Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2008

ΤΙ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ ΑΥΤΟΙ ΠΟΥ ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΝ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ;



Τώρα τα Χριστούγεννα οι μη χριστιανοί γιορτάζουν ή δεν γιορτάζουν; Αν γιορτάζουν είναι σαφέστατα χριστιανοί. Αν δεν γιορτάζουν το θέμα έχει καλώς. Δεν πιστεύω. Δεν γιορτάζω. Αν γιορτάζω όμως κάτι γιορτάζω. Γιορτάζω την γέννηση κάποιου που θεωρώ σημαντικό και θέλω να του μοιάσω.
Ωραία. Ο Χριστός για τους Χριστιανούς δηλαδή για αυτούς που γιορτάζουν ήταν (είναι) ο γιος του Θεού, που γεννήθηκε σε μια φάτνη. Και ως Θεός επέλεξε να γεννηθεί σε μία φάτνη.. Έζησε μια απλή ζωή, καθημερινή και κατά την διάρκεια της διδασκαλίας του και σε ολόκληρη την επίγεια ζωή του δεν κατείχε απολύτως τίποτα. Η παρουσία τον στον κόσμο έγινε για να πάρει στα χέρια την ανικανότητα του ανθρώπου να ενωθεί με το Θεό (αυτό που θεολόγοι λένε «αμαρτία») και ως Θεός και τέλειος άνθρωπος να κάνει το αδύνατο δυνατό. Για αυτό έμεινε ξένος του κόσμου. Η καρδιά του άλλου ήταν το σπίτι του. Δέχτηκε κάθε άνθρωπο όπως ήταν χωρίς ποτέ του να κάνει κριτική. Αυτός ο ξένος που έζησε ανάμεσα σε ξένους και αγάπησε όλους τους ξένους ήταν έτοιμος να αγκαλιάσει οποιονδήποτε ξένο. Γι αυτό συγχώρεσε ακόμα κι αυτούς που τον σταυρώνανε γιατί ήξερε πως κι αυτοί ήταν ξένοι. Αυτός ο ξένος που τα μόνα βαριά λόγια που είπε ήταν για αυτούς που υποκρίνονταν, για αυτούς δηλαδή που άλλα πιστεύουν και άλλα κάνουν. Για αυτόν τον Χριστό μιλάμε. Δεν μιλάμε για κάποιον άλλον Χριστό. Αυτός γεννιέται, όχι ένα στρουμπουλό ροζ αγοράκι σε ένα πολυκατάστημα. Αυτός που αγκάλιασε τον κόσμο και του έδωσε μια καινούργια ματιά. Αυτός που αγκάλιασε τον άνθρωπο και του έφερε στη θέση τη δική του κατά χάρη Θεός, συν-υπεύθυνος για την δημιουργία ολόκληρη.
Όσοι γιορτάζουν, λογικά, θα πρέπει να θέλουν να γίνουν σαν αυτόν. Όχι σαν κάτι άλλο. Κι όποιος είναι κάτι άλλο δεν μπορεί να πιστεύει σε αυτόν, πιστεύει σε κάποιον άλλο.
Τα πράγματα είναι εξαιρετικά απλά. Απλώς μέσα στην προσπάθεια να βρούμε μια επαρκή δικαιολογία στην επιούσια χλιδή μας είμαστε ικανοί να δημιουργήσουμε μια ολόκληρη θεολογία. Άλλωστε μην ξεχνάμε ότι ολόκληρες σχολές στήθηκαν για να δικαιολογήσουν την απίθανη στάση μας.
Για όσους που προσπαθούν να μάθουν (σαν και μένα) τι γιορτάζουν αυτοί που γιορτάζουν: Καλά Χριστούγεννα.

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

Η νέα γενιά και με μαλόξ στο πρόσωπο είναι «όμορφη»

Του Δ.Κ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ



Μετά τα γεγονότα της Πάτρας, αλλά και της Λάρισας, όπου «αθώοι» πολίτες «πήραν τον νόμο στα χέρια τους», γιατί οι «προστάτες» του νόμου δεν τους προστάτευσαν, ξαναμπαίνουν σιγά σιγά τα θεμέλια, για να κατανοήσουμε μια φορά ακόμα τον διπλανό μας ως την «απάνθρωπη ετερότητα», την «τερατώδη ετερότητα» από την οποία εμείς, οι «άλλοι», πρέπει να προστατευθούμε.

Ο διπλανός μας παρουσιάζεται να είναι «το (κακό) πράγμα που κρύβεται δυνητικά πίσω από κάθε οικείο ανθρώπινο πρόσωπο». Ο φόβος που με οδηγεί στην αυτοοργάνωση δείχνει πλέον ξεκάθαρα ότι ο «άλλος» μπορεί να αποτελέσει ή είναι απειλή. Η θέσμιση από δω και πέρα μιας διχαστικής κοινωνίας δεν είναι μακριά. Η κάθε ομάδα είναι εύκολο να δει τον εαυτό της ως την άσπιλη και άμεση ενσάρκωση της λαϊκής βούλησης και μιας ακαθόριστης αρχής δικαίου που ταυτίζεται με τα συμφέροντα της ομάδας.

Το μοχθηρό γέλιο του διχασμού κρύβεται πίσω από τις καταστροφές των τελευταίων ημερών και στη συνεχή προβολή τους, ώστε η «περιουσία» και η καταστροφή της να σκεπάσουν και να σκιάσουν τη νεολαιίστικη αγανάκτηση για τη δολοφονία ενός εφήβου αφ' ενός και αφ' ετέρου να δικαιολογήσουν και να κωδικοποιήσουν την αγανάκτηση των «ήσυχων» πολιτών.

Και τι μένει; Να διδαχθούμε ξανά το μίσος, να διδαχθούμε να αποφεύγουμε τον πλέον εγγύς, τον νέο άνθρωπο, και να φωνάζουμε αγανακτισμένοι: «Παλιόπαιδα, πού είναι οι μανάδες σας;». Ή σε πιο πειθαρχημένη «αριστερή» εκδοχή, εκείνο που είπε μέλος κόμματος σε δεκαπεντάχρονο με μαλόξ στο πρόσωπο και πέτρες στην τσέπη: «Φύγετε, αυτή η πορεία είναι δική μας».

Ομως, η νέα γενιά και με μαλόξ στο πρόσωπο είναι όμορφη, γιατί ακριβώς είναι η αμφισβήτηση σε εγρήγορση. Η αμφισβήτηση που προσπαθεί να μας βγάλει από τον ύπνο «σχετικά με την ευθύνη αυτού ακριβώς για το οποίο θεωρεί κανείς τον εαυτό του ανεύθυνο». Την ευθύνη της κοινωνίας μας απέναντι στον νέο άνθρωπο που του αποξηράναμε τις ελπίδες του. Γιατί «μπορεί να είναι κανείς ένοχος γι' αυτό για το οποίο πιστεύει ότι είναι από τη φύση του αθώος, χρεωμένος με αυτό για το οποίο αισθάνεται πάντα εκ των προτέρων απαλλαγμένος».

Αυτό ταιριάζει περισσότερο σε μια κυβέρνηση που δεν αισθάνεται υπεύθυνη για τίποτα, αφού κανείς δεν παραιτείται τελικά. Που υποκαθίσταται από εννοιολογικά ομοιώματα «κυβέρνησης», τα οποία παίρνοντας τον νόμο στα χέρια τους, με την πλέον ανεξέλεγκτη ευκολία, οικειοποιούνται τα χαρακτηριστικά «δικαίου» και δημιουργούν ένα μικροκράτος δίπλα στο «λυμένο» ή «διαλυμένο» «επίσημο».

Η διαφορά βρίσκεται στο ότι οι ακρότητες της αμφισβήτησης θεωρούνται και είναι έκνομες ενέργειες, ενώ η οικειοποίηση των αρμοδιοτήτων του κράτους σύννομη.

Αν κανείς δεν μπορεί να παρατηρήσει σε αυτό την αρχή διχασμού και αποδόμησης οποιασδήποτε κοινωνικής συνοχής, θα πέσουν απλά τα «μπάζα» της αποδόμησης στο κεφάλι του και θα αρχίσει να βλέπει συνωμοσίες παντού. Η σκέψη αυτή θα διαλύσει ό,τι έχει απομείνει.

Με το μικρό μας οπλοστάσιο, των επιχειρημάτων γύρω από την περιουσία μας, εμείς, η παλιά γενιά, επιχειρούμε να σκεπάσουμε τα όνειρα των παιδιών μας. Είναι «απάνθρωπη τρέλα» να μη θέλουμε να ακούσουμε το μέλλον μας που έχει εξεγερθεί. Η καταστροφή των περιουσιών, που είναι άλλωστε καταδικαστέα, κατάντησε η πενιχρή παρηγοριά για τους σαθρούς θεσμούς μας, την αδιαφάνεια, την αναξιοκρατία, τον συμβιβασμό μας με τη «ρεαλιστική» απαξίωση των όποιων αξιών μας, κάτω από το πέπλο της φράσης που, ενώ θα έπρεπε να είναι «όχι», κλείνουμε το μάτι λέγοντας: «κάν' το, αλλά διακριτικά!».

Ετσι, ψάχνουμε να βρούμε «παραβατικές» συμπεριφορές, όπως ψάχτηκε η «παραβατική» συμπεριφορά του Αλέξη, για να επινοήσουμε τα καινούργια φοβικά μας σύνδρομα και να μετατοπίσουμε το φταίξιμο στα «παραβατικά» δεκαπεντάχρονα.

Οποία γελοιότης, θα έλεγαν οι παλιότεροι. Δυστυχώς, όμως, για τους κουμπουροφόρους και τους επίδοξους μιμητές τους, στη δημοκρατία το άτομο είναι πλήρως υπεύθυνο, όχι μόνο για την εκτέλεση του καθήκοντός του αλλά και για τον προσδιορισμό του καθήκοντος αυτού, καθώς και για τον τρόπο με τον οποίο εκτελείται. Και έτσι απλά, για να θυμηθούμε, στο Π.Δ. 254/2004 (ΦΕΚ 238/Α') Κώδικας δεοντολογίας αστυνομικού, αναφέρεται στο άρθρο 2 μεταξύ των άλλων: «β) Εφαρμόζει τον νόμο με κοινωνική ευαισθησία... γ) Εκτελεί τα καθήκοντά του με αμεροληψία, αντικειμενικότητα, διαφάνεια, σύνεση, αυτοκυριαρχία, σταθερότητα, αποφασιστικότητα και αξιοπρέπεια... δ) Δεν επιφέρει, δεν προκαλεί και δεν ανέχεται πράξεις βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας...».

Το πώς μεταφράζεται στις συγκεκριμένες καταστάσεις ο νόμος, είναι στην ουσία καθήκον της πολιτικής εξουσίας να «αναγνωρίσει». Ομως η πολιτική εξουσία σήμερα, εγκαταλείποντας τις οικουμενικές αξίες με τις οποίες εκλέχτηκε, «σεμνά και ταπεινά», βρίσκει καταφύγιο στον φόβο των «πραιτώρων της πόλης», ανακαλύπτοντας εχθρούς της δημοκρατίας.

Εάν χρησιμοποιούσαμε την ορολογία του Μπένγιαμιν, θα λέγαμε ότι: «μολονότι η δημοκρατία μπορεί, λιγότερο ή περισσότερο, να εξαλείψει τη συντεταγμένη βία, είναι παρ' όλα αυτά υποχρεωμένη να στηριχθεί στη συντεταγμένη βία». Η ποιότητά της, όμως, είναι ευθύνη της πολιτικής διοίκησης. Και όταν η «ποιότητά» της είναι απάνθρωπη, ο πολιτικός υπεύθυνος παραιτείται μαζί με τον φυσικό της υπεύθυνο.

