Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2008

ΠΕΡΙ ΠΑΡΕΛΑΣΕΩΝ & ΠΕΡΙ "ΧΡΗΣΙΜΩΝ" ΚΑΙ "ΑΧΡΗΣΤΩΝ"

'

Θυμάμαι πάντα τις παρελάσεις. Το κρύο του αέρα στο πρόσωπο. Την σημαία στα χέρια. Τους λόγους των εκφωνητών και τα πρόσωπα των επισήμων. Θυμάμαι αυτές τις παρελάσεις με φόβο. Γιατί ήταν ο φόβος του λάθος βήματος. Έτσι μάθαμε. Να φοβόμαστε κυρίως το λάθος βήμα, αυτό που θα μας βγάλει από το ρυθμό. Αυτό το βήμα που θα κάνει το δάκτυλο του άλλου να τεντώσει, να μας δείξει και να μας πει «είναι λάθος». Και η σημαία γίνονταν βαριά και τα πρόσωπα των επισήμων μονίμως κατηφή καθώς η κατήφεια φαίνεται ότι συνωνυμεί με την σοβαρότητα. Η γενιά μου αλλά κι όλες οι άλλες γενιές με αυτό το φόβο του λάθος βήματος μεγάλωσαν. «Να μεγαλώσω και να γίνω καλός και χρήσιμος άνθρωπος στην κοινωνία» Μόλις γράφαμε αυτή τη φράση στις εκθέσεις μας, το σημείωναν και μεγάλωνε ο βαθμός. Και μείς δεν υπήρχε έκθεση να μην το γράψουμε, ώσπου πέρασε στο υποσυνείδητο πια. Να γίνουμε καλοί – και εντάξει το «καλοί»- το «χρήσιμοι» όμως; Ποιος είναι ο χρήσιμος; Και το κυριότερο ποιος είναι αυτός που ορίζει τι είναι χρήσιμο και τι δεν είναι.
Θυμήθηκα κάποιον που προσπάθησε να δώσει έναν ορισμό και να θέσει τα όρια. Ξεκίνησε από τη στείρωση των διανοητικά καθυστερημένων και των ψυχοπαθών και στην συνέχεια πέρασε στους μαζικούς φόνους. «Το 1939, με ειδική άδεια του Χίτλερ περίπου 90.000 τρόφιμοι ασύλων και κλινικών εκτελέστηκαν με αέρια. Μετά το 1941 οι εκτελέσεις των ψυχασθενών συνεχίστηκαν με θανατηφόρες ενέσεις, μιας και οι ειδικοί της ευθανασίας βρήκαν πλήρη απασχόληση στα στρατόπεδα του θανάτου της Πολωνίας. Ταυτόχρονα εγκληματολόγοι-βιολόγοι ερευνούσαν για «εγκληματικούς τύπους», εντοπίζοντας ύποπτες γενεαλογίες και συγκροτώντας ειδικές τράπεζες πληροφοριών. Στα πλαίσια του γερμανικού φυλετικού κράτους-πρόνοιας –η αποθέωση αναμφίβολα της ευρωπαϊκής ευγονικής σκέψης!– προωθήθηκε η «υγεία» της Εθνολαϊκής Κοινότητας (Volksgemeinschaft), διαμέσου της εξάλειψης των εσωτερικών «βιολογικών εχθρών». Τέτοιοι χαρακτηρίστηκαν εξ αρχής οι Εβραίοι, οι οποίοι το 1935 κατέστησαν δια νόμου πολίτες β’ κατηγορίας και το 1938, μετά το Anschluss της Αυστρίας, οι περιουσίες τους δημεύτηκαν. Ο αρχικός αποκλεισμός των Εβραίων, έδωσε τη σκυτάλη στις εναντίον τους διώξεις και τελικά στη φυσική τους εξόντωση, στην «Τελική Λύση». Περίπου 6.000.000 Εβραίοι και άλλοι «υπάνθρωποι» (Τσιγγάνοι, Σλάβοι κ.α.), εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.» . (πηγή : Γιώργος Στάμκος – agnosto.gr)
