ρθει, με δυο δελφίνια.
Ένα του διάφανου να πληρωθεί με ήλιο
και τα’ άλλο να περάσει μες στα δάχτυλα την πόλη.

Τα αυριανά μου δόντια να γράψουν, θέλω,
στη φλούδα του μήλου
τα’ αληθινό μου όνομα, το πρόσωπο.
Να σπάσουνε τα χιόνια από τα πόδια
κι ανέστιος στο πρωινό να ξεκινήσω.

Τώρα ακούω ύπνο
κατεβαίνει και με βρίσκει στ΄ όνειρο,
λέξεις που γράφουν κύτταρα
με πάνε μες στο μυελό, άκρη της μήτρας
παντοτινά ο κήπος μιας Εδέμ, με χελιδόνια
κι ένα ανοιχτό φωνήεν, δυο κύματα
που βρίσκουν την ανάσα Πλατυτέρας.

Το βράδυ, τότε, γεμίζει με τραπέζια
κι ακούω ήχους Κυριακής με ένα πανέρι φρούτα
ξαπλώνω Μάη και Λαμπρή, ένα ποτήρι
γεμάτο διαφάνεια, γεμάτο αυλές με παιδικά ματάκια.

Κοιτάζω τώρα το σκοτάδι,
στα αυριανά μου μάτια
ξαπλώνει αυγερινός
μια χούφτα αστέρια
καθαρότατα
άστρα.


Το ποιήμα αυτό γράφτηκε λίγο πριν την γέννηση του γιού μου, κάποια χρόνια πριν. Ημέρα γεννεθλίων του πιστεύω ακράδαντα πρώτα ότι τα καλύτερα δεν έχουν έρθει ακόμα για κανένα και οτι κάθε παιδί συμπυκνώνει την ελπίδα για τον μέλλον όλων των ανθρώπων.

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2008

ΞΕΝΟΙ

Έτσι λοιπόν, καλοκαίρι. Που βραχύνεται η σκέψη χωρίς σκιά σε αυτόν τον μοναδικό χώρο όπου η ελιά ως πανάρχαιος λόγος καταπίνει τον ήλιο και τον παραδίδει αφρώδη γεμάτο ύπαρξη φωτεινή. Σε αυτό το παιγνίδι του φωτός συμμετέχει ολόκληρη η ύπαρξη, η τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε. Αν ένα κομμάτι της βγει έξω τότε όλα γίνονται φλόγα μη διαχειρίσιμη, σαν την ζωή που σου ξεφεύγει έτσι ώστε το ξέρεις ότι πράγματι ζεις στα διαλείμματα εκεί που φαινομενικά δεν συμβαίνει τίποτα. Κι αυτό είναι το καλοκαίρι η ανυπαρξία του είναι, ο τρόπος για να καταφάσκεις στο αιώνιο παρών. Και από αυτή την ανυπαρξία του είναι περνάς στην μετοχή αλλά σε κάτι μεγαλύτερο κι από μη ον το κενό σου ταυτίζεται με το όν, καθώς τίποτα κενό δεν υπάρχει στην φύση.
Κλέβοντας ασύστολα λοιπόν : « Η τραγικότητα του Μεσογειακού ήλιου έχει κάτι διαφορετικό από την τραγικότητα της ομίχλης. Έρχονται στιγμές που πάνω στη θάλασσα και στους πρόποδες των βουνών, η νύχτα πέφτει μέσα στην τέλεια καμπύλη ενός μικρού κόλπου. Υψώνεται τότε από τα σιωπηλά νερά μια πλησμονή γεμάτη αγωνία. Σε αυτά τα μέρη μπορείς να καταλάβεις πως αν οι Ελληνες άγγιξαν την απελπισία το κάναν πάντα με την συνδρομή της ομορφιάς, και η ομορφιά αποκτούσε τότε μια δύναμη καταπιεστική. Μέσα σε αυτή την χρυσωμένη δυστυχία, η τραγωδία θριαμβεύει. Αντίθετα η εποχή μας εξέθρεψε την απόγνωσή της μέσα στην ασκήμια και την αναστάτωση» (Albert Camus, Το καλοκαίρι, εκδ. Δωδώνη, μετ. Φ. Κονδύλης) Το καλοκαίρι είναι ζεστό γιατί πλέον είναι άτεχνο, δεν έχουμε να του υποβάλλουμε ερωτήματα. Το καλοκαίρι είναι ξένο προς εμάς, γιατί το σώμα μας δεν συμμετέχει στις εποχές, στο χώμα και στην γη. Στον Οδυσσέα προσφέρεται , στην επίσκεψή του στην Καλυψώ, «η δυνατότητα να διαλέξει ανάμεσα στην αθανασία και στην γη της πατρίδας. Διαλέγει την γη της πατρίδας και μαζί με αυτή τον θάνατο» Εμείς επιλέξαμε κι όλας την αθανασία, την Πέμπτη εποχή, όπου δεν υπάρχουν καλοκαίρια αλλά η θερμοκρασία του κλιματιστικού. Και επιλέγοντας τα μείναμε χωρίς την πατρίδα γη ή την γη της πατρίδας. Περιφερομάστε ασκεπείς κάτω από τον καυτό ήλιο χωρίς πατρίδα, ξένοι από την γη μας και από το ίδιο μας το σώμα, ξένοι.