Αλλιώς, η πολιτική διοίκηση κρύβεται πίσω από τις στολές των ειδικών φρουρών που έγιναν αστυνομικοί, χωρίς πανελλήνιες εξετάσεις, με «διακριτικές» διατάξεις.

Σήμερα πρέπει να απομυθοποιήσουμε τα φοβικά μας σύνδρομα απέναντι στο «νέο» που έρχεται. Και αντί να κατηγορούμε τη νέα γενιά με τη συνήθη φράση «κ......α» που ακούστηκε στις διαδηλώσεις, τη νέα γενιά που παλεύει να αναγνωριστεί η κραυγή αγωνίας της, να της δώσουμε «χώρο» και ανάσες ελπίδας, μέσα σ' αυτή την κοινωνία του αχαλίνωτου ανταγωνισμού που έχουμε επιβάλει.

Ηεξέγερση της νεολαίας, με αφορμή τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, αμφισβητεί στην ουσία της την τεχνοκρατική, ανθρωπιστική δήθεν διαχείριση που κάναμε σημαία μας. Το μερικό ωράριο, τις ευέλικτες σχέσεις εργασίας, τους εργαζομένους που ενοικιάζονται και τα άλλα που ακολουθούν ως προτάσεις, εβδομάδα εβδομήντα ωρών κ.λπ. «Μια εξέγερση είναι μια πράξη ελευθερίας που στιγμιαία αναιρεί το πλέγμα της ιστορικής αιτιότητας...» και εν τέλει, όταν προέρχεται από νέους, δηλαδή από μία άλλη οπτική του μέλλοντος, είναι και απροσδιόριστη. Αντί λοιπόν να καταδικάζουμε, είναι πιο συνετό να θελήσουμε να καταλάβουμε τα γεγονότα αυτά σαν ροή ενός γίγνεσθαι (deleuze) που υπάρχει δίπλα μας, αλλά δεν το βλέπουμε. Γιατί η απελπισία του μέλλοντος, που είναι η νέα γενιά, μπορεί πολύ εύκολα να μετατραπεί σε καταστροφή του παρόντος.

(Aπό την Ελευθεροτυπία Σα 13/12/2008)

Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2008

ΣΥΓΧΩΡΑ ΜΑΣ ΑΛΕΞΗ

Δεκαέξι χρονών όνειρα, δεκαέξι χρονών ελπίδες, δεκαέξι μόλις χρονών. Εμείς ένας κόσμος ανελέητος που τρώει τα παιδιά του. Τα σκοτώνει προσφέροντας το όραμα της γυαλισμένης λαμαρίνας και του «υγιούς ανταγωνισμού» που γίνεται παραφορά, που γίνεται βρισιά ταχύτητα και θάνατος. Τα σκοτώνει ανεχόμενοι το εμπόριο ναρκωτικών γιατί με αυτά θησαυρίζουμε περιμένοντας να γλείψουμε το ελάχιστο κοκαλάκι μιας επίπλαστης ευμάρειας, που τη συνηθίσαμε πια. Τα σκοτώνει τρόγωντάς τους το χρόνο με φροντιστήρια, μουσικές και άχρηστες γνώσεις για να σωριάζονται εκατοντάδες στις στρατιωτικές σχολές και στο δημόσιο. Γιατί αυτό το όραμα το καλλιεργήσαμε εμείς «να τρουπώξω» που έλεγε ο Βουτσάς, αυτή είναι η πραγματικότητα μας, το «τρουπωγμα». Κλεισμένοι στις χρυσές μας φυλακές με τους μεγάλους τείχους περιφέρουμε την αηδία μας σε μια καθημερινότητα που την καταντήσαμε τόσο ξένοι, όσο ξένοι γίναμε και εμείς στον εαυτό μας και στους άλλους. Κι αλλοίμονο κανείς να μας αμφισβητήσει. Το κύρος είμαστε εμείς, η εξουσία εμείς και κανείς άλλος. Κι αν τυχόν ένα παιδί γλυτώσει από το θάνατο που του προσφέρουμε με το αυτοκίνητο, τα ναρκωτικά και από μια χωρίς νόημα ζωή τότε μπορούμε και να το πυροβολήσουμε.

Σχώρα μας Αλέξη.

Παιδιά συγχωρήστε μας….




Για τα μάτια ενός παιδιού που ψάχνει γη, γκρεμίζω ουρανούς,
λυτρώνω μάνες και γιους.
Κάνω τη γλώσσα μου την πορφυρένια, ατόφιο μολύβι·
και τη ψυχή μου ένα απέραντο από στίχους καλύβι.
Ρίχνω το κάστρο σας, φτύνω του άστρου σας την κόχη.
Γίνομαι αύρα αλμυρή και στερνοβρόχι

Active Member

Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2008

ΑΠΟ ΤΗΝ ΟΡΜΗ ΜΕΧΡΙ ΤΟ ΦΟΒΟ



Κι έρχεται άμμος, μιλάω.. Πάρε το δόντι από το φως.

Πίσω οι βάρκες πολιορκούν το τρίμα του βουνού. Νυχτώνει.

Έρχεται Τροία απ’ τα παράθυρα

περνάει στο φως και καίει, σου μιλάω.

Ξέρω τη λάμψη. Το ξυράφι του χρόνου, πεινά.

Φύλαξε το γυμνό βιβλίο μέσα στα πόδια σου

Όταν προστρέχεις στη βροχή θλίβονται σύμφωνα

Κι έχει μια παγωνιά, περνάω..

Εδώ βρήκαμε το μάρμαρο σφαγμένο.

Έταζε ο τρελός κι η θάλασσα αίματα γέμουσα.

Διαταγή κι ύστερα μυαλά έβρεξε και δόντια

Μπήκε από το παράθυρο. Τόνοι πορφύρα.

Στα χέρια σου άρχοντα, οι ζωές μας.

Εδώ όμως τα μάτια του παιδιού περιτρέχουν το τοπίο, στέκονται στα σφιγμένα μάτια μας και αναζητούν το αύριο, μια κατάφαση, έστω ένα χάδι δυναμίτη. Ύστερα πλησιάζει ο καπνός, τα μάτια του παιδιού στο συρτάρι. Οι άρχοντες διασκεδάζουν παίζοντας μπριτζ.

Πριν από δω, λοιπόν, ζωγραφισμένη στους τείχους ήταν

σπείρα παλιά, αυτός που είναι μακριά της εξουσίας.

να τον περιγελούν παίζοντας σκήπτρα,

παίζοντας ζάρια, τις ζωές, το χρόνο.

Και ήρθε μαύρος, λέγοντας: τα θέλεις;

Μόνο σιωπή κι ο ήχος της σιωπής και ο θόρυβος του τίποτα.

Πήγαινε πίσω, είπε απλά

Κι έφυγε πίσω, λέγοντας, ορίστε ερείπια

η πολιτεία των συλλαβών μου, ορίστε αίμα.

Ορίστε δάκτυλα παιδιών να φτύνουν άμμο.

Και τα καρφιά εδώ, τα αγκάθια και το μαστίγιο εδώ.

Εδώ όμως τα μάτια του παιδιού περιτρέχουν το τοπίο, στέκονται στα σφιγμένα μάτια μας και αναζητούν το αύριο, μια κατάφαση, έστω ένα χάδι δυναμίτη. Ύστερα πλησιάζει ο καπνός, τα μάτια του παιδιού στο συρτάρι. Οι άρχοντες διασκεδάζουν παίζοντας μπριτζ.

Γύρισε ματωμένο το φεγγάρι.

Do you remember;

Κόκκινα χέρια, σίδερο,do you;

Ξέρω τη μύτη της βροχής, πεινάει λαιμούς ενίοτε και σβήνει

Τη μνήμη σβήνει, τα χλωρά σβήνει του ήλιου καλάμια.

πρόβατα, όμως, όχι… Χιλιάδες μάτια βρέχει απόψε ο ουρανός,

χιλιάδες χέρια, χιλιάδες αύριο σπασμένα, την αυγή την ώρα

που καίγεται ο σκορπιός.

Και εμείς τι; φωνάζοντας στη δημοσιά;

εμείς ο σκορπιός , ένα μακρύ ποτάμι

που δαγκώνει το χρόνο του.

Πήγαινε πίσω, του λέμε, απλά

σήμερα σπάζει ο Κρόνος την παγίδα του ουρανού

κι χύνονται μυαλά της μέλλουσας ανατολής και μια σιωπή…

μια σιωπή, …….

κι ένα τραγούδι

από παλιά

μέσα στη νύχτα…

νεκρών πεσόντων

νεκρών πεσόντων

ους εμάρψαμε ποσίν

χίλιες φωνηές είμεν

Εδώ όμως τα μάτια του παιδιού δεν περιτρέχουν πια το τοπίο. Ένας φοίνικας μένει μονάχα και γύρω του παγωμένη η άμμος, ξεσκεπάζει λευκασμένα κόκαλα.

Έλα να σου δείξω το κέντρο της καρδιάς. Πες μου τι βλέπεις;

The fear, the fear….

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2008

ΝΙΚΟΣ ΣΚΥΛΟΔΗΜΟΣ... ΣΤΗΝ ΙΩΛΚΟΥ



Μια πέτρα κομμένη σε δυο κυπαρίσσια
μια γέφυρα κι ένα ξερό ποτάμι που το φεγγάρι
κατρακυλούσε το χειμώνα, πριν βρει τα μάτια μας.
Πιο κάτω σίδερα, δυο πόρτες κι η αντλία που γυρνά
στα χέρια μας το ξεραμένο δρόμο, το λεπτό, το χρόνο
τη μικρή ματιά που τα έκανε διάφανα όλα.

