Σάββατο, 3 Μαΐου 2008

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΝΑΓΟΥΛΗΣ - DIETRICH BONHOEFFER



Περνώ και κοιτάζω τα χωριά, αλουμίνιο και πέτρα. Εγώ ο παρατηρητής του αυτοκινήτου. Και οι άλλοι παρατηρητές του αυτοκινήτου. Και εγώ και οι άλλοι παραμένουμε απόντες.
Μιλώ χωρίς ποτέ να ακούω τον ήχο του άλλου. Ο άλλος υπάρχει μόνο όταν είναι ηχώ της φωνής μου. Δεν μιλώ για να ακούσω. Μιλώ για ακουστώ. Και ο άλλος μιλά για να ακουστεί όχι για να ακούσει. Και γω και ο άλλος απόντες.
Τρώγω τις τροφές των εικόνων διψώντας για σημεία, περισσότερο παρά για την τροφή που παραμένει, ξένη. Και στην τροφή απών.
Έξω από το παράθυρο ένα καροτσάκι πηγαίνοντας τον φίλο με τα κομμένα πόδια. Όχι, δεν τα έκοψα εγώ. Άλλος ήταν, εγώ απλώς προσθέτω αριθμούς στις στατιστικές.
Έξω το λευκό μπαστούνι σκοντάφτει πάνω σε ένα παρκαρισμένο όχημα. Δικό μου είναι. Δεν το έκανα επίτηδες, το άφησα εκεί γιατί δεν υπάρχει κανένας άλλος εκτός από μένα. Απόντες του κόσμου είμαστε. Και της ζωής και του θάνατου απόντες.

Ο ένας με μουστάκι μαύρο και μαλλιά και όνειρα που ανεμίζανε στο πρωινό φως 1. « Πρώτη Μαϊου έφυγα οριστικά. Ταξίδεψα και πάλεψα. Όχι δια ίδιον όφελος, τι ωφελεί; Όταν με φώναξαν ήμουν παρών και έτσι παρέμεινα. Σε αυτή την ελευθερία που με μεγάλωσαν τα κύτταρα της μάνας μου από τον μακρινό Κυναίγειρο μέχρι το Σούλι. Δεν ήταν ιδέες αλλά τρόπος σύνθετος να βλέπω τον Ελληνισμό, ως ταυτότητα της απώλειας. Αυτό που δεν καταλαβαίνουν οι τύραννοι και όσοι επιθυμούν να ελέγξουνε τους άλλους. Στα κύτταρα μας προέχει η ελευθερία. Εικόνα όπως φτιαχτήκαμε του δημιουργού φύσησε μέσα μας πνοή ελευθερίας. Αυτή την ελευθερία προασπίστηκα. Δεν μου την πήραν την ξαναζώ μαζί με αυτόν που σταυρώθηκε. Γιατί Αυτού τα βήματα ακολούθησα. Σαν με βάφτισαν έμαθα ότι ζωή δεν γίνεται με την απουσία. Και έζησα μαζί με Αυτόν, χάριν Αυτού και ζω. Κυκλοφορώ στα μάτια των νέων παιδιών που ζητάνε το χέρι του άλλου όταν σφίγγεται στον αέρα έξω από τα μικρά συμφέροντα, τις μικρές ζωές. Πάρε και διάβασε:

Μην κλαις για μένα
αν ξέρεις πως πεθαίνω
να με βοηθήσεις δεν μπορείς
μα δες εκείνο το λουλούδι
για κείνο που μαραίνεται σου λέω
να το ποτίσεις.


Κι ό άλλος με το πρόσωπο ανοικτό και καθαρό το βλέμμα μου μίλησε 2
«Θα μπορούσα και γω να είμαι ένας ήσυχος χριστιανός εμπρός στη φρίκη του Αδόλφου. Να καμώνομαι τον αδιάφορο. Να μιλάω για ηθική των καιρών, για παρακμή και κρίση δίπλα από τα κρεμασμένα πτώματα των παιδιών. Να συζητώ ώρες ολόκληρες για λεπτά χριστιανικά ζητήματα, για κόμματα και για τελείες. Να απορώ με την αδικία και την σκληρότητα του κόσμου και να επαναφέρω έναν γνωστικισμό που λέει ότι υπάρχει κόσμος καλός και κόσμος κακός και δεν πειράζει που δολοφονούνε τους ανθρώπους γιατί φεύγουνε από έναν κόσμο κακό και πηγαίνουν στον άλλον που είναι καλός. Μπροστά σ’ αυτό που εξαπλώνονταν στον κόσμο δεν ήξερα τι να πράξω; Και τον ρώτησα. Και μου χαμογέλασε. Και μου είπε « Κάνε ότι θα έκανα και εγώ» και προχώρησα στη φυλακή μου μέσα. Και όσο προχωρούσα σε αυτή την φρίκη τόσο η καρδιά μου άνοιγε, φλογίτσες και πορφυρά υπέροχων ρόδων φύτρωναν. Περπατούσα με βεβαιότητα σε έναν κόσμο για να συναντηθώ μαζί Του. Και η βεβαιότητα προέρχονταν από τον ίδιο σταυρό των ανθρώπων, που έγινε δικός μου σταυρός. Και πότε γίνεται αυτό; Όταν παίρνεις την ευθύνη του άλλου. Αυτό ήταν το δικό του βήμα στον κόσμο. Ότι άλλοι δεν έχουν την ευθύνη, δεν γνωρίζουν τι κάνουν, δική μου είναι η ευθύνη. Όταν με κρέμασαν. Η θάλασσα ηρέμισε.

Ουρλιάζανε εμπρός στον θάνατο
και τα κορμιά τους σφίγγονταν
στα υγρά σκοινιά, μαστιγωμένα από την θύελλα
και τα μάτια τους γεμάτα φρίκη κοιτάζανε την θάλασσα
που ξαφνικά ταράχτηκε από μια άγρια δύναμη.

«Εσείς αιώνιοι, εσείς ευγενικοί, εσεις οργισμένοι θεοί
βοηθήστε μας, η δώστε μας ένα σημείο, που να μας δείχνει ποιος
σας ενόχλησε με αμάρτημα κρυφό
δολοφονία, επιορκία, ασέβεια

που για δική μας βλάβη κρύβει το δικό του έγκλημα
για το μίζερο όφελος της περηφάνιας του ;»
Έτσι κλαίγανε. Και ο Ιωνάς είπε «Αυτός είμαι εγώ
εγώ, κριματισμένος στον Θεό. Η ζωή μου είναι χαμένη»

Έξω τώρα από εσάς. Δικό μου το λάθος
Με εμένα είναι οργισμένος ο Θεός
Δεν πρέπει να χαλάσει τον ευλαβή μαζί με τον αμαρτωλό»
Αυτοί τρέμανε. Μετά με τα δυνατά τους χέρια
πετάξανε τον παραβάτη. Και η θάλασσα ησύχασε.
(μετ. Ν. Βαραλής)

Και οι δύο απομακρύνθηκαν και χάθηκαν μέσα στην ατελείωτη σειρά μαρτύρων και ηρώων.. «Αν δεν αγαπάς τον διπλανό σου που τον βλέπεις, πώς να αγαπήσεις τον Θεό, που δεν τον βλέπεις» μου είπε ο Χρυσόστομος, χαμογελώντας. Έσκυψα και μετάλαβα το χώμα των υλικών που με συνθέτουν, επουράνιο και γήινο. Στα μόρια του χώματος την ελευθερία της θυσίας, προσκυνώντας.


Ο Αλέξανδρος Παναγούλης1 γεννήθηκε στην Γλυφάδα. Δευτερότοκος γιος της Αθηνάς και του Βασιλείου Παναγούλη, αξιωματικού του στρατού ξηράς. Αδερφός του Γεωργίου Παναγούλη, θύματος του καθεστώτος των Συνταγματαρχών, και του Ευσταθίου, μετέπειτα πολιτικού άνδρα. Συμμετείχε ενεργά στον αγώνα για την επαναφορά της δημοκρατίας και εναντίον του στρατιωτικού καθεστώτος του Γ. Παπαδόπουλου (1967-1974). Λιποτάκτησε από το στράτευμα και ίδρυσε την οργάνωση Εθνική Αντίσταση. Αυτοεξορίστηκε στην Κύπρο για να καταστρώσει σχέδιο δράσης. Εκεί έρχεται σε επαφή με τους πολιτικούς άνδρες του τόπου, όπως ο Πολύκαρπος Γεωργαντζής, με σκοπό να τους ζητήσει να συνδράμουν στην αντίσταση. Επανέρχεται στην Ελλάδα και μαζί με στενούς του συνεργάτες σχεδιάζει την απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Παπαδόπουλου την 13η Αυγούστου 1968 κοντά στη Βάρκιζα. Αποτυγχάνει και συλλαμβάνεται. Όπως σημειώνει η Oριάνα Φαλάτσι στην συνέντευξη της με τον Αλέξανδρο Παναγούλη μετά την απελευθέρωση του, η πράξη του ήταν μια πολιτική πράξη εναντίον της δικτατορίας. Η Φαλάτσι αναφέρει τον Α. Παναγούλη ως εξής: Δεν επιδίωξα να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Δεν είμαι ικανός να σκοτώσω έναν άνθρωπο. Επιδίωξα να σκοτώσω έναν τύραννοΔικάζεται από το Στρατοδικείο στις 3 Νοεμβρίου 1968 και καταδικάζεται εις θάνατον, μαζί με άλλα μέλη της Εθνικής Αντίστασης, στις 17 Νοεμβρίου 1968. Μεταφέρεται στην Αίγινα για την εκτέλεση η οποία όμως ματαιώθηκε χάρη στις πιέσεις της διεθνούς κοινότητας. Στης 25 Νοεμβρίου 1968 ο Παναγούλης μεταφέρθηκε από την Αίγινα στις Στρατιωτικές Φυλακές του Μπογιατίου (Σ.Φ.Μ.). Ο Αλέξανδρος Παναγούλης αρνείται να συνεργαστεί με την χούντα και υποβάλλεται σε φρικτά σωματικά και ψυχικά βασανιστήρια. Δραπετεύει από τις Στρατιωτικές Φυλακές του Μπογιατίου (Σ.Φ.Μ.) όπου κρατείτο, στις 5 Ιουνίου 1969. Συλλαμβάνεται εκ νέου και οδηγείται προσωρινά στο στρατόπεδο του Γουδίου για να μεταφερθεί μετά από ένα μήνα και πάλι στις φυλακές του Μπογιατίου. Εκεί τον περιμένει η απομόνωση στο κελί «Τάφος». Επιχειρεί να δραπετεύσει αρκετές φορές ανεπιτυχώς. Ο Α. Παναγούλης σύμφωνα με ορισμένους αρνείται την πρόταση απονομής χάριτος που του προσέφερε η χούντα. Τον Αύγουστο του 1973 - μετά από τεσσεράμισι σχεδόν χρόνια φυλάκισης απελευθερώθηκε βάση της γενικής αμνηστίας που απένειμε το καθεστώς των συνταγματαρχών στους πολιτικούς κρατούμενους, κατόπιν της αποτυχημένης προσπάθειας του Γ. Παπαδόπουλου να φιλελευθεροποιήσει το καθεστώς του. Αυτοεξορίζεται εκ νέου, αυτή τη φορά στην Φλωρεντία της Ιταλίας, για να επαναδραστηριοποιηθεί στην αντίσταση.Στην μεταπολίτευση ο Αλέξανδρος Παναγούλης εκλέγεται βουλευτής της Β΄ Αθηνών από την Ένωση Κέντρου-Νέες Δυνάμεις (Ε.Κ.-Ν.