Και μείς συνεχίσαμε να γράφουμε ότι πρέπει να γίνουμε «καλοί και χρήσιμοι άνθρωποι» και όχι μόνο συνεχίσαμε αλλά το πιστέψαμε κι όλας οικοδομώντας μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από την μικροαστική ηθική των καθαρών και των ανέσπιλων και την χρηστική αξία των ανθρώπων και του κόσμου. Στο δεύτερο βοήθησε και το σχολείο, αρκούντως, που μας έμαθε από πολύ νωρίς πια είναι τα «χρήσιμα» μαθήματα και πια τα «άχρηστα» και ότι ο κόσμος εν τέλει δεν είναι ολότητα αλλά χωρίζεται (χωρίς ποτέ να μάθουμε από ποιόν) σε πράγματα χρήσιμα και άχρηστα. Κι ο κόσμος μας δομήθηκε πάνω σε αυτό το δίπολο. Να γίνω «καλός» όχι ως φορέας μιας αξίας αλλά «καλός» για την κοινωνία (Αν δηλαδή η κοινωνία προωθεί την κλοπή να μάθω και γω να είμαι καλός κλέφτης. Αν η κοινωνία προωθεί το ψέμα να μάθω και γω να είμαι πολύ καλός ψεύτης) και προπαντώς « χρήσιμος». Χρήσιμος γιατί έτσι θα είμαι «ενταγμένος», άρα θα ανήκω στους πολλούς οπότε δεν θα διατρέχω τον κίνδυνο να βρεθώ στο περιθώριο γιατί το περιθώριο είναι χειρότερο από τον θάνατο καθώς στο θάνατο ο άνθρωπος ορίζεται στο περιθώριο είναι ένας homo sacer, που ο καθένας μπορεί να αφανίσει ατιμώρητα και που βρίσκεται στην ζωή επειδή το θέλει – προς το παρών – η πλειοψηφία.
Εξαιτίας όλων αυτών δεν μπόρεσα ποτέ να κατάλαβω τον Παπαδιαμάντη. Μου έλεγαν πόσο καλός είναι, «κλασικός» και μεγάλος. Μα να κάνει ηρωϊδες σαν την Φραγκογιαννού, που σκότωνε κοριτσάκια. Να εκθειάζει τον παράνομο έρωτα στην «Νοσταλγό», να βάζει έναν γέροντα να ερωτροπεί και να πεθαίνει μέσα στα χιόνια, (Ερωτας στα χιόνια). Φαντάζομαι ότι το ίδιο αμήχανα θα ένοιωθαν και οι σύγχρονοι του Χριστού που τον έβλεπαν να κάνει παρέα με πόρνες και τελώνες και άλλα άθλια υποκείμενα και στο τέλος να κάνει πρώτο πολίτη του Παραδείσου – τον μοναδικό- έναν τιποτένιο ληστή. Και η παρέα αυτή γίνεται όχι για να δικαιώσει αλλά για να επιβεβαιώσει ότι η ελευθερία του κάθε προσώπου είναι μοναδική, είναι το δώρο που δόθηκε και δεν ξαναγυρνάει πίσω Γι’ αυτό φαντάζομαι ότι έγινε μεγάλος αγώνας να «διορθώσουμε» και τον Παπαδιαμάντη και τον Χριστό με τον γνωστό μοναδικό τρόπου που έχουμε: να μην διαβάζουμε τι είπαν αυτοί αλλά να διαβάζουμε τι είπαν οι άλλοι για αυτούς. Έτσι τους εντάξαμε κι αυτούς στους «καλούς και χρησίμους ανθρώπους», όπου εμείς ως ακολουθητές τους, κερδίζαμε ένα σίγουρο στεφάνι δόξας, όχι γιατί νικήσαμε σε κάποιον καλό αγώνα αλλά ως ένα σημείο του ανήκειν σε άλλους τόσους χρηστικούς ανθρώπους.
Αλλά σήμερα στην παρέλαση μου άρεσε ένας μικρός,μ που έχασε το βήμα του και κοίταξε γύρω του και σήκωσε τους ώμους του και συνέχισε να προχωράει με το λάθος βήμα περήφανος, αγνοώντας τις σφυρίχτρες του υπεύθυνου και τα βλέμματα των άλλων. Τον χειροκρότησα μόνος μου καθώς τώρα σκέφτομαι ότι όσο υπάρχουν άνθρωποι που χάνουν το βήμα τους, και προσπαθούν να το ξαναβρούν, χωρίς να χάσουν ποτέ την μοναδικότητά τους τόσο θα υπάρχει ελπίδα σε αυτόν τον κόσμο. Και ότι εμείς οι «χρήσιμοι» είμαστε τελικά ο εφιάλτης αυτού του ονείρου, που με τόσο κόπο έχουμε δημιουργήσει.