Ήθελα να ήμουν πάρκο, να κάθονται πουλιά
το γέλιο να ξαπλώνει μες στα δόντια, καθώς γυρνάν τα βλέμματα
από την ίδια επανάληψη της μέρας.
Κι ύστερα φύλλο, μια νότα που κυλά από την καταιγίδα
να βρίσκει Απρίλιο και Μάη κι ένα λελέκι απ’ τα παλιά
που τάνυζαν ουράνια τόξα και μπαξέδες.
Κα να είχα ένα ψωμάδικο και να ζυμώνω αλφάβητα
στη λόγχη του αυριανού παιδιού, να ξενυχτάω.
Πινακωτή με σύννεφα, τον ήλιο, την ακτίδα
θα βρέξει εδώ, ασπρίζει εδώ, μιλάει εδώ, θυμάται..
Και πάνω τους, μια ρίζα λοιμική του άνεμου, θρυμματίζει
το μικρό του χέρι. Βρίσκει το φως..
Τροφή στο όνειρο. Και το νερό κι η ρόδα που γυρνά
στρέφει τον άξονα, στρέφουν τα χρόνια και γυρνάνε
Πιο πάνω το βουνό σκιά πριν ξημερώσει…

Ήταν καράβι, τα πήρε τα κουπιά αέρας, το δέρμα άνεμος
και όλοι πήγαν του χαμού
Τώρα επιζώντες Κυριακή στην παραλία
με τσίπουρο στην άκρη των ματιών
ώσπου φαίνεται καγχάζων εσαεί,ο Σκυλοδήμος…


"Πρώτη φορά δημοσιεύθηκε στο ΠΟΙΕΙΝ, κι αναγνώσθηκε στις "Κυριακές του Απόλλωνα" στο Βόλο. Ξαναμπαίνει εδώ σήμερα γιατί πέρασα από το "άγαλμα" του στο Θέατρο. Τι θές εδώ Νίκο;

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

ΟΝΑΡ




Αναγνωρίσθηκε από την οσμή των νετρίνων που έβρεχαν επάνω του έναν κόσμο μοναξιάς. Είχε γεννηθεί στην τύχη και για αυτό μπορούσε να περιτρέχει τον κόσμο των ονείρων ανερυθρίαστος, άλλωστε όλοι εκεί ανήκουμε κι αυτός ο κόσμος είναι ένα όνειρο. Και αυτό το όνειρο είναι ο κόσμος,
Περπάτησε στις ασημένιες πλάκες του σπιτιού του και ανέγνωσε λίγα των γραμμάτων που αιωρούνταν στις λεύκες. Δεν γνώρισε ποτέ τα σκληρά σύμφωνα, τις πέτρες τις αιχμηρές που σκίζανε στα δυο αυτό που έμεινε από τα παιδικά του μάτια.
Η πολιτεία του ήταν ένα ναυάγιο, που επαίρονταν ότι κάποτε ήταν πρωτεύουσα. Σαν τις γηραιές κυρίες , που στέκονται ώρες στον καθρέφτη μέχρις να τους αναγνωριστεί το γεγονός ότι ελάμψανε ως καλλονές στα νιάτα τους. Καθώς οτι περνάει του σώματος είναι δυσβάστακτο αλλά η ψυχή είναι πάντα νέα γιατί δεν ξέρει τα μέλλοντα. Η ψυχή ζει στο παρών κι αρρωσταίνει με την έλλειψή του, την αποστροφή όλων μας. Η ψυχή μας χάνεται και φεύγει από το σπίτι που ασχημονούμε….
Πέρασαν μακριά οι βάρκες και η πλατεία του Αη Νικόλα. Δυο γάτες μας υποδέχθηκαν στις ασημένιες πλάκες της αυλής. Ούτε αυτές υπήρξαν, ούτε οι ασημένιες πλάκες. Το φεγγάρι μονάχα, ολόρθο.

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2008

ΑΥΤΟΙ ΑΠΟΚΛΕΙΟΝΤΑΙ



στον Μάνο Μπαλή

Όταν τα μικρά όντα ανέρχονται της κλίμακος

Ανευρίσκονται, όρη καταπίπτουν, η βροχή…

Στα μάτια τους βυθίζει τα πουλιά

Κι όλοι βρισκόμαστε εντός της άγνοιας.

Περιμέναμε πολύ να έρθει το απόγευμα

Κι ήρθε χλωμότατος βαρυπενθής ο μέγας φοίνικας

Με την παρθένα ποδιά εφημερίδας για να δηλώσει

Ότι όλα τα πτηνά βαπτίζονται πλέον στην εκκλησία

Της Ρώμης κι ανέγγιχτοι αφήνωνται οι σκώληκες

Και τα λοιπά σιχαμερά όπου με τις κοιλιές τους

Βρωμίζουν τα σύμπαντα, εξαιρούνται όσοι κοιμούνται

Με ανοικτά παράθυρα, ανέστιοι, εξαιρούνται

Αυτοί που φέρουν ρούχα μαύρα και καρδιά πάλουσα

Οκταετή, χαριέσσα

Αυτοί αποκλείονται


Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2008

ΠΕΤΡΑΣ ΞΗΜΕΡΩΜΑ






Κοίτα αέρας κατεβαίνει από ρηχά
και μια μανόλια
κοίτα ανάσα παίρνει η πέτρα του καιρού
κι οι λωτοφάγοι

Μαρτυρώ ότι ήρθαμε σε αυτή την πέτρα ξημερώματα. Μας πήραν τα κύματα και προσευχόντουσαν όλη την νύκτα. Και πηδούσαν ωσμε το Σείριο και κατεβαίνανε μέχρι η ανάσα του να βρει γιούσουρι να χτυπήσει. Γυμνοί βγήκαμε . Και τα πόδια μας κομμένα από τα χαλίκια του βυθού και τα μαλλιά μας φρύγανα από την κάψα του ήλιου. Πηδήσαμε στο ακρογιάλι και κραυγάσαμε. Κανείς δεν άκουσε. Τα χρόνια πέρασαν και μείναμε εδώ να τρώμε ο ένας τη σάρκα του άλλου. Ο τελευταίος δοκίμασε λίγο την πέτρα και την έφτυσε. Φαγώθηκε κι αυτός από τα πουλιά μόνον εγώ απόμεινα τρώγοντας κάθε μέρα ένα μικρό χαλίκι ενώ το βράδυ κατάπινα φούχτες - φούχτες τη θάλασσα.

Ξεραίνει πυράκανθος
τα λόγια ξεραίνει και βυθός
στους μικρούς του ξερούς τους γιαλούς
ο βυθός ο ξερός ..
Αυτά είχα να πω.. α όχι
τώρα που το λιβάδι έγινε λέξη
έχω ένα σπίτι που θέλω
να σου δώσω, ένα σπίτι
χυμένο με νύκτιες παρελάσεις και
κι ένα μεγάλο σφουγγάρι.
Μες στις τρυπούλες του έχει σελήνες
μια σιωπή, μια σελήνη, μια σιωπή
και νερό και νερά σιωπής
Ξημερώνει.

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2008

ΠΑΡΑ ΘΙΝ' ΑΛΟΣ



Στον Αστέρη Γκέκα και τις Κυριακές του Απόλλωνα στο Βόλο

Κοίτα, είχα μια δεξαμενή
δέντρα πολλά και δίαιτα αρμόζουσα.
Και ήρθε ένα φεγγάρι πλεούμενο
και στις Μηλιές έτρωγε σύμφωνα.
Μιλούσα στην κιθάρα με άσπρο καθαρώτατο Ιονίου.
Κι ωφέλεια η υγρασία του Μαγιού,
πεζούλια λιονταρίσια, μες στον ύπνο.

Κατεβήκαμε μετά στο λιμάνι
κι είδα τους επιζώντες περιμένοντας
κι αργούσε να φανεί το πλοίο.
Κι άγγελος επάνω στους ιστούς
το καλοκαίρι φορτωμένο με κόμπους λεύκας
δίψαγε. Περπάταγε επάνω στα νερά..

Περίμενα μαζί τους την αυγή των ποντικών.
Ένας πατούσε λίρες στην όχθη του μεσημεριού,
ψιθύριζε εξισώσεις. Το βουνό περνούσε μέσα του
ανενόχλητο.
Άλλος με συμβουλές στους νεαρούς επυλίδες
για την πορεία του τσιμέντου, ως ανερχόμενη εσπέρα
μέσα στο φέγγος.
Και ο κύριος νομάρχης, αναμένοντας την άφιξη
των ποντοπόρων.

Την άλλη μέρα φύσηξε φλεβίτιδα και βάκιλους
ήρθε το πλοίο και ο άγγελος μαστίγωσε τα κύματα
κόκκινο χαλί στον κύριο νομάρχη.
Μου βγήκε ο Αρχίλοχος και εσάστισα
την παρατάω την ασπίδα. Θα ακουστώ.
Κι άλλη δεν έχει. Δεν έχει άλλη.
Μήτε και λεύκα, ούτε δεξαμενή,
ούτε και δρόμοι υγρασίας,
ούτε αναμονή του πρωινού
ούτε μπαζάρ χριστουγεννιάτικα της Κυριακής
με άρρωστες γούνες, ζωγραφισμένα μέτωπα.. ούτε….

Κοιμήθηκε μια μέρα, που στο ρόδι φύσαγε θάλασσα
πριν κοιμηθεί υπήρξε Οδυσσεύς, μια μέρα….


Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2008

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ



Θα κάψω τα μεταλλικά καρφιά των λέξεων που εμποδίζουν
κάθε απόδραση από αυτό το βρωμισμένο καφενείο που καθόμαστε όλοι,
γιατί είναι σκοτάδι, γιατί βρέχει πάνω στις βάρκες,
γιατί βρέχει πάνω στη μυρωδιά τους και μυρίζουν ακόμα άνοιξη, ανυστερόβουλες

Γιατί εδώ θάφτηκαν οι λέξεις των θάμνων της αυγής.
Γι αυτό ακόμα θλίβονται οι κοπέλες που τα χείλη τους ξεράθηκαν
στα μνήματα του έρωτα κάθε Σαββάτο βράδυ.
Γι' αυτό και τα χαμηλά ναυάγια της μέρας βρίσκουν βυθό,
βρίσκουν αυγή, βρίσκουν τη μέρα και γλυστρούν και φεύγουν.
Και γράφω εδώ στο κήπο αυτό των λέξεων, και γράφω της μουσικής
που χάνεται στα ράφια επάνω που πάνω τους οι σκέψεις μυρώνουν τη φυλή μου.

Εχω κρατημένα τα αποφόρια ενός ροκανισμένου μέλλοντος
και δεν αρκεί, δε φτάνει για τα παιδιά, για τα μάτια τους
Τα μάτια τους αυτές τις βάρκες τις ανυστερόβουλες, μια μέρα με βροχή.

Γι' αυτό και τρέχω να καταθέσω
λέξεις μικρές, όσες μπορώ, και σφραγισμένα τα καπάκια τους
ας επανέρχονται, καθώς δεν γράφω πια, δεν μυρίζω, τινάζεται ο μυελός
και δεν καταλαβαίνω
Ορφανός περνώντας στα ορφανά και ταξιδεύοντας

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2008

ΣΑΝΑΤΟΡΙΟ ΠΗΛΙΟΥ ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΓΚΑΝΑ

Πέρασα προχθές στα ίδια βήματα του τόπου, του χρόνου έμοιαζε. Βρήκα τα βρύα, που μούλιασαν τα παιδικά μου χρόνια. Στάθηκα μ’ ένα κόμπο βροχής μέσα στο σύννεφο. Μνημόνευσα τον ιατρό Καραμάνη, την Αννα, τον Αγγελο Σικελιανό, τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη και τον Κωστή Παλαμά κι όσους ακόμα είδαν τα μάτια τους τούτη την εικόνα.



Τον ξέρω αυτόν τον τόπο,
ξαναπέρασα παιδί με το πουλάρι μου.
Εχουν άλλαξει όλα
Κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό.

Ξαπλώνω στο ψηλό χορτάρι,
άνοιξη και βροχή, δεν κλαίω.
Ας ξαναπέσουν όλα
στην πράσινη βουβή αγκαλιά.
Γυρίζω μπρούμυτα κι ακούω
το καπάκι τ΄ ουρανού που κλείνει

Σ’ αυτή την κιβωτό
είμαι το είδος δίχως ταίρι.

Μ.Γκανάς, Γυάλινα Γιάννενα, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1989

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2008

ΟΙ ΑΘΑΝΑΤΟΙ ΚΑΙ Ο ΑΜΝΟΣ

Εμείς οι αθάνατοι απόντες του Θεού στην απουσία του Θεού, εμείς τινάζουμε χαίτη, εν ταπεινότητι. Εμείς οι ενοχοποιούντες πάντας, αθώοι. Όχι ένοχοι δια Θεού αλλά στην απουσία του και στην μνήμη του, που ωστόσο δεν ανεχόμαστε στον κόσμο. Εμείς οι αθάνατοι στρογγυλεμένοι εις τους ωραίους κρημνούς των ονείρων μας, που μας οδηγούν τα μεσημεριανάδικα. Εκεί όπου ο καθένας γίνεται άλλος και ο άλλος κανένας. Εκεί όπου ο κατήγορος είναι κατηγορούμενος, θύτης και θύμα, κυνηγός και θήραμα, οι ρόλοι τέλος. Εκεί όπου σημεία επανεφευρίσκουν σημεία, συναντούν γωνίες και στρογγυλότητες, σμιλεύουν λέξεις από μάρμαρα. Εκεί στην μαύρη τρύπα της πατρίδας μου, που καμπυλώνει ακόμα και το φως. Ίσως μια ώρα ανύποπτη, άγνωστη ένα τεράστιο βέλασμα του αληθινού αμνού θα διαλύσει όλα τα αλφάβητα. Τότε θα δούμε πως θα φανείτε με το πραγματικό σας πρόσωπο. Ας θορυβηθείτε, αγαπητέ, αρκετά δεν κοιμηθήκατε μέχρι σήμερα;


Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου 2008

ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ



Κοιτάζω. Πέτρα. Τα βουνά κοιτάζω

την πέτρα, τα σπίτια που χάνονται μαζί με τους ανθρώπους

τα σπίτια που κάποτε ήταν δροσερά γεμάτα ήλιους μικρούς

Ανάσες κι όνειρα κι ύστερα έρχεται η συκιά μέσα απ’ τα σπλάχνα τους

μιλάει παλιές ομίχλες και κείνο το βαρύ πάνω στο στήθος που μουδιάζει

Τώρα αρχίζει η εποχή του αχινού που ο καθείς μαζεύει τα λιγοστά γραμμάρια τις ευτυχίας του για να τοκίσει τις καλύτερες μέρες.

Όπου ο θα αφρίζει ο ανθός το ξανθό των ονείρων του

και πνέουσα η ψυχή θα βρίσκει φιλιά παλιά των Εσπερίδων

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2008

ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗ ΛΕΟΝΤΑΚΙΑΝΑΚΟ



Μνήμη 1

Σαν χάναμε τον ύπνο
μια στάλα αμαρτία
πίναμε στον ήλιο

Μνήμη 2

Η γυναίκα που με ζύγωσε
έκρυβε στο στήθος της
ένα ρόδο κόκκινο σπαρμένο

Κάποιες μικρές αγάπες κρατούν κεραυνό
το καλοκαίρι
και μου θυμίζουν του ματιού τα χίλια πουλιά
και τα σύμβολα των αιώνων

Μνήμη 3
Ο δρόμος που πήρες
περνάει από τις Μυκήνες
την αυγή = το δείλι να θυμάσαι

Είχα απομείνει να βλέπω τους σκεπασμένους
με λέξεις τοίχους
... συν ουλομένη αλόχω, συν ουλομένη αλόχω
και να μετρώ τα πλοία με τα ονοματά της
Κλυταιμνήστρα, Ορέστης, Ηλέκτρα και ένα
μικρό ανώνυμο
Την είδα ένα απόγευμα να ψωνίζει κόκκινα μαντήλια
και να γελάει
ισως ηταν η ομίχλη που χάθηκε

Ξύπνησαν οι μυγδαλιές
και τότε την εξέχασα

Εχει μείνει μονάχη στα χείλη η σκέψη του θρύλου
και οι κυριακάτικες φωνες των παιδιών
που χάσαν τους μπρούτζινους αγγέλους και βρήκανε το φόνο

Ω μη, μη τον ουρανό κοιτάτε
στα χέρια μέσα η αμαρτία και στον αγέρα

Κρύωνα και σκεπάστηκα με τούτους τους σπασμένους
στίχους
και μές στα μάτια Σας έψαξα να βρώ οτι μου είχαν πάρει

- Βρήκα τις κάρτες του Ορέστη
με τα κρυστάλλινα τοπία φτερούγες του χελιδονιού
κάποιες ροζ ανταύγειες από την Ουγγαρία και το Βιετνάμ
κι ενα γαλανό χαμόγελο από την Πράγα


Οι λεωφόροι γέμισαν με τους σταυρούς μας
παιδιά της Κλυταιμνήστρας
και του φωνογράφου
"Συνεφιασμένη Κυριακή" και κάποια αισθηματική ιστορία
παιδιά της Κλυταιμνήστρας

Λεοντακιανάκου Ι, Οι διάφανες συμφωνίες της Πέμπτης, εκδ. Διογένης, Αθήνα 1972

Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2008

H ΝΕΟΤΗΣ ¨Η ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΑΣ




Όπου ‘χει σίδερο στην ώρα και υπομένει. Όχι της ύβρεως αλλά του αδιάφορου πως; Ταξίδι στους ίδιους δρόμους με άλλα πρόσωπα ο Γιάννης, η Μυρτώ, η Σταυρούλα κομπασμοί του ανεπιβεβαίωτου. Κλονιζόμαστε όταν.. Όταν ο κήπος αρχίσει να μην είναι η κατοικία της καρδιάς μας.. Τα ρέστα βολεύονται σε βελούδινες καρέκλες, όπως το πάθος μια συγκεκριμένης εποχής, που θέλει ούτως η άλλως να ονομάζεις «η νεότης». Μόνο μια στιγμή

Δευτέρα, 6 Οκτωβρίου 2008

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΚΑΤΑΣΤΡΩΜΑΤΟΣ



Η δύση τρώει ακόμα καθαρά τα δειλινά της. Είναι γραμμένο ότι ο κηπουρός θα βρει το χαμένο καράβι μέσα σε μυθικές φυτείες αγαπάνθων. Θέλω να πω ότι ο καθένας ακολουθεί το είδωλο της ζωής του ενώ η ζωή τον προσπερνά. Γι’ αυτό θεωρείς σημαντική την προάσπιση του χώρου σου γιατί γνωρίζεις καλά ότι δεν σου ανήκει. Θεωρείς σημαντική μια χούφτα γη, δυο τρεις λαμαρίνες, ένα σπίτι, το παιδί σου ακόμη γιατί το ξέρεις, πως εν τέλει, ούτε την ζωή σου κατέχει. Μόλις τότε χάνεσαι στο βάθος ενός καθαρότατου ουρανού, που ποτέ σου δεν ονειρεύτηκες.

και είσαι

σ’ ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά

τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από πού

να κοιτάξεις πρώτα

γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά

και το τιτίβισμα των πουλιών

θ’ αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά

και νότο

θ’ αδειάσουν τα μάτια σου από το φως της μέρας

πως σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια….. (Γ. Σεφέρης – Κίχλη)


ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ



Της Κυριακής ο αρχαιότερος λυγμός μοιάζει με αστερία θνήσκοντα
καταμεσίς του θέρους.
Σπαράγματα βρίσκονται παντού.
Κοιτάζουν τα δέντρα στα βουνά κι αναρωτιούνται
αν είναι η μοναξιά σ’ όλους τους κόσμους ίδια;
Από ψηλά η Κασσιώπη μιλά για αυτά που πέρασαν.
Μονάχα τα μάτια μας ελπίζουμε να είναι ανοικτά.
Να βλέπουνε τους δρόμους, που δεν τολμήσαμε να πάρουμε, να βλέπουνε τους δρόμους που δεν αναγνωρίσαμε.. Αυτοί οι ωραιότατοι δρόμοι
που δεν τολμήσαμε να πάρουμε.

Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2008

ΒΡΕΧΕΙ ΑΠΟ ΝΩΡΙΣ ΣΤΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑ



Έπεσε βράδυ. Βρέχει από νωρίς στα ιστολόγια.

Πέφτουν οι λέξεις : νόστιμον ημαρ στην αγκαλιά του πουθενά εκεί που η πραγματική μας μάννα ταξιδεύει.

Έπεσε βράδυ και οι νταλίκες σκίζουν την εθνική με τον λυγμό του Καζαντζίδη

κι ύστερα πέφτουν για ύπνο σαν μωρά μέσα στα πάρκινγκ.


Βρέχει απόψε στην Κατερίνη, στο Λιτόχωρο εκεί που κάποτε ακούμπησαν τα μάτια μας και τώρα η άκρη του ονείρου, ξεραίνεται στο ξύσμα του χειμώνα.

Έπεσε βράδυ θα κλείσω την τσάντα μου, απόψε. Αύριο έχει σχολείο. Θα ξανάρθω ιδρωμένος με ξαναμμένα ποιήματα, να ξαναβρώ το δρόμου εκείνο τον πλατύ που ξεφορτώνουν τα μέλλοντα, με τόνους.


Έπεσε βράδυ και βρέχει από νωρίς στα ιστολόγια. Το παιδί στο λιμάνι ξεχωρίζει την σκουριά και την επιστρέφει λέγοντας «εγώ θα σπάσω στα δυο την μοναξιά».


Κι ένα καράβι από μακριά αρχίζει ένα ζεϊμπέκικο μακρύ στα ξυραφάκια.

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2008

ΕΤΣΙ ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΡΑ ..... ΓΙΑ ΤΟ ΒΡΑΔΥ....



Τώρα που ξέρω πως δεν κερδίζονται οι άνθρωποι ή έστω κι ένα κορίτσι με σκέτες λέξεις, παρά μόνο με αίμα. Τώρα που καταλαβαίνω πως δεν γίνεται να φτάσεις στο ποίημα από διαβάσματα και μόνο, σε ένα κάποιο επίτευγμα, με χαμομήλια. Αστους να νομίζουνε αυτοί που μάτωσαν στις παρανυχίδες μονάχα και βγάζουν κραυγές "Ωχ ωχ Αιμορραγώ σ' ολο το σώμα" "Κάλπες, αφού πρόκειται για το δείχτη του αριστερού σας χεριού. Ποιό όλο το σώμα σας;" Γι αυτό και γράφουν νερόβραστα ποιήματα, πιπιλίζουν ονόματα με θαυμασμό και προσπαθούν να μοιάσουν κάποια πρότυπά τους χωρίς να περάσουν μέσα από την φωτιά και την κόλαση που προϋποθέτει το ποιήμα. Εμ δε γίνεται;

Μάριος Χάκκας. Ο μπιντές και άλλες ιστορίες, εκδ. Κέδρος.

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2008

ΟΙ ΚΗΠΟΙ ΤΗΣ ΕΥΤΕΡΠΗΣ



Η μέρα του φθινόπωρου είναι αργή. Ερχεται με φθίνοντες οπώρες και γλυκαίνει λίγο το ξερό του θέρους, που μέσα μας μεγάλωσε γεμίζοντας το κενό των ματιών με ξεραμένη γη και χόρτα. Καθώς της γλώσσας είναι οι εποχές και το φως το γνωρίζει. Γλυστράει στα φωνήεντα τα ελληνικά και υψώνεται βρίσκει το χώρο να μυρίση το άριστο. Και πάλι ξανά στων συμφώνων το άγριο παραμένει δίχως οικία. Ανέστιο φως φθινοπώρου, που κοιτάζουμε μέσα του άγριοι, των θαυμάτων απέλπιδες και του πρώτου του κόσμου του νέου ανάξιοι με σκιές των πραγμάτων παλεύοντας.
Αργός του φθινοπώρου ο ήμερος. Να γυρίσει και πάλι το θέρος. Οχι ελπίζοντας σε μια μεταβολή των εποχών αλλά το θέρος, ως θέρος έσωθεν φωνηέντων και συμφώνων παρέα. Οχι ο ήλιος δεν έδυσε στα μάτια μας.Δύει μονάχα στον Ομηρο "δυσαιτο μεν ηελοιος σκιωονται πασαι αγυιαί"

Τρίτη, 12 Αυγούστου 2008

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ


Επιτέλους διακοπές. Τα λεφτά τέρμα. Όχι δεν ήταν λάθος έκφραση, ούτε στιγμή αγανάκτησης. Τα λεφτά τέρμα σημαίνει ότι ο Βασιλάκης ήτανε ταμίας και ότι για έντεκα μήνες είχε σχέση συνεχώς με τα λεφτά. Εκατομμύρια, δισεκατομμύρια ευρώ περνούσαν από το χέρι του Βασιλάκη καθημερινά. Είχε χάσει προ πολλού την αίσθηση του χρήματος. Δεν τον ένοιαζε. Και να έβρισκε κάποιο στο δρόμο δεν το σήκωνε. «Αμάν πια ρε Βασίλη με αυτά τα λεφτά σου. Παντού βρίσκω κέρματα. Πρόσεχε λιγάκι. Κοίτα εδώ» «Τι έγινε;» «Το πενηντάευρω, σου το έπλυνα. Πρόσεχε λιγάκι. Ταμίας είσαι» Ακριβώς αυτό ήτανε ταμίας διαλεχτός και αλάθητος. Ποτέ του δεν του είχε βγει λάθος. Ποτέ του. Και η συμπεριφορά του άψογη. Επί 15 χρόνια μετρούσε χρήματα. Έπαιρνε χρήματα. Έδινε χρήματα. Μετρούσε χρήματα. Έτρωγε χρήματα. Και αυτό είχε συμβεί.
Μια μέρα στην ώρα της δουλειάς παρήγγειλε ένα σάντουιτς. Το πήρε αλλά δεν του άρεσε και παρήγγειλε λιγάκι γαλοπούλα παραπάνω. Το έφερε το παιδί και το άφησε στο ταμείο δίπλα στα χρήματα. Χωρίς ο Βασιλάκης να κοιτάξει πήρε την γαλοπούλα. Έλα όμως που πάνω είχε καθίσει και ένα νόμισμα των 10 ευρώ. Οπότε έφαγε την γαλοπούλα μαζί με το δεκάευρω, το κατάλαβε όταν πλέον ήταν αργά. Αλλά τσιμουδιά. Κουβέντα πουθενά. Άλλωστε έτσι παθαίνουν όλοι οι επαγγελματίες. Και οι ζωγράφοι πίνουν χρώματα αντί για τον καφέ, και τα μαστόρια στα συνεργεία βάζουν, κατά λάθος, γράσο στο στόμα. Γιατί όχι και αυτός;
Αλλά τώρα τέρμα. Διακοπές. Είχε κλείσει ένα ξενοδοχείο στην Εύβοια. Κοντά στην Αθήνα ήτανε. Ωραία ακρογιαλιά. Έτσι έδειχνε στο Ιντερνετ. Ιδανικό για παιδιά. Θα παίρνανε μαζί και τον Χαρίλαο αυτή τη φορά. Και θα ξεκουραζότανε επιτέλους. Όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν τι έγινε; Σπουδές. Μετά σπουδές. Μετά σπουδές. Και ύστερα στρατό. Μετά εργασία άσχετη από τις σπουδές. Μετά πάλι σπουδές σχετικές με την εργασία. Μετά άλλη εργασία και μετά πάλι σχετικές σπουδές με την εργασία. Και οι σχέσεις; Αναβάλλονται επ’ αόριστον γιατί πώς να γίνουν σχέσεις με διαλείμματα; «Έλα την Τετάρτη τρεις και μισή το μεσημέρι έχω κενό μέχρι τέσσερις;» Έτσι έφτασε και αυτός στα σαράντα για να παντρευτεί, αφού είχε σιγουρέψει την θέση στην τράπεζα. Για να σιγουρέψουν εντελώς και τις οποιαδήποτε επαναστατικές εξάρσεις του έδωσαν και ένα παχυλώτατο δάνειο για να πάρει ένα μεγάλο σπίτι και εξασφάλισαν την δουλικότητα του για τα επόμενα δεκαπέντε τουλάχιστον έτη.
Έτσι γνώρισε την Φωτεινή, σε μια κηδεία. Ναι είχε πεθάνει ένας προϊστάμενος και αυτή ήταν συγγενής, καθώς ο αδελφός του ήταν ο παππούς του. Κλάμα η Φωτεινή. Τον έπιασε κι αυτόν η συγκίνηση, έκλαψε. «Συγγενής σας;» «Όχι προϊστάμενος μου, τι λέω, πατέρας μου, σχεδόν πατέρας μου» και μεγάλωσε ο λυγμός. Και μετά αρχίσανε τις γνωστές προτάσεις «τι είναι η ζωή;» «τίποτα δεν είμαστε ένα τίποτα είμαστε», όλα γενικά τα τετριμμένα εκείνα που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να επικοινωνήσουν χωρίς να ρισκάρουν τις προσωπικές τους απόψεις, αν βεβαίως διαθέτουν καθώς θεωρούνται και στις μέρες μας πολυτέλεια. Εν πάσει περιπτώσει, μετά την ανταλλαγή αυτών των κοινότυπων φράσεων είπε ο Βασιλάκης «δεν πάμε να πιούμε καλύτερα κάτι; Παρά να απομονωθούμε στα σπίτια μας. Πάμε εκεί που πήγαινε ο κύριος Περικλής το βράδυ με τους φίλους του;» «Δεν το πιστεύω ήξερες που πήγαινε ο παππούς μου;» «Και βέβαια, είχα πάει και γω κάποια φορά» Ενθουσιάστηκε η Φωτεινή και πήγανε στο παλιό το ταβερνάκι με την αυλίτσα και τα βαρελάκια που εκεί έβρισκε καταφύγιο κυρ Περικλής. Του είχανε πει να τα κόψει αυτά, αλλά αυτός είχε βρει τρόπο με κάτι φυσιοθεραπείες, που δεν μπορούσε ο φυσιοθεραπευτής παρά μόνο το βράδυ.
Εκεί πήγανε. Και καθίσανε. Και είπανε για τον παππού. Και είπανε για την ζωή. Και είπανε για το πόσο δύσκολα είναι τα πράγματα. Και ήπιανε και κάτι παραπάνω και στο δρόμο πλησίασε ο ένας τον άλλον περισσότερο και τέλος πάντων ο Βασιλάκης μετά από δυο βδομάδες, όταν έμαθε ότι ο πατέρας της είχε ολόκληρο εστιατόριο και αρκετά λεφτά, δεν το σκέφθηκε καθόλου. «Γνωρίζω τα χρόνια πέρασαν, αλλά τι να κάνουμε, πρέπει να λαμβάνουμε πάντα υπόψη μας τις αντικειμενικές συνθήκες» Συμφώνησε ο πεθερός και γρήγορα μάλιστα γιατί το είχε πάρει σχεδόν απόφαση ότι θα του έμενε στο ράφι η Φωτεινούλα «Δυσκόλεψαν βρε παιδί τα πράγματα. Οι μισοί είναι γκέι και οι άλλοι μισοί απασχολημένοι. Που να παντρευτούν τα κορίτσια μας;» Και μετά ήρθε ο Χαρίλαος, έτσι το είπανε το παιδί, το όνομα του πεθερού. Τσιμουδιά δεν είπε ο Βασιλάκης γιατί είχε τσοντάρει στο σπίτι, και τι σπίτι μεζονέτα στην καλύτερη περιοχή της πόλης. Και ήρθε ο Χαρίλαος και συμπληρώθηκε η οικογενειακή ευτυχία. Για τρία χρόνια όμως δεν το είχανε κουνήσει ρούπι από το σπίτι. Που να πάνε; Ο Χαρίλαος δεν μπορούσε τα ταξίδια. Την προηγούμενη χρονιά η Φωτεινή ήταν σε κατάθλιψη δεν γινόταν. Όλα αυτά όμως τώρα δεν είχαν καμία σημασία. Τώρα μπροστά ήταν οι διακοπές.
Που θα πάνε, όμως. Τίποτα δεν είχε κλείσει. Δεν πειράζει. Κάτι θα έβρισκε μέσω internet. Το βράδυ που κοιμήθηκαν όλοι μπήκε και άρχισε να ψάχνει. Μόλις ξημέρωσε άρχισε να παίρνει τηλέφωνα. Οι πρώτοι τέσσερις γελάσανε. «Τώρα το θέλετε; Τον Οκτώβριο, κύριε περιμένετε τότε έχουμε ελευθερα». Σιγά – σιγά έφτασε στην εικοστή επιλογή που ήταν σε ένα κοντινό νησί – στην αρχή το είχε αποκλείσει – «έχουμε κύριε, ένα δυάρι ακόμα είναι ανοικτό για την περίοδο που ζητάτε». Μετά άρχισε η διαδικασία εξεύρεσης θέσης στο πλοίο, δεν ήταν δύσκολο υπήρχαν αρκετά. Ώρα αναχώρησης 6 το πρωί «για να κερδίσουμε τη μέρα» όπως είπε η γυναίκα του. Αλλιώς τα φαντάζονταν αυτός βέβαια. Ότι θα σηκωθεί, θα πιει τον καφέ του, θα ετοιμάσει τα πράγματα και κατά το μεσημέρι θα ξεκινήσει, αλλά δεν βαριέσαι. Τόσο άγχος τραβάει κάθε μέρα, ας τραβήξει και κάτι λίγο για τις διακοπές.
Φτάσανε πέντε και μισή. Το μωρό στην αγκαλιά κοιμότανε, ευτυχώς είχανε πάρει το καροτσάκι. Τρεις βαλίτσες και ένας σάκος. Θυμόταν από πού ξεκινούσε το πλοίο και περίμεναν υπομονετικά. Στις έξι παρά τέταρτο, ούτε κόσμο έβλεπε, ούτε και πλοίο. Ρώτησε έναν λιμενικό. «Α το αλλάξανε, εκτάκτως σήμερα. Ούτε ένα χιλιόμετρο δεν είναι. Και βέβαια, άμα κάνετε γρήγορα, προλαβαίνετε. Μπροστά λοιπόν, η γυναίκα με το καροτσάκι να ισορροπεί σε λακκούβες και σαμαράκια. Πίσω αυτός με δυο βαλίτσες στο αριστερό, μία στο δεξί και τον σάκο στο λαιμό, ασθμαίνοντας. Λακκούβα αριστερά, την απέφυγε, λακκούβα αριστερή, γλίτωσε με ένα σκαμπανέβασμα της βαλίτσας την τρίτη δεν την κατάλαβε και βρέθηκε με τις δύο βαλίτσες στο κεφάλι, την τρίτη στα γεννητικά όργανα και τον σάκο σαν μαξιλάρι. Εντωμεταξύ το παιδί είχε ξυπνήσει και είχε αρχίσει να κλαίει τρομαγμένο μετά από τόσο χτύπημα στις λακκούβες. Ο Βασιλάκης σηκώθηκε, η Φωτεινή εκνευρίστηκε ο Χαρίλαος έκλαιγε. «Τρέξτε για εισιτήριο, κλείνει η πόρτα» «Ωραία τα μαλλιά σου, καλέ, πως τα έκανες;» «Βρήκα ένα κομμωτήριο στην Καλλιθέα» «Με συγχωρείτε λέει ο Βασιλάκης, να βγάλω εισιτήριο που φεύγει το καράβι;» «Στην σειρά σας, κύριε» είπε η ταμίας φανερά εκνευρισμένη. «Έτσι που λες, και βέβαια πήγα στην αλυσίδα. Τι με νοιάζει εμένα που είναι αλυσίδα. Τέλεια τα κάνανε» «Μα τι λες τώρα θα σου πω μια μεγάλη αλήθεια, ποτέ δεν είχες τέτοιο μαλλί» «Θα φύγει το καράβι, σας παρακαλώ» μούσκεμα ο Βασιλάκης «Να περιμένετε, κύριε, στην ουρά σας. Θρασύτατος έχει γίνει ο κόσμος. Τι λέγαμε; Ο Παυλάκης που είναι;» «Χωρίσαμε, Καίτη, ξέρεις τώρα;» «Χωρίσατε; Δεν μου είχες πει τίποτα» «Κυρία μου θα φύγει το καράβι» «Σε παρακαλώ, περιμένετε την ουρά σας» «Άντε μωρέ γκιόσες, θα φύγει το καράβι» «Ποιος το είπε αυτό;» «Εγώ, κυρά μου, άντε μην έρθω και σας σπάσω τα μούτρα» Αγενής αλλά η σειρά κινήθηκε.
Άνοιξε το κινητό «Που είστε;» «Έλα Βασίλη, έχουμε ανέβει στο σαλόνι. Εσύ το έβαλες το αυτοκίνητο;» «Δεν είμαι μέσα, Φωτεινή» Παύση. Vox clamantis. «Φωτεινή» Την βρήκε το απόγευμα να κοιμάται. Είχε πάρε ηρεμιστικά και κοιμόνταν μαζί με το παιδί. Επιτέλους διακοπές, σκέφθηκε. Όταν ξύπνησε ήταν βράδυ. Δεν του μίλησε. «Θα πάμε να φάμε, κάτι;» είπε όσο ευγενικά μπορούσε. Έβαλε τα κλάματα. Βγήκε στην βεράντα και άναψε τσιγάρο. Κοίταξε από την βεράντα, έβλεπε τα απέναντι κτίρια. «Δεν βαριέσαι, σκέφτηκε» Και ο μικρός είχε ξυπνήσει λίγο αργά, βέβαια. Σηκώθηκε, του έκανε γάλα. Τον έντυσε. Η Φωτεινή μέσα στην τουαλέτα ακόμη. «Θα πάμε Φωτεινή;» Καμία απάντηση. Τελικώς μετά από δέκα λεπτά βγήκε.
«Κοίτα, τι ωραία. Δεκαετία του ‘60» Τω όντι ήταν. Τραπέζια με το ένα πόδι κουτσό, καρέκλες ψάθινες νοτισμένες από την αλμύρα και αυτές ωσαύτως με το ένα, ενίοτε δύο πόδια κουτσά, τραπεζομάντιλο κόκκινο σκάκι και το πεύκο να φτάνει ως τη θάλασσα. Η Φωτεινή μούγκρισε, σημάδι ότι είχε αρχίσει να ξεπερνάει τα νεύρα, αλλά όχι τελείως. Καθίσανε ο Χαρίλαος κοιμότανε ακόμη στο καροτσάκι. Ήρθαν τα φαγητά, ήρθαν και τα κρασιά και μεράκλωσε ο Βασίλης «Πούσαι παιδί, βάλε και μια μπουκάλα ακόμη». Ξύπνησε ο Χαρίλαος. Σηκώθηκε και έτρεχε η Φωτεινή. Κι έτρεχε ο Χαρίλαος, έτρεχε η Φωτεινή, έπινε ο Βασίλης. «Βρε όρθιο γομάρι. Γι’ αυτό ήρθαμε διακοπές; Για να τρως και να πίνεις και να κάθομαι να τρέχω εγώ για το παιδί. Είναι και δικό σου το παιδί, μην το ξεχνάς.» Πάει το κρασί, πάει το φαΐ πάνε και τα μεράκια, έτρεχε πίσω από το Χαρίλαο, ασθμαίνων.
Στην αρχή απέδωσε την ζάλη στο γεγονός ότι είχε φάει και είχε πιει απότομα. Κατόπιν απέδωσε τους εφιάλτες στο γεγονός ότι είχε άγχος. Έπειτα απέδωσε την δυσφορία στο ότι δεν είχε συνηθίσει το δωμάτιο. Κατά τις τρεις τα χαράματα όλες οι δικαιολογίες τελείωσαν στην τουαλέτα. Διάρροια. Εμετός. Πυρετός = δηλητηρίαση. Η διάγνωση είχε γίνει αλλά την μέθοδο να σταματήσει αυτό δεν το ήξερε. Αυτό που ήξερε πως έπρεπε να κάνει ησυχία να μην ξυπνήσει την Φωτεινή. Εγκαταστάθηκε στην τουαλέτα. Κοίταζε το ταβάνι. Οραματίζονταν αυτά που είχε να κάνει. Ο πόνος όμως ήταν αφόρητος. Η ζάλη μοναδική. Πήγαινε στην τουαλέτα. Μετά στον νιπτήρα. Καθόταν για λίγο στο καπάκι της τουαλέτας και πάλι από την αρχή. Σσσστ άκουσε την Φωτεινή από μέσα. Πάει να σηκωθεί, ζαλίζεται. Πιάνει την κουρτίνα του μπάνιου και πέφτει μαζί της…
«Μα τι έπαθες, χριστιανέ μου νυκτιάτικα» την άκουσε να λέει. Μόνον αυτό μετά μια σκοτοδίνη και τέλος. «Έλα Βασιλάκη μου, έλα» άκουσε να του λέει από πάνω του. «Βγες έξω» φώναξε και όρμηξε μια στην λεκάνη και μια στον νιπτήρα. «Να καλέσω γιατρό;» «Που θα τον βρεις;» Ξύπνησε ο Χαρίλαος «μπαμπά» «Μπαμπάκια Χαρίλαε, κοιμήσου» Ο ύπνος τον βρήκε στα πλακάκια της τουαλέτας. Έξω είχε ξημερώσει.
Η δεύτερη μέρα πέρασε στον κρεβάτι με τον Χαρίλαο να χοροπηδάει πάνω στην κοιλιά του. Με την αφυδάτωση που έπαθε ούτε να σηκωθεί δεν μπορούσε. Ήταν μια υπέροχη κατά τα άλλα μέρα, τόσο υπέροχη που δεν κατάλαβε καθόλου ούτε πώς πέρασε, ούτε πως ήρθε η νύχτα. Ευτυχώς ο Χαρίλαος κοιμήθηκε νωρίς και η Φωτεινή γκρίνιαξε λιγότερο.
Την άλλη μέρα σηκώθηκε φρέσκος από ένα πολύωρο ύπνο. Βγήκε έξω και περπάτησε στο γρασίδι. « Αυτές είναι διακοπές. Από σήμερα θα περάσουμε διακοπές» Διάβασε το χάρτη και σκέφθηκε ότι το καλύτερο ήταν να πάνε κάπου μακρινά, σε εξωτική παραλία, να χτυπάει το κύμα στα πόδια και στα πεύκα, να γλύφουν τα βοτσαλάκια την αρμύρα. «Όλοι στο αυτοκίνητο» φώναξε. Κι επιτέλους το χαμόγελο είχε γυρίσει στα χείλη όλων. «Ξέρεις που πάμε, Βασιλάκη;» Και πήραν τον πρώτο χωματόδρομο και φτάσαν σε μια διακλάδωση, και βγήκε ο Βασιλάκης ξύνοντας το κεφάλι. Και πήγαν δεξιά, μετά αριστερά. «Σταμάτα για λίγο, ζαλίστηκε το παιδί» και ξανά πάλι μέσα «αργούμε πολύ;» Η Φωτεινή είχε αρχίσει να συννεφιάζει. «Όχι, όχι φτάνουμε, φτάνουμε» και να «εκεί μετά το βουνό» και μετά το βουνό ήταν κι άλλο βουνού και είχανε περάσει δυο ώρες και στένευε ο δρόμος κι άνθρωπο δεν βρίσκανε και βουνά ήταν τριγύρω. «Βασίλη, γυρνάμε πίσω αμέσως τώρα.» έκανε η Φωτεινή. Μια κουβέντα ήταν. Που να στρίψει. Ίσα, ίσα που χωρούσε δίπλα από τη μία βουνό, από την άλλη χαράδρα. «Να βρω ένα πλάτωμα και γυρίζω» και πήγαινε και ανέβαινε και πήγαινε. Στόπ… Ναι στόπ. Ο δρόμος κοβότανε, ξαφνικά. Βγήκε έξω και άναψε τσιγάρο «Φωτεινή πρώτον μην φωνάζεις, δεύτερον πρέπει να σκεφτούμε ψύχραιμα και λογικά. Πρώτον πρέπει να γυρίσουμε πίσω με το αυτοκίνητο γιατί πως αλλιώς θα πάρουμε το παιδί; Δεύτερον δεν μπορούμε να γυρίσουμε. Τρίτον τι κάνουμε;» Μία λύση υπήρχε. Όπισθεν. Όπισθεν με προσοχή μην πέσουν και στο γκρεμό.
Είχε φτάσει το βράδυ όταν κατάφεραν να γυρίσουν το αυτοκίνητο. Η Φωτεινή είχε πάθει υστερία. Ο Χαρίλαος είχε πάθει υστερία. Αυτός συγκρατιόνταν να μην πάθει υστερία. Έτσι όταν είδε από μακριά τη καλύβα, πήρε θάρρος. Χτύπησε την πόρτα, κανείς. Ξαναχτύπησε, κανείς. Την έσπρωξε κι άνοιξε. Είχε ένα τζάκι. Δυο κρεβάτια και κάτι παλιόρουχα παρατημένα. «Εδώ θα μείνουμε για βράδυ κι αύριο έχει ο Θεός» Σε μια γωνιά βρήκε κάτι ντομάτες και παξιμάδια. Έφαγε ο Χαρίλαος και τα παξιμάδια και την ντομάτα και σταμάτησε να κλαίει. Ευτυχώς είχε νερό. Την έπεσαν όπως όπως για ύπνο.
«Τιστι ισεις ρε;» Ξυπνήσανε με μια αγριοφωνάρα κι ένα δίκαννο στο κεφάλι τους. «Τι ιστι σεις ρε;» «Να σας εξηγήσω, έκανε ο Βασιλάκης, και μόλις είδε ο άλλος το παιδί ηρέμησε κάπως. Του εξήγησαν. Τον ρώτησαν για το δρόμο, τους εξήγησε. «Θα τα ξαναπούμε, παππού, θα ρθούμε ξανά»
Το μεσημέρι φτάσαν ξανά στο ξενοδοχείο. « Που είστε κύριε Αργυρίου, σας ψάχναμε όλη τη μέρα σήμερα, ανησυχήσαμε. Είχατε και ένα επείγον τηλεφώνημα από τον αδελφό σας»
«Βασιλάκηηηηηηηηηηη μου, την χανουμεεεεεε, την χάνουμεεεεεε Βασιλάκη μουουουουου» « Τι έγινε βρε Τάνια;» είπε την νύφη του. «Η μάννα σου Βασιλάκη, δεν είναι καλά» «Τι λες μωρε Τάνια, τι έπαθε;» «Κίτρινη σαν το λεμόνι Βασιλάκη. Στο νοσοκομείο Βασιλάκη» «Τι λες μωρέ, εγώ είμαι διακοπές» «Διακοπέεεεες; Κι η μάνα σου Βασιλάκη; Η μάννα είναι μόνο μία» «Πρέπει να φύγουμε Φωτεινή, εκτός κι αν θέλεις να μείνεις μόνη σου εδώ πέρα» «Μόνη με το παιδί, ούτε να το διανοηθείς. Δεν θέλω»
Έφτασαν ξημερώματα στην Αθήνα. Τους πηγαίνει στο σπίτι και τρέχει στο σπίτι της μητέρας του. Χτυπάει και του ανοίγει. «Τι έγινε ρε μάνα;» «Αστα Βασιλάκη, κόντεψα να πεθάνω» «Τι ήταν ρε μάνα;» «Δηλητηρίαση, Βασιλάκη, δηλητηρίαση» «Και με γυρίσατε πίσω μωρέ για μια δηλητηρίαση; Είστε τρελοί;» «Την μάννα Βασίλη, ποτέ δεν την λένε έτσι, Βασίλη. Στην εντατική κόντεψα να φτάσω. Τι να σου κάνει ο αδελφός σου τα έπαιξε» Τι να πει τώρα στη Φωτεινή; Ότι δεν ήταν τίποτα; Κι αν αύριο ερχότανε να την δει; Τι να πει; Ωπ… μικρό εγκεφαλικό.. που δεν άφησε κανένα σημάδι. Αυτό ήταν. «Την καημένη Φωτεινή. Βρήκα τον γιατρό. Ευτυχώς που την προλάβαμε μου είπε. Ευτυχώς. Για δευτερόλεπτα, το καταλαβαίνεις; Εντατική όλο το βράδυ και το πρωί πήρε εξιτήριο. Εγκεφαλικό. Θα την προσέχουμε στο σπίτι. Θα πηγαίνω εγώ, ο αδελφός μου η Τάνια» «Αύριο θα πάω και γω να την δω» «Όχι βρε Φωτεινή, δεν είναι ανάγκη τις πρώτες μέρες, Πάς μετά. Θα πάρουμε και το παιδί μαζί μας. Να αναρρώσει κάπως. Καταλαβαίνεις;»
Το μεσημέρι πήγαινε σε ένα ιντερνετ καφέ να δικαιολογήσει τις απουσίες του, καθώς η Φωτεινή ήξερε πως πήγαινε στην μάννα του. Ευτυχώς είχε κλιματισμό και δεν έσκαζε, αλλιώς;
Ευτυχώς πέρασαν οι μέρες και γύρισε στην δουλειά. Όταν πήγε την πρώτη μέρα είχε μια χαρά, έλαμπε ολόκληρος. «Πως ήταν οι διακοπές Βασιλάκη;» «Τώρα αρχίζουν οι διακοπές, φιλαράκο» είπε «τώρα αρχίζουν»

Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2008

Η ΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΑΣΤΕΡΙΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΜΑΣ



Μετά από καλοκαιρινή ραστώνη, η επάνοδος. Κυρίαρχη συζήτηση «οι διακοπές» «πήγες διακοπές» «θα πας διακοπές» «πως τα πέρασες τις διακοπές» «τελείωσες τις διακοπές». Και αυτοί που εργάζονται βρίσκονται κάτω από αυτό το πρίσμα. Αισθάνονται να μειονεκτούν ως άνθρωποι που δεν μπορούν να πάνε διακοπές. Και αυτό συμβαίνει για λόγους οικονομικούς. Κάτι τα δάνεια, κάτι το «όλα σε ένα νοικοκυρεμένα» δεν υπάρχει πλέον περιθώριο. Δημιουργήθηκαν έτσι οι νέο-σκλάβοι, οι οποίοι υπέγραψαν οι ίδιοι την εθελούσια δουλεία τους. Βέβαια δίνεται η δυνατότητα το «διακοποδάνειο», το οποίο πηγαίνει το μεγαλύτερο μέρος να ξεχρεώσει τις προηγούμενες οφειλές και κατά δεύτερον να αφήσει κάποια περιθώρια καμιάς εβδομάδας σχόλης.
Και γιατί είναι τόσο αναγκαίες οι διακοπές; Μα για ένα απλό λόγο. Η καθημερινότητα είναι η χειρότερη δουλεία που έχει εμφανισθεί ποτέ στην ανθρωπότητα. Αν οι δούλοι ζούσαν με τις σημερινές συνθήκες τότε θα είχαμε κάθε μέρα Σπάρτακους. Η διαφορά είναι, όπως είπαμε ότι την δουλεία την επιλέγουμε μόνοι μας, ενώ τότε ήταν επιβεβλημένη. Οι διακοπές είναι η ψευδαίσθηση της ελευθερίας, που κανονικά θα έπρεπε να απολαμβάνουμε ως ελεύθεροι άνθρωποι.
Κατ’ τα άλλα σήμερα ορατές θα είναι οι Περσίδες που θα πέσουν από τον ουρανό. Αλλά επειδή έχουμε ξεχάσει να παρατηρούμε λίγοι θα δούνε τα αστέρια να πέφτουν σαν βροχή. Και θυμάμαι παλιά μας έλεγαν να κάνουμε μια ευχή. Τώρα το καταλαβαίνω ότι είχαν δίκαιο αν προλάβεις να κάνεις μια ευχή την ώρα που βλέπεις το αστέρι να πέφτει τότε αυτή η ευχή είναι η αληθινή.
Ας είναι…

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2008

Ο ΜΙΚΡΟΣ....Ο ΜΕΓΑΣ

Πως σκέφτεται ο άλλος; Μπορώ να καταλάβω τον μηχανισμό της σκέψης του; Λένε ότι υπάρχει ένας «άλλος εγκέφαλος» στην κοιλιά μας. Πως «σκέφτεται» αυτός ο εγκέφαλος ; Επίσης θεωρούν ότι οι απολήξεις των νευρώνων στην περιοχή της καρδιάς επίσης δημιουργούν και παράγουν χημικά αποτελέσματα που επιδρούν στις σκέψεις, είναι δηλαδή ένας άλλος εγκέφαλος; Κι αφού δεν μπορώ να καταλάβω το σώμα μου πως σκέφτεται πως μπορώ να καταλάβω πως παράγεται η σκέψη του άλλου; Κι αν κατεβούμε στον μικρόκοσμο μήπως μπορώ να καταλάβω πως σκέφτεται μια κοινωνία μυρμηγκιών; Να καταλάβω τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο μια κοινωνία μελισσών; Πως βλέπει τις κινήσεις ο σκύλος μου, αφού η ανθρώπινη νοημοσύνη είναι μόνο ένα κομμάτι της νοημοσύνης του κόσμου; Και η θάλασσα επίσης διαθέτει νοημοσύνη; Και αν ο αέρας, τα δέντρα, τα πουλιά έχουν μια νοημοσύνη που έχει μάθει τόσα χρόνια να συνεργάζεται και να δημιουργεί και μόνο η ανθρώπινη νοημοσύνη να είναι εκτός μη συνεργάσιμη, καταστρεπτική, διαλυτική, μία εν τέλει σχετική νοημοσύνη;.
Ας προχωρήσουμε και σήμερα στις σπουδαίες δουλειές μας με το γκάζι του αυτοκινήτου κολλημένο στο πάτωμα, γιατί είμαστε «Κύριοι» και βιαζόμαστε. Τόσο «Κύριοι» που ούτε καν τη στιγμή που ζούμε δεν μπορούμε να τη ζήσουμε καθώς σκεφτόμαστε πάντα ή στο παρελθόν ή στο μέλλον.
…ξημερώνει, βραδιάζει
χάιντε, χάιντε, ο καιρός περνάει
(Μ. Μέσκος «Μαύρο Δάσος»)

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2008

Η ΑΡΓΟΝΑΥΤΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΚΑΙ Ο ...... ΜΗΤΣΟΣ




