Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2008

ΕΛΕΓΕΙΟΝ



Όταν ενεφανίσθη ο άγγελος, κανείς δεν εμύρισε. Όλοι έμειναν απαθείς ενώ οι αισθήσεις μειώθηκαν, όσο τις ημέρες εκείνες που συννέφιαζε. Κι έτσι κανείς δεν μιλούσε στον άλλον καθώς ο λόγος στηρίζεται στις ανοικτές θύρες της καρδιάς. Έτσι έμειναν αχρησιμοποίητα τα γιώτα της Ιλιάδας και τα μισά φωνήεντα της Οδύσσειας. Δεν σήμαινε πια, τίποτα για κανένα τα ωραία και ηδυπαθή πολυόματα άνθη των προγόνων που είχαν την υφή του Αδάμ, όταν πρωτοξύπνησε στο σύμπαν. Έτσι δεν ήταν δυνατόν να επαναλάβουν τα ίδια λάθη, από την ανάποδη. Αυτός από υπερβολικό εγωισμό κι αυτοί από υπερβάλλοντα εγωισμό αυτόν που ακυρώνει την ύπαρξη.
Ουδέποτε επεσκέφθην την Εδέμ, εκεί που είναι το σπίτι μου, ο κήπος με τις μεγάλες μανώλιες που πάνω της κρέμεται η νέκυια μ’ όλους τους στίχους. (Να μην μείνεις σε σπίτι με μανώλια απομυζεί τις πέτρες και τα σύνεφα προσφέρωντας μια φορά το χρόνο άνθη ευπαθή γεμάτα υπόνοιες για ένα ασθενές μέλλον).
Δεν γνωρίζω το δρόμο για το σπίτι κι είναι φορές που νομίζω ότι δεν υπήρξε ποτέ , καθώς η παιδική ηλικία μπερδεύεται με τις αφηγήσεις των ηλικιωμένων που κάνουν λόγο για κόσμους παράλληλους και πως η ψυχή έχει σώμα λεπτής ύλης, άχρονο και περιφέρεται σε κεινους τους κήπους που κτίσθηκαν με έργα τον καιρό που βρίσκονταν μέσα στο χρόνο, άρα στον τόπο. Μήτε και σ’ αυτό μπορούσα να συμμετέχω γιατί δεν ήξερα την ύλη του ονείρου.
Έτσι αποφάσισα στα χέρια του Σταυρού να ακουμπήσω την άγνοια όπως σε ένα ζεϊμπέκικο ακουμπάς το μηλίγγι, μην φύγει ο νούς. Τότε και μόνον τότε ο άγγελος άρχισε να μου συλλαβίζει στις αισθήσεις άνθη μικρά λεπτότατα, άνθη από τις ακτές της Ιωνίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: