Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2007

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ

Μια ιστορία που περισυνέλλεξα στο διαδύκτιο:
Έχεις ώρα μπάρμπα;
-Όση θέλεις!
-Πλάκα έχεις, αλλά εγώ δεν έχω καθόλου. Τι ώρα είναι, ξέρεις;
-Λυπάμαι που δεν έχεις ώρα. Και λυπάμαι δυο φορές που δεν μπορώ να σου δώσω.
-Κέφια έχεις, μπάρμπα; Σε ρωτάω αν ξέρεις τι ώρα είναι.
-Ώρα για ποιο πράγμα;
-Α, καλά, χάνω την ώρα μου μαζί σου.-
Μα είπες ότι δεν έχεις ώρα. Πώς να χάσεις κάτι που δεν έχεις;-
Έχω λίγη, αλλά δε μου περισσεύει να τη χαραμίζω σ' αηδίες.
-Σε τι θες να τη χαραμίζεις;
-Σε τίποτα δε θέλω να τη χαραμίζω. Θέλω να την εκμεταλλεύομαι. Ο χρόνος είναι χρήμα.
-Ναι, το έχω ακουστά. Αν είναι έτσι, εγώ πρέπει να είμαι πολύ πλούσιος.
-Χα χα, ωραίο αυτό. Μα δε φτάνει να 'χεις χρόνο για να 'χεις χρήμα. Πρέπει να ξέρεις τι να τον κάνεις.
-Μα αν ο χρόνος είναι χρήμα, δεν μπορώ απλώς να τον ξοδεύω;
-Ο χρόνος είναι χρήμα, αν ξέρεις να τον κάνεις εσύ χρήμα. Αν τον εκμεταλλεύεσαι. Αν είσαι ξύπνιος, παναπεί. Κι όταν τον κάνεις χρήμα, μαγκιά σου να τονε ξοδεύεις. Γιατί, όπως λέγανε κι οι αρχαίοι, πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος.
-Δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχει τώρα αυτό - αλλά για να το λες...
-Όχι εγώ, οι αρχαίοι.
-Έστω. Για να το λέγανε οι αρχαίοι, κάτι θα ξέρανε. Εσύ που το 'μαθες;
-Στο σχολείο το άκουσα.
-Πάς σχολείο;
-Πήγα μέχρι την πρώτη Λυκείου και το παράτησα. Χάσιμο χρόνου.
-Έτσι ε; Φαίνεται ότι δεν θα σε μαθαίνανε σωστά πράγματα
.-Σιγά μην καθόμουνα να ακούσω τι λέγανε. Όταν είσαι 15 χρονώ, το χειρότερο πράμα είναι να πηγαίνεις σχολείο. Χάσιμο χρόνου, σου λέω.
-Και χρημάτων, να υποθέσω...
-Με πιάνεις, μπάρμπα. Είσαι τσίφτης. Και χρημάτων, καλά λες. Πού το κατάλαβες ότι πήγαινα σε ιδιωτικό;
-Δεν κατάλαβα κάτι τέτοιο. Προηγουμένως έλεγες ότι ο χρόνος είναι χρήμα. Άρα, χάσιμο χρόνου σημαίνει χάσιμο χρημάτων, σωστά;
-Μιλάμε, δεν παίζεσαι! Είσαι... είσαι... Θεός!
-Συ είπας.
-Τέλος πάντων. Που λες, πεταμένα λεφτά. Με κυνήγαγε ο γέρος μου να πηγαίνω σχολείο, πλήρωνε τα μαλλιοκέφαλά του, αλλά εγώ με τίποτα.
-Όντως, πεταμένα λεφτά..
.-Έτσι! Γιατί δηλαδή, καλύτερος ήταν ο Ωνάσης; Και καλά, άσε τον Ωνάση. Άμα ξέρεις να κλωτσάς το τόπι, είσαι ωραίος. Ή άμα ξέρεις να κουμαντάρεις το λαρύγγι σου και να ξεσηκώνεις τον κόσμο στις πίστες, τα τσεπώνεις μια χαρά. Εγώ πάλι, είχα ένα ξάδελφο που είχε πρακτορείο με ασφάλειες. Ξεκίνησα στα 16 για πλάκα, αλλά με τον καιρό κόλλησα. Τώρα στα 20 καθαρίζω στην ξεφτίλα ένα χιλιάρικο, όσα παίρνει σύνταξη ο γέρος μου μετά από 35 χρόνια δουλειά. Κι έχει και πτυχίο λογιστή. Και σε ρωτάω: Τι να το κάνεις το σχολείο; Δηλαδή, μόνο όσοι πάνε σχολείο τρώνε ψωμί;
-Όχι βέβαια. Μου θυμίζει κάτι άλλους που λένε ότι μόνο εν τη εκκλησία εστί σωτηρία. Έχεις δίκιο - ξέρεις, εγώ δεν πήγα ποτέ σχολείο.
-Σοβαρά; Καλά, μιλάμε, με έχεις κουφάνει τελείως!
-Συγνώμη, ώρες ώρες ξεχνιέμαι και μιλάω πολύ δυνατά.
-Χα χα χα, μπάρμπα δεν παίζεσαι. Γουστάρω!
-Τέλος πάντων, συνεχίζω - αν έχεις αυτιά να μ' ακούσεις. Τι έλεγα; Αν ναι - έλεγα ότι έχεις δίκιο, ψωμί δεν τρώνε μόνο όσοι πάνε σχολείο.
-Είδες; Το λες κι εσύ!
-Όμως έτσι κι αλλιώς δεν τρώω ψωμί.
-Δεν έχει σημασία. Ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με ψωμί.
-Χμμμ, νομίζω ότι το 'χω ξανακούσει αυτό.
-Αποκλείεται, τώρα μου 'ρθε. Αλλά άμα σ' αρέσει, κυκλοφόρησέ το. Βγάλτο σε μπλουζάκια, με στάμπα. Είδες, άμα είσαι ξύπνιος, μπορείς να βγάλεις λεφτά στο έτσι - για πλάκα.
-Μα δεν μου εξήγησες. Τι να τα κάνω;
-"Τι να τα κάνω", λέει! Μπάρμπα, άμα έχεις λεφτά, είσαι πρώτος. Καταρχήν, δε χρειάζεται να δουλεύεις. Δε χρειάζεται να κάνεις τεμενάδες στ' αφεντικά. Έχεις λεφτά; Αγοράζεις ένα σπιτάκι παραλιακό σε ένα νησί και αράζεις. Παίρνεις και μια βάρκα να ρίχνεις παραγάδι. Τσιμπάνε οι γόπες; Καλώς. Δεν τσιμπάνε; Περνάς από τον ψαρά και παίρνεις ξιφία.
-Για φαντάσου! Δεν ήξερα ότι είναι τόσο απλό - κι είμαι κι από ψαροχώρι. Κάποτε μόνο με θαύμα γεμίζανε τα δίχτυα.-
Μιας κι είσαι από ψαροχώρι, θα ξέρεις καλύτερα. Υπάρχει καλύτερο πράμα από το να ψαρεύεις όποτε γουστάρεις - και χωρίς να σε νοιάζει αν θα πιάσεις ψάρια;
-Τώρα που το λες - και χωρίς ψάρια ζει ο άνθρωπος. Πού να το 'ξερα τότε...
-Γι' αυτό σου λέω, μπάρμπα. Το θέμα είναι να μπορείς να καλοπερνάς, να κάνεις ό,τι γουστάρεις. Αλλά αυτό θέλει χρήμα.
-Συνεπώς, πρέπει να δουλέψεις για να κερδίσεις χρήματα, ώστε στο τέλος να κάνεις αυτό που σου αρέσει - σωστά;
-Ακριβώς.
-Κι εσύ πρέπει να φύγεις όπου να 'ναι, για να μη χάνεις χρόνο, υποθέτω...-Όπως το λες.-...Κι έτσι στο τέλος να έχεις αυτά που θες. Αλλά σε ρωτώ: τι γίνεται αν το τέλος σε περιμένει στη γωνία; Δεν θα έχεις χρόνο να κάνεις τίποτε από όσα σχεδιάζεις, σωστά;
-Σωστά δε θα πει τίποτα! Για συνέχισε.