Μια φορά κι έναν καιρό ένας «κατά φαντασίαν» ιππότης ξεκίνησε από ένα χωριό της Ισπανίας για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον κόσμο. Μαζί του και ένας κακομοίρης που τον λέγανε Σάντσο Πάντσα, που ήξερε ότι ο Κιχώτης δεν ήταν ιππότης, αλλά σκέφτηκε: « δεν βαριέσαι και οι άλλοι, που λένε, ότι είναι, μήπως, είναι; Και στο κάτω- κάτω της γραφής εδώ που κάθομαι τι κάνω;» Αυτά λέει το βιβλίο και τα βιβλία εδώ ακριβώς είναι χρήσιμα όταν δηλαδή, μας δίνουν τις αναλογίες για να μπορέσουμε να χαρτογραφήσουμε την ζωή μας. Η υπόθεση εργασίας αυτή μας χάρισε ένα από τα μεγαλύτερα μυθιστορήματα, το οποίο σηματοδοτεί και μία καμπή. Αν μέχρι τότε πιστεύαμε ότι ζούμε τη ζωή μας σύμφωνα με κάποια πρότυπα που εμείς συνειδητά έχουμε φτιάξει με τον «Δον Κιχώτη» γνωρίζουμε ότι πολλές φορές τα συνειδητά αυτά πρότυπα δεν είναι παρά ασυνείδητες μιμήσεις.
Βεβαίως η ιστορία του περιπλανώμενου ιππότη μας συγκινεί ακόμα, βαθύτατα καθώς σε πολλές περιπτώσεις έχει σημαντικές αναλογίες στην καθημερινότητα μας. Όπως για παράδειγμα το ταξίδι της Αργούς που ξεκίνησε από το Βόλο στις 14 Ιουνίου. Το θέμα της Αργοναυτικής Εκστρατείας είναι αρκετά ενδιαφέρον και αυτό φαίνεται με την συγκίνηση που προσέφερε στον Απολώνιο τον Ρόδιο, διευθυντή της μεγάλης βιλιοθήκης της Αλεξάνδρειας έτσι ώστε να συγκεντρώσει όλα τα υπάρχοντα τότε γραπτά και να συνθέσει την ιστορία της.
Η περίπτωση της απλής μυθολογικής αφήγησης απορρίπτεται καθώς σήμερα γνωρίζουμε ότι στη μυθολογία αποτυπώνονται πραγματικές καταστάσεις. Ο κ. Άγγελος Ψιμόπουλος ερευνώντας τα κείμενα έχει προτείνει μια διαφορετική ερμηνεία όπου τοποθετεί την Κολχίδα στην Κίνα και όπου οι Αργοναύτες σε μια οργανωμένη αποστολή από την Ελλάδα προσπαθούν να αποσπάσουν το μυστικό της καλλιέργειας του μεταξιού, πραγματικό χρυσάφι για το εμπόριο της εποχής (Το βιβλίου του κ. Ψιμόπουλου το οποίο βασίζεται στα αρχαία κείμενα δεν έτυχε ούτε σχολιασμού, ούτε προξένησε κάποιο συνέδριο ώστε να μελετηθεί και να απαντηθεί κατάλληλα. Επιλέχθηκε το καταλληλότερο για επαρχιακή πόλη «ότι είναι διαφορετικό από αυτά που πιστεύουμε εμείς το κρύβουμε και δεν το συζητάμε» όπως ακριβώς έκανε και ο Προκρούστης με το κρεβάτι του μέχρι να τον κάνει ο Θησέας κοροΐδο αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία)
Ο Robert Graves στο βιβλίο του «Ο Ηρακλής ο συνταξιδιώτης μου» δίνει μια διαφορετική εξήγηση στο μύθο ανάγοντας τον στην διαμάχη των θεοτήτων και των ανάλογων πολιτιστικών επιλογών που επικρατούσαν τότε στον ελλαδικό χώρο. Από τη μια μεριά η γηγενής λατρεία της γυναικείας θεότητας γνωστή ως «τριπλή θεά» και από την άλλη η καινούργια «θρησκεία» , το ανδροκρατούμενο δωδεκάθεο. Μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση αλλά βέβαια, ειδικά αυτή δεν δίνει καμία ώθηση για επανάληψη του εγχειρήματος. Πάντως και στις δύο περιπτώσεις οι Αργοναύτες φαίνεται ότι είχαν έναν σκοπό, να πάρουν το χρυσόμαλλο δέρας, σήμερα αν ήθελαν πλήρωναν κάτι παραπάνω ή σε μίζες η στην μαφία και το πρωί θα το είχαν στο σπίτι τους με κούριερ. Έτσι βέβαια εγείρεται το ερώτημα: αφού λείπει ο σκοπός τι το θέλουμε το ταξίδι; Γιατί χωρίς σκοπό δεν το λες πλέον «Αργοναυτική εκστρατεία» αλλά «Αργοναυτική Κρουαζιέρα» κι αντί «Αργώ» το λες «Πλοίο της Αγάπης» για να θυμόμαστε το πρόσφατο καΐκι στον Πηνειό.
Θα μου πεις και πάλι ότι όλο αυτό το εγχείρημα στήθηκε για να προσελκύσουμε τους τουρίστες εν όψει των Μεσογειακών και μην την πατήσουμε όπως με τους Ολυμπιακούς, που τους κάναμε εδώ και αυτοί πήγαιναν στην Τουρκία, οι απληροφόρητοι. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση ο συνειρμός είναι μάλλον αφελής γιατί το βλέπουνε οι τουρίστες και καταλαβαίνουν ότι άμα έρθουν στην Ελλάδα «κουπί» θα τραβήξουνε. Άλλωστε είναι ευρέως γνωστό ότι στην χώρα μας κάνεις διακοπές με δική σου ευθύνη. (Εμείς οι γηγενείς ξέρουμε πολύ καλά, ότι ζούμε εδώ με δική μας ευθύνη, γι’ αυτό και ξέρουμε ότι κάθε μέρα έχουμε πέντε νεκρούς από δυστυχήματα και δεν μιλάμε.)
Το κόστος του εγχειρήματος, αυτής της τέλος πάντων εκστρατείας, κόστισε πάνω από 2 εκατομμύρια ευρώ. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι με αυτά τα χρήματα θα μπορούσαμε να φτιάξουμε ένα μεγάλο μεσογειακό θεσμό όπως ένα Μεσογειακό Φεστιβάλ Θεάτρου, η Μεσογειακή Συνάντηση Μουσικής ή ακόμα ένα Μεσογειακό Φόρουμ Δημοσιογράφων και πολλά άλλα που και τουρισμό θα μας έφερναν και δεν θα μας πρόβαλλαν διεθνώς σαν κωπηλάτες της ματαιότητας.
Βέβαια όπου και να απευθύνθηκα λέγοντας όλα αυτά με κοίταξαν περίπου ως μιαρό, ως άνθρωπο κατωτάτης υποστάθμης που βάλλει κατά του «οράματος της πόλεως» και επειδή στις επαρχιακές πόλεις η οποιαδήποτε αντίρρηση κατά της δεσπόζουσας ιδεολογίας είναι καταδικαστέα και προκαλεί αντιδράσεις όπως αυτή της Ιεράς Εξέτασης για την κίνηση της γης, αποφάσισα να συνταχθώ με το σχέδιο και θα προσπαθήσω μάλιστα να επαυξήσω την συλλογιστική του. Εκτός από την Αργοναυτική Εκστρατεία έχουμε – ακόμα – ανεκμετάλλευτο τον Τρωικό Πόλεμο. Γιατί δεν τον αναβιώνουμε; Τι χρειάζεται; Μια ωραία – από καλλιστεία τουλάχιστον – που κάποιος θα την κλέψει – τάχαμου – και εμείς θα πάμε να την σώσουμε (τάχαμου που είναι η ελληνική λέξη του role play). Θα γίνει και πόλεμος με αυτά τα χρωματιστά μπαλάκια (paint ball) θα φτιάξουμε και Δούρειο ίππο, μια χαρά Troyland.
Η ακόμα θα μπορούσαμε να αναβιώσουμε την Οδύσσεια, που έχει αποδειχθεί ότι δεν «έπαιξε» μόνο στο ελληνικό έδαφος αλλά μπορεί να συγκινήσει και Ευρωπαίους χορηγούς.. Τώρα θα μου πεις που θα βρούμε Οδυσσέα να κάνει να γυρίσει στο σπίτι του δέκα χρόνια; Και άντε πες ότι τον βρήκαμε σιγά μην βρει, αυτός, καμιά Πηνελόπη να το περιμένει; Το γνωρίζω ότι είναι δύσκολο αλλά και στην Αργοναυτική μήπως βρήκαμε Ηρακλή , Ιάσωνα και Ορφέα; Πάλι ο Μήτσος, ο Κώστας κι ο Χάρις την κάνουν την δουλειά.
Είμαι σίγουρος ότι άμα καθίσουμε και τα βάλλουμε κάτω τα πράγματα έχουμε να βρούμε πολλές εκστρατείες να κάνουμε. Στο κάτω – κάτω αυτή η εποχή δεν κυνηγάει τίποτα παραπάνω εκτός από τη ματαιότητά της. Η Το ελληνικό έθνος δεν συγκλονίζεται με τίποτα παραπάνω εκτός από την συγκίνηση που προσφέρει η «Μαρία η Ασχημη» κάθε απόγευμα. Και συγχρόνως επαίρεται κι όλας που είχε προγόνους τον Πλάτωνα και τον Σωκράτη ενώ οι μισοί συμπατριώτες μας – σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΚΕΒΙ- είναι λειτουργικά αναλφάβητοι.
Μια φορά κι έναν καιρό, που λέτε, ήταν ένας περιπλανώμενος ιππότης που τον λέγανε… Μήτσο.

Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2008

Τ' ΑΥΡΙΑΝΑ ΜΟΥ ΜΑΤΙΑ



Τώρα κοιτάζω το σκοτάδι
στ’ αυριανά μου μάτια θα ‘ρθεί ένα πεζούλι
μια θάλασσα θα ‘ρθει, με δυο δελφίνια.
Ένα του διάφανου να πληρωθεί με ήλιο
και τα’ άλλο να περάσει μες στα δάχτυλα την πόλη.

Τα αυριανά μου δόντια να γράψουν, θέλω,
στη φλούδα του μήλου
τα’ αληθινό μου όνομα, το πρόσωπο.
Να σπάσουνε τα χιόνια από τα πόδια
κι ανέστιος στο πρωινό να ξεκινήσω.

Τώρα ακούω ύπνο
κατεβαίνει και με βρίσκει στ΄ όνειρο,
λέξεις που γράφουν κύτταρα
με πάνε μες στο μυελό, άκρη της μήτρας
παντοτινά ο κήπος μιας Εδέμ, με χελιδόνια
κι ένα ανοιχτό φωνήεν, δυο κύματα
που βρίσκουν την ανάσα Πλατυτέρας.

Το βράδυ, τότε, γεμίζει με τραπέζια
κι ακούω ήχους Κυριακής με ένα πανέρι φρούτα
ξαπλώνω Μάη και Λαμπρή, ένα ποτήρι
γεμάτο διαφάνεια, γεμάτο αυλές με παιδικά ματάκια.

Κοιτάζω τώρα το σκοτάδι,
στα αυριανά μου μάτια
ξαπλώνει αυγερινός
μια χούφτα αστέρια
καθαρότατα
άστρα.


Το ποιήμα αυτό γράφτηκε λίγο πριν την γέννηση του γιού μου, κάποια χρόνια πριν. Ημέρα γεννεθλίων του πιστεύω ακράδαντα πρώτα ότι τα καλύτερα δεν έχουν έρθει ακόμα για κανένα και οτι κάθε παιδί συμπυκνώνει την ελπίδα για τον μέλλον όλων των ανθρώπων.

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2008

ΞΕΝΟΙ

Έτσι λοιπόν, καλοκαίρι. Που βραχύνεται η σκέψη χωρίς σκιά σε αυτόν τον μοναδικό χώρο όπου η ελιά ως πανάρχαιος λόγος καταπίνει τον ήλιο και τον παραδίδει αφρώδη γεμάτο ύπαρξη φωτεινή. Σε αυτό το παιγνίδι του φωτός συμμετέχει ολόκληρη η ύπαρξη, η τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε. Αν ένα κομμάτι της βγει έξω τότε όλα γίνονται φλόγα μη διαχειρίσιμη, σαν την ζωή που σου ξεφεύγει έτσι ώστε το ξέρεις ότι πράγματι ζεις στα διαλείμματα εκεί που φαινομενικά δεν συμβαίνει τίποτα. Κι αυτό είναι το καλοκαίρι η ανυπαρξία του είναι, ο τρόπος για να καταφάσκεις στο αιώνιο παρών. Και από αυτή την ανυπαρξία του είναι περνάς στην μετοχή αλλά σε κάτι μεγαλύτερο κι από μη ον το κενό σου ταυτίζεται με το όν, καθώς τίποτα κενό δεν υπάρχει στην φύση.
Κλέβοντας ασύστολα λοιπόν : « Η τραγικότητα του Μεσογειακού ήλιου έχει κάτι διαφορετικό από την τραγικότητα της ομίχλης. Έρχονται στιγμές που πάνω στη θάλασσα και στους πρόποδες των βουνών, η νύχτα πέφτει μέσα στην τέλεια καμπύλη ενός μικρού κόλπου. Υψώνεται τότε από τα σιωπηλά νερά μια πλησμονή γεμάτη αγωνία. Σε αυτά τα μέρη μπορείς να καταλάβεις πως αν οι Ελληνες άγγιξαν την απελπισία το κάναν πάντα με την συνδρομή της ομορφιάς, και η ομορφιά αποκτούσε τότε μια δύναμη καταπιεστική. Μέσα σε αυτή την χρυσωμένη δυστυχία, η τραγωδία θριαμβεύει. Αντίθετα η εποχή μας εξέθρεψε την απόγνωσή της μέσα στην ασκήμια και την αναστάτωση» (Albert Camus, Το καλοκαίρι, εκδ. Δωδώνη, μετ. Φ. Κονδύλης) Το καλοκαίρι είναι ζεστό γιατί πλέον είναι άτεχνο, δεν έχουμε να του υποβάλλουμε ερωτήματα. Το καλοκαίρι είναι ξένο προς εμάς, γιατί το σώμα μας δεν συμμετέχει στις εποχές, στο χώμα και στην γη. Στον Οδυσσέα προσφέρεται , στην επίσκεψή του στην Καλυψώ, «η δυνατότητα να διαλέξει ανάμεσα στην αθανασία και στην γη της πατρίδας. Διαλέγει την γη της πατρίδας και μαζί με αυτή τον θάνατο» Εμείς επιλέξαμε κι όλας την αθανασία, την Πέμπτη εποχή, όπου δεν υπάρχουν καλοκαίρια αλλά η θερμοκρασία του κλιματιστικού. Και επιλέγοντας τα μείναμε χωρίς την πατρίδα γη ή την γη της πατρίδας. Περιφερομάστε ασκεπείς κάτω από τον καυτό ήλιο χωρίς πατρίδα, ξένοι από την γη μας και από το ίδιο μας το σώμα, ξένοι.