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2008

ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΗΣ ΜΑΣ



Μέσα από το κελί της φυλακής μας. Ο καθένας μέσα από το κελί της φυλακής του πεινάει τον κόσμο. Πονά τα βράδια και τις μέρες που έρχονται και ο κόσμος παραμένει εκεί έξω. Εκεί που δεν ανήκει και δεν ανήκε ποτέ, αλλά που εκεί είναι το πραγματικό σπίτι και η πατρίδα του.
Ο καθένας μέσα στη φυλακή του "βγαίνει" για να δει όσα πρόσωπα έχει στο μυαλό του, επίσης φυλακισμένα, αποδυναμωμένα, που τρέχουν συνεχώς στον περίβολο διατρανώνοντας την ελευθερία τους, που συνοψίζεται μόνο στο δικαίωμα να τρέχουν. Το μοίρασμα της μέρας. Και πάλι η επιστροφή στο σπίτι και το κλείσιμο της πόρτας και η μοναξιά που μεγαλώνει τους τείχους και κάνει την φυλακή και τις μέρες μεγαλύτερες.
Όμως ο φυλακισμένος μισεί την ελευθερία του, δεν την χρειάζεται, όπως δεν χρειαζόμαστε το βάρος της ευθύνης μας, δεν χρειάζεται, δεν χρειαζόμαστε το απροσδιόριστο του χρόνου, αυτό που διαφεύγει όπως η άμμος που περνάει μέσα από τα δάχτυλα του χεριού και φεύγει σε κάποια ανατολή που δεν την είχαμε ζήσει ποτέ. Το ίδιο και ο χώρος, δικό μας δημιούργημα, δεν θα το απαρνηθούμε ποτέ γιατί ο φυλακισμένος δεν μπορεί να ξεχάσει την φυλακή του γιατί δεν είναι αυτός μέσα της, η φυλακή είναι μέσα του και την τρέφει. Γιατί η φυλακή υπάρχει πριν τον φυλακισμένο. Γιατί η φυλακή δεν έχει σίδερα, παράθυρα και φύλακες, γιατί η φυλακή έχει μια πόρτα που είναι ανοικτή, για τον καθένα ξεχωριστά.
« Χιλιάδες χρόνους περπατάμε. Λέμε τον ουρανό «ουρανό» και τη θάλασσα «θάλασσα». Θ΄ αλλάξουν όλα μια μέρα και εμείς μαζί τους θ’ αλλάξουμε, αλλά η φύση μας ανεπανόρθωτα θα είναι χαραγμένη πάνω στην γεωμετρία που καταφρονέσομε στον Πλάτωνα. Και μεσ’ απ’ αυτήν, όταν σκύβουμε, όπως σκύβουμε καμιά φορά πάνω στα νερά του νησιού μας, θα βρίσκουμε τους ίδιους καστανούς λόφους, όρμους και κάβους, τους ίδιους ανεμόμυλους και τις ίδιες ερημοκλησιές, τα σπιτάκια που ακουμπάνε το ‘να στ’ άλλο, και τα αμπέλια που κοιμούνται σαν μικρά παιδιά, τους τρούλους και τους περιστεριώνες.
Δεν θέλω να πω αυτά τα ίδια. Θέλω να πώ τις φυσικές και αυθόρμητες κινήσεις της ψυχής που γεννούν και διατάσσουν προς ορισμένη κατεύθυνση την ύλη. Τις ίδιες αναπάλσεις, τις ίδιες ανατάσεις προς το βαθύτερο νόημα ενός ταπεινού Παραδείσου, που είναι ο αληθινός μας εαυτός, το δίκιο μας, η ελευθερία μας, ο δεύτερος και πραγματικός ηθικός μας ήλιος.» Ο. Ελύτης – Μικρός Ναυτίλος