-Λογικό δεν είναι, με τα λεγόμενά σου, να φροντίσεις από τώρα τη ζωή σου, για να μη βρεθείς απροετοίμαστος;
-Μια χαρά το πας. Έχεις δουλέψει κι εσύ ασφαλιστής;
-Όχι. Μαραγκός είμαι.
-Μην ανησυχείς μπάρμπα. Έχω κάνει τα κουμάντα μου. Έχω ασφάλεια καραμπινάτη. Θα τους πάρω τα μαλλιοκέφαλά τους άμα πάθω τίποτα.
-Και ποιο το όφελος να ασφαλίζεις τη ζωή σου, ακόμη κι αν είναι να αποκτήσεις του κόσμου τα λεφτά; Πώς θα χαρείς τα λεφτά που θα κερδίσεις;
-Για στάσου ρε μπάρμπα. Τώρα μου το χαλάς. Αυτά δεν είναι λόγια ασφαλιστή.
-Σου είπα, είμαι μαραγκός.
-Μπας και φτιάχνεις φέρετρα;
-Όχι.
-Τότε; Για δείξε μου πού το πας.-Σε όλη σου τη ζωή -την πολύ σύντομη ως τώρα- έκανες ό,τι μπορείς για να κερδίσεις χρόνο. Και ήθελες να κερδίσεις χρόνο για να μπορέσεις να βγάλεις χρήματα. Πέρασες τη ζωή σου δουλεύοντας - και την ασφάλισες κιόλας, ώστε αν τη χάσεις, να κερδίσεις κι άλλα χρήματα. Δεν μοιάζει να έχει νόημα όλο αυτό. Και δεν μου φαίνεται τελικά ότι σε νοιάζει περνάς όμορφα. Μάλλον σε νοιάζουν περισσότερο τα χρήματα.
-Και ποιος είν' αυτός που δεν τονε νοιάζουνε τα χρήματα, ρε μπάρμπα; Παράξενος είσαι.
-Ίσως κάποιος που κινδυνεύει να χάσει τη υγεία του, ή πρόσωπα που αγαπά, ή την ίδια τη ζωή του.
-Άλλο αυτό. Αλλά, σου είπα, τα λεφτά χρειάζονται για να τα παρατήσω κάποια στιγμή και να είμαι αραχτός.
-Μα είσαι ήδη αραχτός, δεν το καταλαβαίνεις; Δεν μπορώ να σε φανταστώ πιο αραχτό. Είσαι πιο αραχτός κι από εκείνο το φουκαρά εκεί κάτω - βλέπεις; Εκεί, ξαπλωμένο στη στάση του λεωφορείου. Βιαζόταν να πάει στη δουλειά του, αλλά το λεωφορείο τον έστειλε λίγο πιο μακριά!
-Μα, αυτός που δείχνεις εκεί κάτω... είμαι εγώ!
-Όχι ακριβώς. Εκείνος εκεί κάτω είναι εκεί κάτω. Και είναι πεθαμένος. Ενώ εσύ είσαι εδώ, μαζί μου. Εκείνος ονειρευόταν σε όλη του τη ζωή αυτά που εσύ τώρα θα απολαμβάνεις. Θα έχεις όσο χρόνο θέλεις και δεν θα χρειάζεται να δουλεύεις.
-Κι ούτε θα 'χω λεφτά.
-Αυτό είναι αλήθεια. Δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα, ακόμη και στον Παράδεισο. Αλλά, αν σε παρηγορεί, με τα λεφτά της ασφάλειας θα αποζημιωθεί πολλαπλά ο πατέρας σου για όσα λεφτά χαράμισε στα σχολεία σου.
-Μα τι λες; Σιγά να μην τον παρηγορήσουν τα λεφτά. Ο άνθρωπος έχασε το παιδί του.-Χαίρομαι που επιτέλους καταλαβαίνεις.

Δεν υπάρχουν σχόλια: