Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2007

Η ΓΙΟΡΤΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΝΤΙΚΙΑ



Μια φορά, όταν ζούσαν οι παλιοί άνθρωποι ένας από αυτούς, λένε, ότι αγάπησε πολύ τα ποντίκια. (Άλλοι θρύλοι υποστηρίζουν ότι ήταν αυτός που έφτιαξε τα ποντίκια. Τα ποντίκια βέβαια, το γεγονός δεν τα απασχολούσε) Πίστευε, πάντα, ότι αξίζουν καλύτερη τύχη από το να τρέχουν όλοι μέρα στις βρωμιές, να τα κυνηγάνε οι γάτες και στο τέλος να σκοτώνονται είτε από τις φάκες, είτε από δηλητήρια. Αυτός ήξερε ότι δεν υπάρχει πλάσμα στον κόσμο που να είναι μόνον ύλη. Για την ακρίβεια ήξερε ότι στην πραγματικότητα ύλη δεν υπήρχε αλλά μόνο ενέργεια. Καθαροί στρόβιλοι ενέργειας που κάποτε συμπυκνώνονταν και φαίνονταν αρκετά συμπαγής σαν σώμα. Αν κάποιος το καταλάβαινε αυτό τότε θα φρόντιζε περισσότερο το άλλο κομμάτι που υπήρχε μέσα στο σώμα του και δεν έσκαζε τόσο για το τυρί και για τον γάτο. Τα ποντίκια, όμως, δεν τα καταλάβαιναν αυτά και συνέχιζαν να ασχολούνται με το τυρί και με τον γάτο. Που και που έβρισκε κάτι αλαφροΐσκιωτα ποντίκια, που τους μιλούσε και αυτά τα λέγαν στην ποντικοομάδα. Μόλις άνοιγαν, όμως, το στόμα τους έπαιρναν με τις πέτρες καθώς στα ποντίκια είναι πολύ δύσκολο να σταματήσεις τις συνήθειες.
Είδε κι αποείδε κι αποφάσισε να κάνει τον γιό του ποντίκι και να τον στείλει στην φωλιά για να τους μιλήσει αυτός. Σκέφτηκε ότι «αυτόν τουλάχιστον θα τον πιστέψουν» και για να μην τους τρομάξει ο γιος του, άρχισε την ζωή κανονικά σαν μικρό ποντικάκι. Μεγάλωσε και προσπάθησε να τους μιλήσει στην γλώσσα τους. Στην αρχή επειδή τους έδινε τυριά και κυνηγούσε τον γάτο, τον πίστεψαν. Αυτή ακριβώς η πίστη εξόργισε τους αρχηγούς τους. «Άμα πιστέψουν σε αυτόν εμείς τι θα κάνουμε; Θα το κλείσουμε το μαγαζί; Και τι δουλειά θα κάνουμε μετά;» κάποιος τόλμησε να ρωτήσει «κι άμα είναι γιος του ανθρώπου πράγματι, όπως λέει, και θέλει να μας βοηθήσει;» Η απάντηση ήταν σκληρή «τον ρώτησε κανείς; Και εμείς τι θα κάνουμε θα καταστραφούμε;» Και βέβαια, όποιος δεν έχει επιχειρήματα στρέφεται προς τον νόμο. Το να πείσεις έναν ποντικολαό δεν είναι δύσκολο. Δεν χρειάζεσαι παρά δημαγωγία, μέσα μαζικής ενημέρωσης και μια πιστωτική κάρτα. Τότε βέβαια, δεν είχανε πιστωτική κάρτα αλλά το τυρί όπως είπαμε, είναι πολύ σημαντική υπόθεση για τα ποντίκια και όποιος τους το τάζει αυτός είναι ο καλύτερος. Σκοτώσανε λοιπόν, το «επικίνδυνο» ποντικάκι. Η ανάσταση του ήταν ένα μεγάλο γεγονός για την ποντικοκοινότητα, αλλά οι αρχηγοί αυτοί τη φορά ήταν προετοιμασμένοι και τα κατάφεραν να μην μαθευτεί τίποτα. Το ποντικάκι εμφανίστηκε σε αυτά τα ποντίκια που το πίστεψαν και τους είπε να είναι όλοι μαζί «και εγώ θα σας δώσω κάτι που θα λειτουργεί σαν ραδιόφωνο. Όταν θα είστε όλοι μαζί και θα προσεύχεστε αυτό το ραδιόφωνο θα «πιάνει» την συχνότητα του ανθρώπου και θα σας βοηθάει να συνεχίσετε τον αγώνα σας να ξεφύγετε από αυτή εδώ την τρύπα να γίνεται και σεις περίπου σαν άνθρωποι. Αλλά προσέξτε αυτό που θα σας δώσω μην το πειράξετε γιατί σας είπα, ότι λειτουργεί σαν ραδιόφωνο και στο ραδιόφωνο δεν πειράζουμε τίποτα, απολύτως»
Πράγματι, λοιπόν, όλα πήγαιναν καλά. Αλλά οι αρχηγοί τις ποντικοκοινότητας συνέχισαν να είναι οργισμένοι. «Μα να ακούνε το ραδιόφωνο τους και να μην ακούνε εμάς; Απαράδεκτο» Πήγαν λοιπόν και κάναν τα πιστά ποντίκια και μπήκαν και αυτοί μέσα στο ραδιόφωνο. Μετά άρχισαν να λένε «Κοίτα πως είναι αυτό δεν είναι λογικό να δουλεύει έτσι, θα πρέπει να το αλλάξουμε για να δουλεύει καλύτερα.» Κι άρχισαν τις αλλαγές. Στο τέλος έμεινε μόνο το κουτί και το ραδιόφωνο δεν έπιανε τίποτα, μόνο κάτι παράσιτα. Τα καημένα τα ποντικάκια γιορτάζανε την μέρα που γεννήθηκε το «επικίνδυνο» ποντίκι και χαιρόταν γιατί το ένοιωθαν μαζί τους. Ούτε αυτό το ήθελαν, οι ποντικοαρχηγοί. «Γιορτή θέλουν. Τώρα να δεις γιορτή» Να δώρα για να μπούνε λαμπιόνια και δέντρα και μπάλες και τραγούδια. Κι όσο τα είχαν όλα αυτά τόσο χειρότερα. Μεγάλωνε η μοναξιά από τα ποντίκια. Οσα φώτα κι αν αναβάνε τόσο φοβότανε περισσότερο. Όσο γιορτάζανε άλλο τόσο νοιώθανε μόνοι και ξένοι στην γιορτή. Αλλά γιατί όλα αυτά; Είναι απλό. Πως είσαι σε μια παρέα και τραγουδάς και γελάς και είσαι ευτυχισμένος, χωρίς να γίνονται ιδιαίτερα πράγματα. Και τα βλέπει αυτά ο άλλος απέναντι και σκέφτεται «θα κάνω και γω το ίδιο». Και πάει την άλλη μέρα και οργανώνει «επίσημο δείπνο». Όλα είναι τα ίδια το φαγητό, οι άνθρωποι, όλα. Μια μονάχα διαφορά κανείς δεν είναι ευτυχισμένος, κανείς δεν είναι χαρούμενος.
Τώρα τι μένει στα ποντικάκια αν θέλουν να γλυτώσουν από το τυρί και τον γάτο; Απλό πολύ απλό, να ξανακάνουν το ραδιόφωνο, όπως ήτανε και ο άνθρωπος που τόσο τους αγαπάει θα συνεχίσει να τους μιλάει και να τους δείχνει τον δρόμο να φύγουν από την βρωμερή τρυπούλα τους. Αν θέλουν, βέβαια, αν δεν θέλουν το τυρί και ο γάτος είναι πάντα εκεί και περιμένουν.
Αυτά συνέβησαν τότε στα ποντικάκια, μόνο στα ποντικάκια γιατί οι άνθρωποι εννοείται, είναι πιο σοφοί, σοφότεροι.

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2007

ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ ΑΠΕΡΓΙΑ


Και πάλι αυτή την εβδομάδα, απεργία. Απεργούν και οι δημοσιογράφοι. Απεργούν διεκδικώντας; Όχι βέβαια απεργούν, ώστε να μην χαθούν τα κεκτημένα του ταμείου. Αυτό θα ήταν πάρα πολύ λογικό αν συνοδεύονταν από μία εφικτή πρόταση. Αλλά ας υποθέσουμε ότι αυτή η πρόταση είναι υπαρκτή, οπότε θα πρέπει να δούμε τι σημαίνει απεργία. Στην ερώτηση τι είναι η απεργία η απάντηση είναι ότι είναι η μαζική άρνηση από ομάδες εργατών να εκτελέσουν εργασία. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι απεργίες έγιναν πολύ σημαντικές κατά την διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης, όταν και η μαζική εργασία έγινε σημαντική στα εργοστάσια και στα ορυχεία και οι εργοστασιάρχες ή οι κάτοχοι των ορυχείων είχαν πολύ μεγαλύτερη πολιτική εξουσία. Αρα λοιπόν, το να επιλέγεις μια αγωνιστική μορφή διεκδίκησης εξαρτάται από το ιστορικό περιβάλλον το οποίο ζεις. Η απεργία έχει νόημα οταν "μπλοκάρεις" την αλυσίδα παραγωγής καθώς επιφέρει σημαντική μείωση των κερδών σε αυτούς που κατέχουν τα μέσα παραγωγής. Τι γίνεται όμως όταν δεν έχουμε αλυσίδα παραγωγής; οπως στους δημοσιογράφους των οποίων ο ρόλος είναι να αποτυπώνουν την καθημερινότητα , δηλαδή ρόλος που δεν έχει καμία σχέση με αλυσίδες παραγωγής, καθώς οι θέση τους έχει μεγαλύτερη σχέση με τον δημιουργό - βιοτέχνη. Και αυτό γιατί η επιλογή των ειδήσεων δεν είναι βιομηχανοποιήμενη αλλά δημιουργική διαδικασία, η οποία εξαρτάται από τον ιστορικό περίγυρο και την παιδεία αυτού που την δημιουργεί. Η εκφορά του δημοσίου λόγου, ο οποίος περιγράφει την ειδησεογραφική καθημερινότητα με την σειρά του, δημιουργεί ανάδραση στην οποία ο δημοσιογράφος η το μέσον δεν είναι έξω από αυτήν (την καθημερινότηταν ) αλλά αποτελούν ένα συστατικό στοιχείο της . Όταν στην καθημερινότητα ένα μέρος της εργατικής τάξης απεργεί επιζητεί κατά κύριο λόγο δημοσιότητα, έτσι ώστε οι θέσεις και οι αντιθέσεις του να γίνουνε γνωστές. Αν δεν γίνουν γνωστές οι διεκδικήσεις μοιάζει με κάποιον που διαμαρτύρεται σε κλειστό δωμάτιο, που μάλλον δεν έχει σώας τας φρένας. Έτσι λοιπόν, οι δημοσιογράφοι απεργώντας όταν απεργούν και οι άλλοι βρίσκονται παρά τω πλευρώ της εξουσίας που θέλει να μην δημιουργούνται ενοχλητικά για αυτήν, ζητήματα. Από την άλλη μεριά επιλέγουν ως διαμαρτυρία μία έκφραση, που ταιριάζει σε αλυσίδα παραγωγής και όχι σε χειριστές δημοσίου λόγου. Δηλαδή απεργώντας δεν διαμαρτύρονται αλλά σταματούν, έστω και προσωρινά, να έχουν δημόσιο λόγο, αυτό δηλαδή που θα ζητούσε κάθε εξουσία από κάθε διαμαρτυρία. (Στην Ολλανδία αν ξεσηκωθούν στις φυλακές το πρώτο που κάνουν είναι να αποκλείσουν τις κάμερες έτσει ώστε να μην μπορούν οι κρατούμενοι να εκπέμψουν μήνυμα) Θα μπορούσε φερ’ ειπείν αυτή τη μέρα να αφιερωθούν ΄ όλες οι εκπομπές για το ασφαλιστικό έτσι ώστε να ενοχληθούν πραγματικά οι φερόμενοι ως εξουσία. Και αν κάνουν ξεχωριστά απεργία; Και βέβαια είναι θεμιτό οταν έχουν να λύσουν προβολήματα του κλάδου (νέες τεχνολογίες, συλλογικές συμβάσεις, εκδοτικά συμφέροντα κ.λ.π.) αλλα ξεχωρστή απεργία για κοινό για όλους θέμα (ασφαλιστικό) δεν καταλαβαίνω γιατί μπορεί να γίνει.
Υ.Γ. Αφιερωμένο εξαιρετικά σε όλους τους συναδέλφους δημοσιογράφους για να διαπιστώσουμε ότι η δύναμη είναι του λόγου και όχι της παραλογής σιωπής. Στην αρχή το βίντεο μιλά για την απεργία των δημοσιογράφων πέρυσι στην Ιταλία για 5 ολόκληρες μέρες όχι για το ασφαλιστικό. Και στο τέλος ο Beppe Grillo ο μεγάλος – κωμικός δημοσιογράφος που αποδεικνύει ότι η δύναμη του λόγου δεν έχει καθόλου περάσει στις μέρες μας. (το μπλόγκ του ίσως έχει την μεγαλύτερη επισκεψιμότητα στον κόσμο)

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2007

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

'>http://
Κι όταν έφτασα στην αγορά έπεφτε τα’ απόγευμα με γεύση τσίπουρο της Κυριακής. Κι ήρθαν παλιοί συμμαθητές και φίλοι. Κι ήρθε πατέρας και παππούς μου μίλησαν. «Ποιος είμαι εγώ;» τους είπα και γελάσανε. Βάλαν ρακές στην μέρα και ορφάνεψε. Πετάχτηκε ο πιο μικρός. «Πέρασα μέσα στο σύνορο της πίσσας κι αγριεύτηκα. Όταν γεννήθηκα ήρθαν πουλιά και μου δώσανε τρίμματα του ουρανού μέσα στο στόμα. Με αυτόν τον ουρανό πορεύθηκα. Δεν γνώρισα αυτό που δεν ήμουν αλλά ξαπόστασα στην βαμπακιά και σύρθηκα μες στα ρυάκια τα χορτασμένα πεθαμένα φεγγάρια. Δεν ξέρω να σου πω λοιπόν. Σκύψε και κόψε τα μαλλιά σου κι ότι σου πουν»Κι έσκαψα γύρω «αίμα κελαινόν» και ήρθε η Γιωργίτσα με φύκια ακόμα στη μιλιά κι ένα σκοτάδι. «Ήθελα άντρα κύμα και τον πήρα. Τώρα τις μέρες έρχεται και με φυσάει πότε βοριάς και πότε τριανταφυλλιάς οσμή και ξέρω πως έχει πάντα Άνοιξη. Μην σου πουν πως πνίγηκα. Ήρθαν δελφίνια του ουρανού, κομμάτια αγάπης και με πήρανε. Πήγα και βρήκα τον βυθό, του είπα για σένα και κατένευσε. Μπορείς να κατεβαίνεις όσο θέλεις. Μονάχα να ακούς την μάνα σου όταν σου μιλάει. Ταράζονται,τότε οι αστερίες και χωνεύει λάσπη ο βυθός. Θα τα καταλάβεις όλα όταν δεν θα βλέπεις πια πανσέληνο. Μόνο να ξέρεις ότι μέσα σου δεν θα γίνεις ποτέ βυθός. Είσαι εσύ ότι δεν είσαι»Κι ήρθε ο πατέρας με ένα χαρτοφύλακα γραμμάτια «Αυτά είναι τα χρωστούμενα παιδί μου. Χρωστάω σε μένα δειλινά και πρωινά, γεμάτα από χέρια, χρωστάω την θάλασσα, που δεν γνώρισα και δεν με ήθελε. Εσένα βέβαια σου δόθηκε ο βυθός. Εγώ τίποτα δεν είχα. Πήγαινα και σημάδι με πήγαινε, ότι βράδιαζε επάνω στο βουνό κι ακούγαμε τους λαγούς να σηκώνονται απ’ τον ύπνο. Τότε σε έπαιρνα και κατεβαίναμε στην παραλία. Μια μέρα ένας φθόγγος σερπαντίνας μας σήκωσε ψηλά κι είδα την πόλη, είδα τα κορίτσια που ξεκινούσανε πρωί με τον ύπνο ακόμα στο στήθος τους. Και τότε κατάλαβα, πως ο Θεός είχε βρέξει στην τσέπη μου.»Άλλο δεν ρώτησα ξεφόρτωσα δυο τρεις λέξεις και τις ακούμπησα στα μάτια του πρώτου κοριτσιού που είδα ότι είχε στα μάτια του γεφύρια και στέγες των παλιών μου στιγμών και μιλούσε ήδη στο σκοτάδι. Τότε κράτησα το χέρι του παιδιού. Από μακριά φυσούσε ο νότιας του απογεύματος που κάνει να φυτρώσουν γιασεμιά μέσα στις νύχτες. Θα ξημερώσει σεντόνια αύριο καλής πηγής,πηγίτσας.