Δ.) στις εκλογές της 17ης Νοεμβρίου 1974. Επιδιώκει την απομόνωση των πολιτικών που συνεργάστηκαν με το δικτατορικό καθεστώς της Χούντας και εξαπολύει σωρεία καταγγελιών. Λίγο μετά την εκλογή του έρχεται σε ρήξη με την ηγεσία του κόμματος του και παραιτείται. Παρέμεινε όμως στη Βουλή των Ελλήνων ως ανεξάρτητος βουλευτής. Επιμένει στις καταγγελίες του και έρχεται σε ανοιχτή αντιπαράθεση με τον Υπουργό Εθνικής Αμύνης, Ευάγγελο Αβέρωφ και άλλους. Αναφέρεται πως δέχθηκε πολιτικές πιέσεις για να αποσύρει τις καταγγελίες του.Σκοτώνεται την πρωτομαγιά του 1976 σε ηλικία 38 ετών κατόπιν τροχαίου ατυχήματος στην λεωφόρο Βουλιαγμένης, λίγες μέρες πριν την αποκάλυψη των φακέλων σχετικά με τα όργανα ασφαλείας της Χούντας (Φάκελος ΕΣΑ). Η αποκάλυψη των φακέλων, που δεν έλαβε χώρα ποτέ, λέγεται ότι περιείχε αδιαμφισβήτητες αποδείξεις εις βάρος ορισμένων πολιτικών που συνεργάστηκαν με την χούντα. Κατά πολλούς, το τροχαίο ατύχημα είχε στηθεί για να θέσει τον Αλέξανδρο Παναγούλη εκτός μάχης και να εξαφανίσει τις αποδείξεις που είχε υπό την κατοχή του.Ποιητικό έργοΟ Αλέξανδρος Παναγούλης βασανίζεται καθημερινά, με τα πιο ευφάνταστα, σκληρά και αποκρουστικής σύλληψης βασανιστήρια καθ΄ όλη την διάρκεια της κράτησης του. Η αυτοκυριαρχία του, η αυτοπειθαρχία του, το πείσμα στο να υπερασπιστεί αυτό που πιστεύει και το χιούμορ που διέθετε λειτουργούν σαν ασπίδες χάρη στις οποίες κατορθώνει να επιβιώσει τον σωματικό και ψυχικό βιασμό. Κατά πολλούς, στις φυλακές του Μπογιατίου γράφει τα καλύτερα του ποιήματα στον τοίχο του κελιού του ή σε μικροσκοπικά παλιόχαρτα, με μελάνι συχνά το ίδιο του το αίμα. Πολλά από τα ποιήματα του δεν διασώθηκαν. Αρκετά όμως από αυτά είτε κατάφερε να τα βγάλει από την φυλακή με διάφορους τρόπους είτε να τα ξαναγράψει αργότερα χάρη στο ισχυρό μνημονικό του. Το 1972, ενώ ήταν ακόμη στη φυλακή, εκδίδεται στο Παλέρμο η πρώτη ποιητική του συλλογή στα Ιταλικά Altri seguiranno: poesie e documenti dal carcere di Boyati (Άλλη θα ακολουθήσουν: ποίηση και ντοκουμέντα από τις Φυλακές του Μπογιατίου) με εισαγωγικό σημείωμα από τον Ιταλό πολιτικό Φερούτσιο Πάρη και τον Ιταλό σκηνοθέτη και καλλιτέχνη Πιέρ Πάολο Παζολίνη.
Διεύθυνσή μου Ένα σπιρτόξυλο για πέννα αίμα στο πάτωμα χυμένο για μελάνι το ξεχασμένο περιτύλιγμα της γάζας για χαρτί Μα τι να γράψω; Τη Διεύθυνσή μου μονάχα ίσως προφτάσω Παράξενο και πήζει το μελάνι Μέσ’ από φυλακή σας γράφω στην Ελλάδα (Στρατιωτικές Φυλακές Μπογιατίου, 5 Ιουνίου 1971 Μετά ξυλοδαρμό) Vi scrivo da un carcere in Grecia, 1974.
Για το έργο του αυτό ο Α. Παναγούλης βραβεύτηκε με το Διεθνές Βραβείο Λογοτεχνίας Βιαρέτζιο (Premio Viareggio Internazionnale) τη χρονιά που ακολούθησε. Μετά την απελευθέρωση του ο Α. Παναγούλης έκδωσε στο Μιλάνο την δεύτερή του ποιητική συλλογή στα Ιταλικά Vi scrivo da un carcere in Grecia (Μέσα από Φυλακή σας γράφω στην Ελλάδα) με εισαγωγικό σημείωμα από τον Πιέρ Πάολο Παζολίνη. Είχε προηγηθεί η έκδοση στα ελληνικά τετραδίων όπως η συλλογή με τίτλο Η Μπογιά.



2 Dietrich Bonhoeffer - Μουσικός και συγγραφέας μυθιστορημάτων και ποιημάτων



Ο Dietrich Bonhoeffer, μαζί με τη δίδυμη αδερφή του την Sabine, γεννήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου του 1906 στο Breslau, στη Γερμανία. Αργότερα σαν φοιτητής στο Tubingen στο Βερολίνο και στο Theological Seminary στη Νέα Υόρκη, καθώς και με τη συμμετοχή του στο Ευρωπαϊκό κίνημα για την ένωση των εκκλησιών, ο Bonhoeffer έγινε γνωστός σαν μία από τις λίγες προσωπικότητες της δεκαετίας του 1930 με βαθιά κατανόηση της γερμανικής και αγγλικής θεολογίας. Τα έργα του απηχούν μια διορατικότητα, λεπτολογία και ωριμότητα, που συνεχώς διαψεύδει το νεαρό της ηλικίας του συγγραφέα τους.
Έγραψε τη διατριβή του, το Sanctorum Communio, στο τέλος των τριών χρόνων στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου (1924-1927) και βραβεύτηκε το διδακτορικό του με τιμητικούς τίτλους. Τη χρονιά 1930-1931, ο Bonhoeffer έκανε μεταπτυχιακό στο Union Theological Seminary στη Νέα Υόρκη. Ανέλαβε καθήκοντα λέκτορα θεολογίας στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου τον Αύγουστο του 1931. Κατά το χειμερινό εξάμηνο 1931-1932 ο Bonhoeffer παρουσίασε τις διαλέξεις που δημοσιεύθηκαν με τον τίτλο Creation and Fall. Η τελευταία σειρά διαλέξεών του που δημοσιεύθηκαν με τον τίτλο Christ the Center μαζί με ένα σεμινάριο του φιλόσοφου G.W.F. Hegel, διδάχθηκαν το καλοκαίρι του 1933. Η άδεια που είχε να διδάσκει στη σχολή του πανεπιστημίου του Βερολίνου, του αφαιρέθηκε τελικά στις 5 Αυγούστου 1936.
Ο Bonhoeffer υπηρέτησε σαν βοηθός πάστορα σε μια γερμανική συνάθροιση στη Μπαρτσελόνα μεταξύ 1929-1930. Μετά τη χειροτονία του στην εκκλησία του Αγ. Ματθαίου στο Βερολίνο, το Νοέμβριο του 1931, έπρεπε να βοηθήσει στην οργάνωση της Έκτακτης Συγκέντρωσης Παστόρων το Σεπτέμβριο του 1933, πριν αναλάβει την ποιμαντορία της Γερμανικής Εκκλησίας του Σύντενχαμ και της Αναμορφωμένης Εκκλησίας του Αγ. Παύλου στο Λονδίνο. Κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην Αγγλία, ο Bonhoeffer έγινε στενός φίλος και εμπιστευτικός του Αγγλικανού Επισκόπου George Bell, ο οποίος ασκούσε μεγάλη επιρροή στο λαό. Όταν οργανώθηκε η Ομολογιακή Εκκλησία το Μάιο του 1934 στο Μπάρμεν στη Γερμανία, ο Bonhoeffer επέστρεψε από την Αγγλία την άνοιξη του 1935 και ανέλαβε την ηγεσία του βιβλικού σχολείου της εκκλησίας στο Ζινγκστ, κοντά στη Βαλτική Θάλασσα. Ένα σχολείο που αργότερα τον ίδιο χρόνο μεταφέρθηκε στο Φινκενγουέιλντ στην Πομερανία. Μέσα από την εμπειρία του στο Φινκενγουέιλντ προέκυψαν τα δυο του πολύ γνωστά βιβλία. Το Cost of Discipleship και το Life Together, καθώς επίσης και τα λιγότερο γνωστά γραπτά του πάνω στην ποιμαντορική διακονία, όπως είναι το Spiritual Care. Η διακονία του να προετοιμάζει πάστορες στην Ομολογιακή Εκκλησία συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του 1939.
Το ταξίδι του στη Ρώμη, η υπεφημερία του στην Μπαρτσελόνα και ο χρόνος που πέρασε στη Νέα Υόρκη μετά το διδακτορικό του (συμπεριλαμβανομένης της τακτικής διακονίας του στην Βαπτιστική Εκκλησία του Χάρλεμ, καθώς και το ταξίδι του στην Κούβα και το Μεξικό), τον έκαναν ανοιχτό στην οικουμενική εκκλησία. Το 1931 διορίστηκε γραμματέας νεολαίας της Παγκόσμιας Συμμαχίας για την Προώθηση της Διεθνούς Φιλίας μέσω των εκκλησιών και το 1934 έγινε μέλος του Παγκόσμιου Χριστιανικού Συμβουλίου για τη Ζωή και την Εργασία. Σε συνέδρια σε όλη την Ευρώπη παρουσίασε με ζήλο το σκοπό της Ομολογιακής Εκκλησίας και προκάλεσε το οικουμενικό κίνημα για τις θεολογικές του βάσεις και την ευθύνη του για την ειρήνη.
Η θεολογικά βασισμένη εναντίωση του Bonhoeffer στον Εθνικό Σοσιαλισμό αρχικά τον έκανε ηγέτη, μαζί με τον Martin Niemueller και τον Karl Barth στην Ομολογιακή Εκκλησία, και υπέρμαχο των Εβραίων. Πραγματικά, οι προσπάθειές του να βοηθήσει μια ομάδα Εβραίων να διαφύγει στην Ελβετία ήταν η αιτία της σύλληψης και φυλάκισής του την άνοιξη του 1943. Η ηγεσία του στην αντιναζιστική Ομολογιακή Εκκλησία και η συμμετοχή του στον κύκλο αντίστασης του Abwehr (που ξεκίνησε το Φεβρουάριο του 1938) καθιστούν τα έργα του μια μοναδική πηγή κατανόησης της αλληλεπίδρασης μεταξύ θρησκείας, πολιτικής και κουλτούρας μεταξύ εκείνων των λίγων χριστιανών που αντιστάθηκαν ενεργητικά στον Εθνικό Σοσιαλισμό, όπως είναι ιδιαίτερα εμφανές στα αποσπάσματα του μετά θάνατον δημοσιευμένου έργου του Ethics. Η σκέψη του προσφέρει όχι μόνο ένα παράδειγμα πνευματικής προετοιμασίας για την ανοικοδόμηση της Γερμανικής κοινωνίας μετά τον πόλεμο, αλλά και μια σπάνια διορατικότητα για τον υπό εξαφάνιση κοινωνικό και εκπαιδευτικό κόσμο που προηγήθηκε.
Ο Bonhoeffer υπήρξε επίσης πνευματικός συγγραφέας, μουσικός και συγγραφέας μυθιστορημάτων και ποιημάτων. Η ακεραιότητα της χριστιανικής του ζωής και πίστης και η διεθνής απήχηση των έργων του, οδήγησαν στη γενική ομοφωνία ότι είναι ο μόνος θεολόγος της εποχής του που οδήγησε μελλοντικές γενιές χριστιανών στη νέα χιλιετία.
Τον κρέμασαν στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Flossenborg στις 9 Απριλίου του 1945, ένα από τα τέσσερα μέλη της άμεσης οικογένειάς του που πέθανε στα χέρια του ναζιστικού καθεστώτος για τη συμμετοχή τους σε ένα μικρό προτεσταντικό αντιστασιακό κίνημα. Τα γράμματα που έγραψε κατά τη διάρκεια των δυο τελευταίων χρόνων της ζωής του, δημοσιεύθηκαν μετά το θάνατό του από τον φίλο και μαθητή του, Eberhard Bethge, με τον τίτλο Letters and Papers from Prison.

1 σχόλιο:

giousouroum είπε...

An kai kathisterimena, mono eyxarista synasthimata mou genna to post gia otn Panagouli. Antistoixo eina anartisei kai ego stin 1 Maiou me aformi tin epeteio tou thanatou toy.
Xairomai pou yparxoun kai alloi pou thymountai Anthropous san ton Panagouli.
Kalo apogeuma.