Τρίτη, 18 Μαρτίου 2008

ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΛΗ ΜΕΡΙΑ ΤΗΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗΣ



Μια φορά κι έναν καιρό οι άνθρωποι ήταν άνθρωποι, ήταν δηλαδή ικανοί να πράξουν και να σκεφτούν κάθε μέρα διαφορετικά, ήταν ικανοί για το καλό και το κακό, ακαταπαύστως. Η ελευθερία τους δεν περιορίζονταν παρά μόνο από τα κοινωνικά δεδομένα, τα οποία ούτως ή άλλως πάντα στηρίζουν όλα αυτά που έχουν πλάσει ως ιδεολογήματα , καθώς είναι γνωστό ότι βλέπουμε όχι αυτό που είναι τριγύρω μας αλλά αυτό που έχουμε στο μυαλό μας.
Όταν ήρθε η τηλεόραση, λίγο μετά άρχισαν οι διαφημίσεις. Και σκεφθήκαν οι άνθρωποι της τηλεόρασης ότι δεν μπορούμε να μιλάμε κάθε μέρα σε ανθρώπους που βρίσκονται ανάμεσα στην σύγκρουση και που μπορεί να αλλάξουνε γνώμη. Οπότε έπρεπε να δημιουργηθεί ένας κόσμος που να μην έχει γωνίες, που το κακό και το καλό να είναι σχηματοποιημένο και που η ύπαρξη – το όν των φιλοσόφων – να μην προσδιορίζεται από τον καθορισμό της ουσίας αλλά από την αντανάκλαση της ουσίας. Γιατί αυτή η αντανάκλαση ουσιαστικά μπορεί να είναι διαχειρίσιμη. Έτσι πλάστηκε ένας virtual κόσμος από ένα Μέσο που διαχειρίζεται εικόνες ,24 ώρες το 24ωρο. Σε αυτόν τον κόσμο εντασσόμαστε όλοι. Στην αρχή τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και κυρίως η τηλεόραση είχαν προορισμό να καταδεικνύουν προβλήματα, που ήταν υπαρκτά. Λίγο αργότερα έγινε κατανοητό ότι δεν αναδείκνυαν πλέον προβλήματα ήταν τα ίδια το πρόβλημα. Σε αυτό το πρόβλημα εντάσσονται τόσο οι άνθρωποι που συμμετέχουν σε αυτά όσο το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας,, που είναι υπό την επήρεια του. Ο μέσος άνθρωπος δεν είναι πλέον ικανός να αποτιμήσει τον κόσμο που ζει αλλά περιμένει από την τηλεόραση να το κάνει. Με τον ίδιο τρόπο που δεν μπορεί να εκτιμήσει ούτε την ζωή που ζει αλλά περιμένει να βρει κάτι αντίστοιχο σε κάποιο reality, ώστε να συνεχίσει να του επιτρέπεται να ζει.
Οι άνθρωποι που ζουν μέσα κυρίως οι δημοσιογράφοι – αλλά και οι κομπάρσοι – συνομιλητές τους - είναι σε τραγική θέση. Γράφει ο Bourdieu “ οι δημοσιογράφοι, οι οποίοι διαθέτουν πολλές κοινές ιδιότητες, όσον αφορά την οικονομική τους κατάσταση αλλά και την προέλευση και την κατάρτισή τους, διαβάζονται μεταξύ τους, βλέπονται μεταξύ τους, συναντιώνται μονίμως μεταξύ τους σε τηλεοπτικές συζητήσεις όπου βλέπουμε και ξαναβλέπουμε πάντα τους ίδιους, έχει αποτελέσματα εγκλεισμού αλλά και, ας μην διστάζουμε να το πούμε, αποτελέσματα λογοκρισίας εξίσου δραστικά με τα αποτελέσματα που έχει μια κεντρική γραφειοκρατία, μια απροκάλυπτη πολιτική παρέμβαση» Και συνεχίζει λίγο πιο κάτω « Η τηλεόραση είναι ένα ελάχιστα αυτόνομο εργαλείο επικοινωνίας, στο οποίο ασκούν πίεση αλλεπάληλοι καταναγκασμοί, που απορρέουν από τις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των δημοσιογράφων, σχέσεις ανταγωνισμού αχαλίνωτου, αμείλικτου, που αγγίζουν τα όρια του παραλόγου, που είναι επίσης σχέσεις συνεργείας, αντικειμενικής συνενοχής, θεμελιωμένες στα κοινά συμφέροντα που συνδέονται με την θέση των δημοσιογράφων στο πεδίο συμβολικής παραγωγής, καθώς και με το γεγονός ότι οι δημοσιογράφοι έχουν κοινές γνωστικές δομές, κατηγορίες αντίληψης και εκτίμησης που είναι άμεσα συναρτημένες με την κοινωνική τους προέλευση και με την κατάρτισή τους. …. Ο Πλάτων έλεγε ότι είμαστε ανδρείκελα της θεότητας. Έχουμε την αίσθηση ότι η τηλεόραση είναι μια σφαίρα όπου οι κοινωνικοί φορείς παρ’ όλο που που τηρούν τα προσχήματα της σπουδαιότητας, της ελευθερίας, της αυτονομίας και ακόμη χαίρουν μερικές φορές εξαιρετικής αίγλης (αρκεί να δει κανείς τις τηλεοπτικές ειδήσεις) είναι ανδρείκελα μιας αναγκαιότητας που πρέπει να περιγραφεί, μιας δομής που πρέπει να ανελκυστεί και να έρθει στην επιφάνεια»
Και η αναγκαιότητα αυτή προσδιορίζεται από τις αξίες, της οποίες υιοθετεί. Και η ελληνική αναγκαιότητα από τα αποτελέσματα, φαίνεται ότι οδηγείται από την αρχή της αντίθεσης. Πιο απλά, αδυνατώ να παραδεχτώ, οποιαδήποτε αξία αν αυτή δεν είναι προϊόν σύγκρουσης. Δηλαδή δεν αναγνωρίζω την αξία μου σε σχέση με τις αρχές που έχω υιοθετήσει αλλά αναγνωρίζω την αξία μου στην συγκρουσιακή σχέση με την αξία του άλλου. Αυτός ο τρόπος σκέψης και πράξης μας οδηγεί στο παράλογο ότι και ο «άλλος» το ίδιο σκέπτεται, ακριβώς, οπότε στην ουσία ακυρώνουμε τον ίδιο μας τον εαυτό, ο οποίος για να πάρει και πάλι αξία θα πρέπει να αντιπαρατεθεί με τον άλλον. Γι’ αυτό το λόγο δεν λύνονται ποτέ τα προβλήματα π.χ. έχουν γίνει ουκ ολίγες αντιπαραθέσεις για την παιδεία αλλά η παραγωγή είναι: 45% λειτουργικός αναλφαβητισμός στις πόλεις, 75% στην επαρχία. Στο ίδιο ακριβώς μοτίβο έχουν γίνει αντιπαραθέσεις για τα τροχαία, τα οποία αυξάνονται συνεχώς. Έχουν γίνει αντιπαραθέσεις για τα ναρκωτικά και συνεχίζουμε να είμαστε πρώτοι στους θανάτους. Τι δείχνει αυτό; Ότι είμαστε μια κοινωνία πρόθυμη να αντιπαρατεθεί και εντελώς απρόθυμη να λύσει τα προβλήματα. Είμαστε πρόθυμοι να συζητήσουμε για τον αθλητισμό και για το πρωτάθλημα αλλά εντελώς απρόθυμοι να βάλουμε την φόρμα και να κατέβουμε στο γήπεδο. Πως τώρα, θέλουμε να «λύσουμε» ασφαλιστικό; Μα αυτό ακριβώς δείχνουν όλα στην τηλεόραση, ότι δεν θέλουμε. Θέλουμε να μιλήσουμε για κάποιους που θέλουν να λύσουν ένα πρόβλημα και που συζητούν για κάποιους που θέλουν να λύσουν το ίδιο πρόβλημα, συζητώντας για κάποιους που επιθυμούν να λύσουν αυτό το πρόβλημα. « Αυτή η πορεία δεν τελειώνει πουθενά και κανένας δεν θα μπορέσει να διαβάσει τι γράφουν οι έγκλειστοι», όπως λέει ο Μπόρχες.
Τι θα γίνει αύριο όμως όταν οι πραγματικοί άνθρωποι, τα παιδιά που ξεκληρίζουμε με τα αυτοκίνητα και με τα ναρκωτικά, η «πεταμένη» γενιά των 700 ευρώ πάρει μια πέτρα και σπάσει την οθόνη μας; Ποιος είναι ο κόσμος από την άλλη μεριά της τηλεόρασης;

Τετάρτη, 12 Μαρτίου 2008

GIUSEPPE UNGARETTI - Η ΛΕΙΑ ΤΟΥ

Για τον Mario Diacono, ποιητή, φίλο,
Που βρήκε τις παλιές μου σελίδες

Taranto Ιούλιος του 1933




Αυτός ο ήλιος θέλει να μάθουμε καλά ότι η μεγάλη μέρα είναι λεία του.

Απ’ τα χαράματα άρχισε να ροδίζει στα τελευταία χόρτα
Στον παλιό σταυρό πάνω στην σπαραγμένη πέτρα δεν θα κουραστεί ποτέ να παραχωρεί μια λάμψη ανακουφίζοντας των χεριών το σίδερο, σφυρί και λόγχη, καρφιά και τανάλια.

Έριξε κεραυνό επάνω σ’ ένα χελιδόνι.

Αλλά η κυριαρχία του από τις 7 ως τις 19 είναι διακριτική, ώρες ακόμα φιλόξενες.

Γυάλισε με γλυκύτητα το χώρο τους.

Οι σκιές που περικλείει και που περιστρέφονται αλλάζουν χρώματα κι από άσπρο βιολετί γίνονται ροζ, δεν είναι παρά σκέψεις ενός νέου περαστικού ερωτευμένου.

Περασμένες 7 όλα είναι έρημος γεμάτη, εκτός από την περιπλάνηση θηρίου λαχανιασμένου.
Δίχως να βρίσκει ανακούφιση, κάθε λίγο, στον πρώτο ερχόμενο καπνό βυθίζει μάταια τη μούρη του.
Την ξανασηκώνει παραμένοντας εύπιστο.

Χωρίς ν’ απελπιστεί φτάνει στο ζενίθ.
Βρίσκεται κάτω από ένα σκληρό του αέρα που πέφτει αργά χωρίς βάρος όπως πέφτει κανείς μέσα στο όνειρο.

Είναι 14:00 επιτέλους.
Ο τόπος γυμνός γίνεται μια τρύπα στην πίεση των ποδιών έτσι που το θηρίο λαχανιασμένο τρελαίνεται.

Πολλαπλασιάζεται.

Κι ένα κοπάδι αίγες τρέχουν ή χορεύουν.
Κανείς δεν ξέρει.

Ο ήλιος άγγιξε χώμα με τα πένθιμα πόδια της αράχνης.


Σημ:
Βρέθηκε από τον Mario Diacono μέσα σε κάποια παλιά χαρτιά του Ποιητή. Πρέπει να ανήκει στην εποχή του ταξιδιού στην Πούλια το καλοκαίρι του 1933.
(Μετ. Νίκος Βαραλής)

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2008

GIUSEPPE UNGARETTI - ΑΤΙΤΛΟ


Σκεφτόμουν σήμερα, κοιτάζοντας αυτόν τον βροχερό ουρανό πως αν, από μια απρόσμενη χάρη, ξάνοιγε ξαφνικά το γαλάζιο, δεν θα ένοιωθα ούτε έκπληξη ούτε κι ελπίδα. Ακόμα κι η νοσταλγία δεν με πείθει πια. Έχω ξεπεράσει προ πολλού όλα τα στάδια όπου ο άνθρωπος μπορεί ακόμα να βρει μια αιτία για να ζήσει.

Οι αχανείς ουρανοί από τις καθαρές νύχτες, κι αν ακόμα θα έπρεπε να αποκαλυφθούν για μένα, θα είχαν μια σημασία απόλυσης.

Δεν γνωρίζεις – και ποιος ξέρει; - αυτή τη δυστυχία του να αισθάνεσαι εγκαταλελειμμένος.

Εγκαταλελειμμένος ακόμα και από τα ίδια τα πράγματα, κι από το χώμα, ακόμα κι απ’ το μυστήριο των εποχών.

Χωρίς «πλησίον»! θα ήταν δυνατόν να εποικίσεις τον κόσμο με φανταστικούς φίλους ! αλλά να μην έχεις μεγαλώσει σε καμία χώρα! αλλά να μη μεταφέρεις σε κανένα τόπο τον οικείο αέρα της καταγωγής σου! αλλά να μην περιπλανιέσαι πάντα σ’ εξορία.

Έχτισα μια χώρα από κρύσταλλο για να πρέπει μοιραία να κατανοήσω, σε κάθε της σημείο, πως δεν ήταν πραγματική.

Η ζωή είναι μια σκληρή διαμάχη ταραγμένη από συμφορές πραγματικές και χρειάζεται το χώμα για να ριζώσει, και χρειάζεται τη ζέστη που ωριμάζει κι αρωματίζει, και χρειάζεται το σούρουπο που πλημμυρίζει με μελαγχολία και το πρωί που ανθίζει και παρηγορεί.

Δεν έχω παρά δρόμους, δρόμους και δρόμους: το άπιαστο γκρι απ’ αυτή την πορεία χωρίς τέλος.




Σημ:
Μέρος μιας επιστολής που στάλθηκε από το Παρίσι στις 23 Απριλίου 1920 ταυτόχρονα στον Giuseppe Prezzolini και στον Ardengo Soffici. Δημοσιευμένη κι αυτή από τον Luciano Robay στο βιβλίο του «Οι ρίζες της ποίησης του Giuseppe Ungaretti ( Eκδόσεις Ιστορίας και Φιλολογίας, Ρώμη 1962) Μετ: Νίκος Βαραλής





Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2008

ΜΑΣΚΕΣ ΥΓΡΩΝ ΣΥΜΦΩΝΩΝ


Υγρός καιρός μ' υγρότατες λέξεις , βρέχει τα ρό από παντού. Κι αναλόγως των συμφώνων οι πέτρες μας. Ισως για αυτό οι λέξεις σήμερα βαραίνουν πιο πολύ απο τα χέρια μας. Καθώς αδυνατούμε να μάθουμε το χέρι, την πέτρα, την πέτρα που πληγώνει το χέρι ή και το χέρι που ρίχνει την πέτρα. Δεν θα ξαναγύρίσει ποτέ πίσω. Το χέρι, λέω, μπορεί αύριο να θρέψει η πληγή και να χαθεί, η πέτρα όμως που έφυγε δεν ξαναγυρίζει πίσω. Για μας τίποτε. Ονόματα μόνο, παράθεση συμφώνων και φωνηέντων, τεχνητώς φονευθέντων, δίχως νόημα. Κι όταν σου λέω βρέχει μην ψάχνεις υγρασίες και τέτοια χαλίκια. Βρέχει σημαίνει ρήμα, δύο σύμφωνα το βι και το ρο, κι ούτε βροχή.

Ετσι φτάσαμε ώς εδώ. Μασκαρεμένοι από τις λέξεις. Και πίσω τους μια αδειανή σελίδα, απορούσα. Το ον όμως έχει ουσία. Χωρίς ουσία είναι φαινόμενο. Και το φαινόμενο είναι απαθές, ηθικόν, μονότροπον δηλαδή, ανύπαρκτο. Κι αν κάποιος σχολιάζει τα της ουσίας; Κρίμα που καταργήσαμε το σταυρό, την εξορία. Και τα καταργήσαμε γιατί δεν φοβόμαστε πια οτι κάποιος θα εγείρει θέματα ουσίας. Περί της ουσίας, ναι. Θυσιάσαμε την περι-ουσία - που λέει ο άσωτος και τώρα; Βαδίζουμε στο άκυρο την υπαρξή μας και που να μας εύρει ο θάνατος και τι να μας κάνει τους χωρίς λέξεις, τους ανύπαρκτους;

Και το μασκάρεμα, λοιπόν; Μια απεικόνιση του ανύπαρκτου ειδώλου μας. Που πάει να πει η απομίμηση της εικονικής απεικόνισης, αυτής που αναιρεί την ύπαρξη. Ντύνομαι οσα σύμφωνα υγρά έχουν απομείνει θαλερά, ελπίζοντας οτι θα βρέξει τουλάχιστον, στα όνειρα.