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2007

THE FEAR



Κι έρχεται άμμος, μιλάω..
Πάρε το δόντι από το φως.
Πίσω οι βάρκες πολιορκούν το τρίμα του βουνού.
Νυχτώνει.
Έρχεται Τροία απ’ τα παράθυραπερνάει στο φως και καίει, σου μιλάω.
Ξέρω τη λάμψη.
Το ξυράφι του χρόνου, πεινά.
Φύλαξε το γυμνό βιβλίο μέσα στα πόδια σου
Όταν προστρέχεις στη βροχή θλίβονται σύμφωνα
Κι έχει μια παγωνιά, περνάω..
Εδώ βρήκαμε το μάρμαρο σφαγμένο.
Έταζε ο τρελός κι η θάλασσα αίματα γέμουσα.
Διαταγή κι ύστερα μυαλά έβρεξε και δόντια
Μπήκε από το παράθυρο.
Τόνοι πορφύρας.
Στα χέρια σου άρχοντα, οι ζωές μας.
Εδώ όμως τα μάτια του παιδιού περιτρέχουν το τοπίο, στέκονται στα σφιγμένα μάτια μας και αναζητούν το αύριο, μια κατάφαση, έστω ένα χάδι δυναμίτη. Ύστερα πλησιάζει ο καπνός, τα μάτια του παιδιού στο συρτάρι. Οι άρχοντες διασκεδάζουν με λογοπαίγνια στην τυφλή οθόνη.
Πριν από δω, λοιπόν, ζωγραφισμένη στους τείχους ήτανσπείρα παλιά, αυτός που είναι μακριά της εξουσίας.να τον περιγελούν παίζοντας σκήπτρα,παίζοντας ζάρια, τις ζωές, το χρόνο.Και ήρθε μαύρος, λέγοντας: «τα θέλεις;»
Μόνο σιωπή κι ο ήχος της σιωπής και ο θόρυβος του τίποτα.
"Πήγαινε πίσω", είπε "απλά"
Κι έφυγε πίσω, λέγοντας, «ορίστε ερείπιαη πολιτεία των συλλαβών μου, ορίστε αίμα.Ορίστε δάκτυλα παιδιών να φτύνουν άμμο.Και τα καρφιά εδώ, τα αγκάθια και το μαστίγιο εδώ.»
Εδώ όμως τα μάτια του παιδιού περιτρέχουν το τοπίο, στέκονται στα σφιγμένα μάτια μας και αναζητούν το αύριο, μια κατάφαση, έστω ένα χάδι δυναμίτη. Ύστερα πλησιάζει ο καπνός, τα μάτια του παιδιού στο συρτάρι. Οι άρχοντες διασκεδάζουν με λογοπαίγνια στην τυφλή οθόνη.Γύρισε ματωμένο το φεγγάρι.Do you remember;Κόκκινα χέρια, σίδερο,do you;
Ξέρω τη μύτη της βροχής, πεινάει λαιμούς ενίοτε και σβήνει
Τη μνήμη σβήνει, τα χλωρά σβήνει του ήλιου καλάμια.πρόβατα, όμως, όχι…
Χιλιάδες μάτια βρέχει απόψε ο ουρανός,χιλιάδες χέρια, χιλιάδες αύριο σπασμένα, την αυγή την ώραπου καίγεται ο σκορπιός.Και εμείς τι; φωνάζοντας στη δημοσιά;εμείς ο σκορπιός , ένα μακρύ ποτάμιπου δαγκώνει το χρόνο του.
Πήγαινε πίσω, του λέμε, απλά σήμερα σπάζει ο Κρόνος την παγίδα του ουρανού και χύνονται μυαλά της μέλλουσας ανατολής και μια σιωπή…μια σιωπή, …….κι ένα τραγούδι από παλιά μέσα στη νύχτα
…νεκρών πεσόντωννεκρών πεσόντωνους εμάρψαμεν ποσίν,χείλιοι φονηέςχείλιοι φονηές είμεν….
Εδώ όμως τα μάτια του παιδιού δεν περιτρέχουν πια το τοπίο. Ένας φοίνικας μένει μονάχα και γύρω του παγωμένη η άμμος, ξεσκεπάζει λευκασμένα κόκαλα.Έλα να σου δείξω το κέντρο της καρδιάς.
Πες μου τι βλέπεις;The fear, the fear….

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2007

ΓΕΜΑΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ



Στα χρόνια αυτά των τωρινών ανθρώπων ήταν ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας. Είχε αποκτήσει αρκετά εισοδήματα, σπίτια, ακίνητα, αυτοκίνητα. Μπορούσε να αγοράσει ότι επιθυμούσε, όσο μεγάλο κι αν ήταν αυτό. Μόνο που ήταν πολύ στεναχωρημένος γιατί είχε καταλάβει ότι ενώ μπορούσε να αγοράσει τα πάντα, δεν ήταν δυνατόν να αγοράσει την γνώση του Θεού. Έφυγε λοιπόν, να βρει τον Θεό. Κατευθύνθηκε στο Άγιο Όρος γιατί είχε ακούσει ότι οι άνθρωποι εκεί μιλούν κατευθείαν στο Θεό, επομένως ήλπιζε ότι θα βρει κάποιον να ξέρει για αυτόν. Πήγε, λοιπόν, εκεί και ρωτούσε. Του υπέδειξαν ένα σοφό γεροντάκι, που ήταν σε μια σκήτη. Πήγε εκεί και κάθισε. Μόλις ο γέροντας σήκωσε το κεφάλι του, χωρίς να προλάβει να μιλήσει άρχισε να τον ρωτάει για τον Θεό «Θες λίγο νερό;» του λέει ο γέροντας. «Γέροντα, δεν θέλω νερό, θέλω να μάθω για τον Θεό» «Κάτσε» του λέει, παιδί μου «κάθισε πρώτα» Βγήκε και ήρθε με μια κανάτα με νερό κι ένα ποτήρι. Έβαλε το ποτήρι. «Γέροντα θα μου πεις για τον Θεό; Επιτέλους έρχομαι από τόσα χιλιόμετρα, μπορώ να αγοράσω όλες τις δεξαμενές τις Ελλάδος και συ μου βάζεις νερό;» Ο γέροντας συνέχιζε να του γεμίζει το ποτήρι μέχρι που αυτό ξεχείλισε « Τι κάνεις εκεί, γέμισε, δεν το βλέπεις;» «Μάλλον, εσύ δεν βλέπεις» είπε ο γέροντας. «Είσαι τόσο γεμάτος ερωτήσεις, και τόσο γεμάτος με απαντήσεις, που δεν μπορείς να δεχτείς τίποτα άλλο. Κι αν θέλεις να σου μιλήσει ο Θεός τότε θα πρέπει να αδειάσεις, να αφήσεις ένα μικρό χώρο μέσα σου. Έναν τόσο δα, μικρό χώρο»