Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2007

ΧΡΗΣΙΜΟ - ΑΧΡΗΣΤΟ



Τον καιρό εκείνο των παλιών ανθρώπων ένας γέροντας προσκυνητής προχωρούσε μέρα και νύχτα. Όπως είναι γνωστό τα χρόνια εκείνα οι προσκυνητές περπατούσαν χιλιάδες χιλιόμετρα αναζητώντας τον Θεό, που τον έβρισκαν σε κάθε βήμα και σε κάθε βήμα τον έχαναν. Ότι καλό τους έρχονταν στη ζωή τους το έπαιρναν σαν δώρο και για ότι κακό θρηνούσαν τον εαυτό τους. Ο γέροντας προσκυνητές είχε κι άλλους παρέα άλλοι έλεγαν ότι είναι μαθητές του – παρ’ όλο- που ποτέ δεν ισχυρίσθηκε ότι είναι δάσκαλος. Εκεί που πήγαιναν είδαν ένα δάσος. Εκεί δούλευαν πολλοί ξυλοκόποι. Είχαν κόψει πάρα πολλά δέντρα αλλά εκείνο που του έκανε εντύπωση είναι ότι είχαν αφήσει ένα τεράστιο δέντρο, που δέκα άνθρωποι δεν μπορούσαν να το αγκαλιάσουν, με χιλιάδες κλαδιά και μεγάλα φύλλα που έβρισκαν καταφύγιο πάρα πολλά πουλιά. Αυτό το δέντρο το είχαν αφήσει. «Πηγαίνετε» τους είπε ο γέροντας «να ρωτήσετε γιατί το κάνουν αυτό;»
Πράγματι πήγαν και ρώτησαν τους ξυλοκόπους «Γιατί το αφήσατε αυτό το δέντρο;» «Μα δεν το βλέπεις είναι τελείως άχρηστο. Καρπούς δεν κάνει. Φύλλα όμορφα δεν έχει. Από το ξύλο του δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Γιατί να το κόψουμε;»
Μετέφεραν αυτά τα λόγια στον προσκυνητή κι αυτός γέλασε και τους είπε : «Σήμερα πήρατε ένα μεγάλο μάθημα. Στο δάσος άλλος είναι χρήσιμος και κόβεται νωρίς και άλλος είναι άχρηστος και τον αφήνουν. Σκεφθείτε όμως σε αυτόν τον άχρηστο πόσοι έχουν κοιμηθεί από κάτω από τα κλαδιά του. Σκεφθείτε πόσοι έχουν βρει ανάπαυση κάτω από την σκιά και την ησυχία. Σκεφτείτε πόσα πουλιά βρίσκουν εκεί καταφύγιο τα βράδια. Πράγματι δεν υπάρχει τίποτα άχρηστο στον κόσμο, εκτός από την κρίση μας για το τι είναι άχρηστο και χρήσιμο»

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2007

ΑΠΛΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Μια φορά σ’ εκείνο τον καιρό των παλιών ανθρώπων ένας βασιλιάς, βγήκε από το παλάτι του για το πρωινό του περίπατο. Πριν κάνει λίγα βήματα, βλέπει έναν ζητιάνο. Η διάθεση του ήταν καλή, η μέρα ήταν λαμπρή, σταμάτησε και τον ρώτησε: «πες μου τι θέλεις να σου δώσω;» Ο ζητιάνος μόλις τον άκουσε γέλασε «Μπορείς να ικανοποιήσεις την επιθυμία μου;» του είπε.
Ο βασιλιάς θύμωσε και του είπε: « Φυσικά και μπορώ να ικανοποιήσω κάθε επιθυμία. Τι είναι; Πες μου τι θέλεις;»
Ο ζητιάνος τον κοιτούσε, πάντα ειρωνικά «Σκέψου καλά πριν μου υποσχεθείς οτιδήποτε, σκέψου» «Εγώ» λέει ο βασιλιάς «είμαι ο μεγαλύτερος και ο πιο σπουδαίος και μπορώ να ικανοποιήσω κάθε επιθυμία.. Τι είναι αυτό που επιθυμείς και δεν μπορώ να ικανοποιήσω εγώ;»
Ο ζητιάνος του είπε «Έχω μια πολύ απλή επιθυμία, γέμισε μου σε παρακαλώ αυτό το πιατάκι, που έχω μπροστά μου. Μπορείς να το γεμίσεις;» Ο βασιλιάς γέλασε και διέταξε έναν από τους άνδρες του να γεμίσουν το μικρό πιατάκι του ζητιάνου. Ο φρουρός πράγματι, πήρε από ένα σακουλάκι λεφτά και τα έβαλε στο πιατάκι. Μόλις τα έβαλε αυτά εξαφανίσθηκαν και το πιατάκι παρέμεινε άδειο. Και κάθε φορά που έβαζε, όλο και εξαφανιζόταν. Ο βασιλιάς είχε πλέον, πρασινίσει από το κακό του καθώς όλοι οι κάτοικοι της πόλης είχαν μαζευτεί και κοίταζαν μια το βασιλιά, μία τον ζητιάνο. Τότε ο βασιλιάς διέταξε «Πηγαίνετε και φέρτε όλο μου το θησαυροφυλάκιο, ότι έχω και δεν έχω. Αν είναι να χάσω το βασίλειο μου, ας το χάσω. Δεν είναι δυνατόν να ηττηθώ από αυτόν τον ζητιάνο»
Και πράγματι. Οι φρουροί έφεραν με τα φορτηγά όλα τα νομίσματα, τις πολύτιμες πέτρες και όλα τα χρυσά από το βασίλειο. Κάθε τι όμως, που αγγίζανε μέσα στο πιατάκι αμέσως εξαφανιζότανε. Δοκιμάσανε να βάλουνε πολλά μαζί, ένα ολόκληρο φορτίο, αλλά τίποτα, μόλις το ακουμπήσανε κι αυτό εξαφανίσθηκε. Ο βασιλιάς έριξε το σκήπτρο του, στα πόδια του ζητιάνου «Ομολογώ» του είπε «ότι με νίκησες. Αλλά πες μου από περιέργεια από τι είναι φτιαγμένο αυτό το πιατάκι»
Τότε ο ζητιάνος γέλασε « Είναι απλό βασιλιά μου» του είπε «αυτό το πιατάκι είναι φτιαγμένο από επιθυμία. Δεν υπάρχει μυστικό. Απλή ανθρώπινη επιθυμία»

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2007

LECTURA DANTIS

'>http://object width="425" height="355">


Θυμάμαι. Το καλοκαίρι, 31 Ιουλίου 1981, στους δύο πύργους της Μπολόνια.(torre degli Asigneli) Ήταν η πρώτη επέτειος της δολοφονίας στον σιδηροδρομικό σταθμό, όπου ένα χρόνο πριν 85 άτομα δολοφονούνταν μετά από έκρηξη βόμβας που κάποιοι νεοφασιστές αποφάσισαν να αφήσουν, στην αίθουσα αναμονής, με τελικό στόχο να ενοχοποιήσουν τις Βrigate Rosse. Δεν θα μείνω στο γεγονός της ανάκρισης, ούτε και στις έρευνες και στις καταδίκες, ούτε στον ένοχο, ούτε και στις καταδίκες. Μένουμε στο γεγονός ότι για λόγους ιδεολογίας, ογδονταπέντε ζωές χάνονται. Ογδονταπέντε προτάσεις ζωής, ογδονταπέντε κόσμοι σβήνονται. Ένα χρόνο μετά ο Carmelo Bene, από τους δύο πύργους αποφασίζει να διαβάσει Dante.
Το καλοκαίρι έσταζε πάνω στους χέρια μας. Και το βράδυ πικρό, βγαλμένο από τις λέξεις του κάτω κόσμου. Και η φωνή του Carmelo πήγαινε στην καρδιά του θηρίου και ακουμπούσε στον κόμπο εκείνο που ξαναβρίσκουν οι άνθρωποι τον κόσμο τους ζωγραφισμένο με λέξεις. Τότε κατάλαβα ότι ο κόσμος δομείται με λέξεις. Universo σημαίνει «ένας στίχος» το σύμπαν για μας είναι ένας στίχος. Ένας στίχος ο κόσμος και η κατανόηση του περνά από τις λέξεις. Ένας που διαχειρίζεται δέκα λέξεις μπορεί να καταλάβει έναν κόσμο δέκα λέξεων. Ο άλλος που διαχειρίζεται δέκα χιλιάδες, έχει μπροστά του έναν κήπο δέκα χιλιάδων θαυμάτων. Ο κόσμος είναι εκεί, η κατανόηση του αλλάζει. Αυτοί που σκότωσαν αφήνοντας την βαλίτσα είχαν έναν κόσμο φτωχό φτιαγμένο από νεκρά σύμφωνα, αγκυλωμένα φωνήεντα, λέξεις κλεισμένες από συρματοπλέγματα. Γιατί αυτός είναι ο κόσμος του φανατικού, ένας κόσμος κλειστός με ασφυκτιώσες λέξεις, μονοσήμαντες. Αλλά ο παράδεισος των λέξεων δεν γνωρίζει οικόπεδα και αυτός που επισκέπτεται αυτόν τον παράδεισο θα πρέπει να ξέρει ότι θα πρέπει να είναι αιωνίως μαθητής και ότι ποτέ δεν γνωρίσει, σε βάθος - αυτή την τρυφηλότητα, που θα του διαφεύγει πάντα ως άμμος μέσα από τα χέρια του, όπως ο χρόνος, όπως η ομορφιά που μέσα από το εφήμερο κρατάει την λάμψη της.
Χρόνια μετά κατάλαβα γιατί ο Bene είχε επιλέξει την Lectura Dantis γιατί σε έναν κόσμο βαρβαρότητας μόνον η ποίηση μπορεί να προσφερθεί στα ογδονταπέντε εκατομμύρια όνειρα που χάθηκαν. Τα χρόνια πέρασαν, περνούν παραμένουν τα σημάδια εκείνης της βραδιάς του ’81 για να μας θυμίζουν ότι «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο»

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2007

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ

Μια ιστορία που περισυνέλλεξα στο διαδύκτιο:
Έχεις ώρα μπάρμπα;
-Όση θέλεις!
-Πλάκα έχεις, αλλά εγώ δεν έχω καθόλου. Τι ώρα είναι, ξέρεις;
-Λυπάμαι που δεν έχεις ώρα. Και λυπάμαι δυο φορές που δεν μπορώ να σου δώσω.
-Κέφια έχεις, μπάρμπα; Σε ρωτάω αν ξέρεις τι ώρα είναι.
-Ώρα για ποιο πράγμα;
-Α, καλά, χάνω την ώρα μου μαζί σου.-
Μα είπες ότι δεν έχεις ώρα. Πώς να χάσεις κάτι που δεν έχεις;-
Έχω λίγη, αλλά δε μου περισσεύει να τη χαραμίζω σ' αηδίες.
-Σε τι θες να τη χαραμίζεις;
-Σε τίποτα δε θέλω να τη χαραμίζω. Θέλω να την εκμεταλλεύομαι. Ο χρόνος είναι χρήμα.
-Ναι, το έχω ακουστά. Αν είναι έτσι, εγώ πρέπει να είμαι πολύ πλούσιος.
-Χα χα, ωραίο αυτό. Μα δε φτάνει να 'χεις χρόνο για να 'χεις χρήμα. Πρέπει να ξέρεις τι να τον κάνεις.
-Μα αν ο χρόνος είναι χρήμα, δεν μπορώ απλώς να τον ξοδεύω;
-Ο χρόνος είναι χρήμα, αν ξέρεις να τον κάνεις εσύ χρήμα. Αν τον εκμεταλλεύεσαι. Αν είσαι ξύπνιος, παναπεί. Κι όταν τον κάνεις χρήμα, μαγκιά σου να τονε ξοδεύεις. Γιατί, όπως λέγανε κι οι αρχαίοι, πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος.
-Δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχει τώρα αυτό - αλλά για να το λες...
-Όχι εγώ, οι αρχαίοι.
-Έστω. Για να το λέγανε οι αρχαίοι, κάτι θα ξέρανε. Εσύ που το 'μαθες;
-Στο σχολείο το άκουσα.
-Πάς σχολείο;
-Πήγα μέχρι την πρώτη Λυκείου και το παράτησα. Χάσιμο χρόνου.
-Έτσι ε; Φαίνεται ότι δεν θα σε μαθαίνανε σωστά πράγματα
.-Σιγά μην καθόμουνα να ακούσω τι λέγανε. Όταν είσαι 15 χρονώ, το χειρότερο πράμα είναι να πηγαίνεις σχολείο. Χάσιμο χρόνου, σου λέω.
-Και χρημάτων, να υποθέσω...
-Με πιάνεις, μπάρμπα. Είσαι τσίφτης. Και χρημάτων, καλά λες. Πού το κατάλαβες ότι πήγαινα σε ιδιωτικό;
-Δεν κατάλαβα κάτι τέτοιο. Προηγουμένως έλεγες ότι ο χρόνος είναι χρήμα. Άρα, χάσιμο χρόνου σημαίνει χάσιμο χρημάτων, σωστά;
-Μιλάμε, δεν παίζεσαι! Είσαι... είσαι... Θεός!
-Συ είπας.
-Τέλος πάντων. Που λες, πεταμένα λεφτά. Με κυνήγαγε ο γέρος μου να πηγαίνω σχολείο, πλήρωνε τα μαλλιοκέφαλά του, αλλά εγώ με τίποτα.
-Όντως, πεταμένα λεφτά..
.-Έτσι! Γιατί δηλαδή, καλύτερος ήταν ο Ωνάσης; Και καλά, άσε τον Ωνάση. Άμα ξέρεις να κλωτσάς το τόπι, είσαι ωραίος. Ή άμα ξέρεις να κουμαντάρεις το λαρύγγι σου και να ξεσηκώνεις τον κόσμο στις πίστες, τα τσεπώνεις μια χαρά. Εγώ πάλι, είχα ένα ξάδελφο που είχε πρακτορείο με ασφάλειες. Ξεκίνησα στα 16 για πλάκα, αλλά με τον καιρό κόλλησα. Τώρα στα 20 καθαρίζω στην ξεφτίλα ένα χιλιάρικο, όσα παίρνει σύνταξη ο γέρος μου μετά από 35 χρόνια δουλειά. Κι έχει και πτυχίο λογιστή. Και σε ρωτάω: Τι να το κάνεις το σχολείο; Δηλαδή, μόνο όσοι πάνε σχολείο τρώνε ψωμί;
-Όχι βέβαια. Μου θυμίζει κάτι άλλους που λένε ότι μόνο εν τη εκκλησία εστί σωτηρία. Έχεις δίκιο - ξέρεις, εγώ δεν πήγα ποτέ σχολείο.
-Σοβαρά; Καλά, μιλάμε, με έχεις κουφάνει τελείως!
-Συγνώμη, ώρες ώρες ξεχνιέμαι και μιλάω πολύ δυνατά.
-Χα χα χα, μπάρμπα δεν παίζεσαι. Γουστάρω!
-Τέλος πάντων, συνεχίζω - αν έχεις αυτιά να μ' ακούσεις. Τι έλεγα; Αν ναι - έλεγα ότι έχεις δίκιο, ψωμί δεν τρώνε μόνο όσοι πάνε σχολείο.
-Είδες; Το λες κι εσύ!
-Όμως έτσι κι αλλιώς δεν τρώω ψωμί.
-Δεν έχει σημασία. Ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με ψωμί.
-Χμμμ, νομίζω ότι το 'χω ξανακούσει αυτό.
-Αποκλείεται, τώρα μου 'ρθε. Αλλά άμα σ' αρέσει, κυκλοφόρησέ το. Βγάλτο σε μπλουζάκια, με στάμπα. Είδες, άμα είσαι ξύπνιος, μπορείς να βγάλεις λεφτά στο έτσι - για πλάκα.
-Μα δεν μου εξήγησες. Τι να τα κάνω;
-"Τι να τα κάνω", λέει! Μπάρμπα, άμα έχεις λεφτά, είσαι πρώτος. Καταρχήν, δε χρειάζεται να δουλεύεις. Δε χρειάζεται να κάνεις τεμενάδες στ' αφεντικά. Έχεις λεφτά; Αγοράζεις ένα σπιτάκι παραλιακό σε ένα νησί και αράζεις. Παίρνεις και μια βάρκα να ρίχνεις παραγάδι. Τσιμπάνε οι γόπες; Καλώς. Δεν τσιμπάνε; Περνάς από τον ψαρά και παίρνεις ξιφία.
-Για φαντάσου! Δεν ήξερα ότι είναι τόσο απλό - κι είμαι κι από ψαροχώρι. Κάποτε μόνο με θαύμα γεμίζανε τα δίχτυα.-
Μιας κι είσαι από ψαροχώρι, θα ξέρεις καλύτερα. Υπάρχει καλύτερο πράμα από το να ψαρεύεις όποτε γουστάρεις - και χωρίς να σε νοιάζει αν θα πιάσεις ψάρια;
-Τώρα που το λες - και χωρίς ψάρια ζει ο άνθρωπος. Πού να το 'ξερα τότε...
-Γι' αυτό σου λέω, μπάρμπα. Το θέμα είναι να μπορείς να καλοπερνάς, να κάνεις ό,τι γουστάρεις. Αλλά αυτό θέλει χρήμα.
-Συνεπώς, πρέπει να δουλέψεις για να κερδίσεις χρήματα, ώστε στο τέλος να κάνεις αυτό που σου αρέσει - σωστά;
-Ακριβώς.
-Κι εσύ πρέπει να φύγεις όπου να 'ναι, για να μη χάνεις χρόνο, υποθέτω...-Όπως το λες.-...Κι έτσι στο τέλος να έχεις αυτά που θες. Αλλά σε ρωτώ: τι γίνεται αν το τέλος σε περιμένει στη γωνία; Δεν θα έχεις χρόνο να κάνεις τίποτε από όσα σχεδιάζεις, σωστά;
-Σωστά δε θα πει τίποτα! Για συνέχισε.
-Λογικό δεν είναι, με τα λεγόμενά σου, να φροντίσεις από τώρα τη ζωή σου, για να μη βρεθείς απροετοίμαστος;
-Μια χαρά το πας. Έχεις δουλέψει κι εσύ ασφαλιστής;
-Όχι. Μαραγκός είμαι.
-Μην ανησυχείς μπάρμπα. Έχω κάνει τα κουμάντα μου. Έχω ασφάλεια καραμπινάτη. Θα τους πάρω τα μαλλιοκέφαλά τους άμα πάθω τίποτα.
-Και ποιο το όφελος να ασφαλίζεις τη ζωή σου, ακόμη κι αν είναι να αποκτήσεις του κόσμου τα λεφτά; Πώς θα χαρείς τα λεφτά που θα κερδίσεις;
-Για στάσου ρε μπάρμπα. Τώρα μου το χαλάς. Αυτά δεν είναι λόγια ασφαλιστή.
-Σου είπα, είμαι μαραγκός.
-Μπας και φτιάχνεις φέρετρα;
-Όχι.
-Τότε; Για δείξε μου πού το πας.-Σε όλη σου τη ζωή -την πολύ σύντομη ως τώρα- έκανες ό,τι μπορείς για να κερδίσεις χρόνο. Και ήθελες να κερδίσεις χρόνο για να μπορέσεις να βγάλεις χρήματα. Πέρασες τη ζωή σου δουλεύοντας - και την ασφάλισες κιόλας, ώστε αν τη χάσεις, να κερδίσεις κι άλλα χρήματα. Δεν μοιάζει να έχει νόημα όλο αυτό. Και δεν μου φαίνεται τελικά ότι σε νοιάζει περνάς όμορφα. Μάλλον σε νοιάζουν περισσότερο τα χρήματα.
-Και ποιος είν' αυτός που δεν τονε νοιάζουνε τα χρήματα, ρε μπάρμπα; Παράξενος είσαι.
-Ίσως κάποιος που κινδυνεύει να χάσει τη υγεία του, ή πρόσωπα που αγαπά, ή την ίδια τη ζωή του.
-Άλλο αυτό. Αλλά, σου είπα, τα λεφτά χρειάζονται για να τα παρατήσω κάποια στιγμή και να είμαι αραχτός.
-Μα είσαι ήδη αραχτός, δεν το καταλαβαίνεις; Δεν μπορώ να σε φανταστώ πιο αραχτό. Είσαι πιο αραχτός κι από εκείνο το φουκαρά εκεί κάτω - βλέπεις; Εκεί, ξαπλωμένο στη στάση του λεωφορείου. Βιαζόταν να πάει στη δουλειά του, αλλά το λεωφορείο τον έστειλε λίγο πιο μακριά!
-Μα, αυτός που δείχνεις εκεί κάτω... είμαι εγώ!
-Όχι ακριβώς. Εκείνος εκεί κάτω είναι εκεί κάτω. Και είναι πεθαμένος. Ενώ εσύ είσαι εδώ, μαζί μου. Εκείνος ονειρευόταν σε όλη του τη ζωή αυτά που εσύ τώρα θα απολαμβάνεις. Θα έχεις όσο χρόνο θέλεις και δεν θα χρειάζεται να δουλεύεις.
-Κι ούτε θα 'χω λεφτά.
-Αυτό είναι αλήθεια. Δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα, ακόμη και στον Παράδεισο. Αλλά, αν σε παρηγορεί, με τα λεφτά της ασφάλειας θα αποζημιωθεί πολλαπλά ο πατέρας σου για όσα λεφτά χαράμισε στα σχολεία σου.
-Μα τι λες; Σιγά να μην τον παρηγορήσουν τα λεφτά. Ο άνθρωπος έχασε το παιδί του.-Χαίρομαι που επιτέλους καταλαβαίνεις.

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2007

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ Η ΦΥΣΙΚΗ

Διαφωνώ καθέτως με την σύγχρονη φυσική όταν αποκαλύπτει ότι ο χρόνος είναι μια ανθρώπινη σύμβαση και ότι στο σύμπαν ο χρόνος δεν υπάρχει. Δεν είναι διατυπώσεις αυτές να λέγονται μεταξύ μας. Πόσα χρόνια συνηθίσαμε να μιλάμε για τον χρόνο. «Περασμένα ξεχασμένα» είχαμε μια βεβαιότητα, πως ότι περνά ξεχνιέται. Και τώρα έρχονται αυτοί για να μου πουν ότι αυτό δεν γίνεται οι πράξεις θα με συνοδεύουν για πάντα. Αυτό το για πάντα με ενοχλεί, αμετακλήτως. Ακόμα και οι φωνές, λέει, τα λόγια που είπαμε κάποτε ταξιδεύουν στο διάστημα και κάπου υπάρχουν αυτούσια. Και δεν με ενοχλούν τα καλά λόγια αυτά μου περιποιεί τιμή να τα ενθυμούμαι, αλλά για τις βρισιές είναι ένα πρόβλημα. Συμφιλιώθηκα, βρε αδελφέ. Τίποτα. Η βρισιά, η original, ταξιδεύει ακράδαντα μέχρι τις παρυφές του σύμπαντος και πολύ θα ήθελα να γνωρίσω το ανθρώπινο ον που θα τις συγκεντρώσει, όλες αυτές τις βρισιές. Μάλλον επιστημονική φαντασία θα μου πείτε. Λάθος ατελείωτο κι εσείς και, βεβαίως, εγώ, ζούμε σε επιστημονική φαντασία «παίρνουμε τις σκιές για στέρεο πράγμα» που έλεγε στην Κόλαση του ο Δάντης. Έρχεται πάλι η σύγχρονη φυσική και σου λέει ότι αυστηρά επιστημονικά ύλη δεν υπάρχει δεν είναι παρά μια έκφανση της ενέργειας. Δηλαδή όσο και να κοιταχτώ στον καθρέφτη δεν είμαι παρά ένα μονάχα κύμα που θα χαθεί ευκολότατα στην πρώτη ακτή. Το κύμα δεν το ξέρει. Η ακτή δεν το ξέρει. Το ψάρι όμως γνωρίζει και παρ’ ότι γνωρίζει δεν μιλάει. Κι εμείς το αγνοούμε και παίρνουμε την ρευστότη αυτή ενέργεια, που πριν χρόνια ήταν παιδί, έγινε ενήλικας θα γίνει γέρος και στο τέλος κόκαλα ξηρά. Οπότε τι είμαι το παιδί, ο ενήλικας η ο γέρος; Και η ψυχή που βρίσκεται; Ποιος είναι ο χρόνος της; Τι βλέπει;»

Αυτά που πέρασαν, λοιπόν, δεν είναι αυτά που πέρασαν είναι αυτά που είναι εδώ, ακόμα κι αν αργούν να φτάσουν στο σήμερα δεν είναι παρά ένα ακυρωμένο εδώ. Γιατί εμείς σκεφτόμαστε, σύμφωνα με αυτά που έχουμε, σύμφωνα με αυτά που διαχειριζόμαστε. Κι αν αύριο βρεθούμε στο σύμπαν και βρούμε τους ξεχασμένους καβγάδες μας για κάποια γελοία θέματα τι θα πούμε, τις θα τους πούμε; Για όλους που αυτούς που «ασκήσαμε κριτική»; Για τους ανθρώπους που κτυπήσαν την πόρτα μας και την βρήκαν κλειστή; Για αυτό η σύγχρονη φυσική δεν είναι τόσο εξυπηρετική όσο η παλιά που μας καθησύχαζε για τον χρόνο που περνάει, που μας έλεγε ότι με τις γνώσεις μας θα γίνουμε θεοί, ότι αρκούσε ένα μέρος σταθερό για κάποιον και μπορούσε να ανατρέψει την γη. Με λυπεί ότι όλα αυτά είναι ένα παρελθόν και θα πρέπει να ξεμάθω όλα αυτά που έμαθα τόσα χρόνια. Κανείς δεν μου είπε ότι επιστήμη είναι το σύνολο των γνώσεων που έχουμε μέχρι σήμερα. Και ότι αύριο θα έχουμε άλλο σύνολο γνώσεων. Και τώρα που μας χαλάσανε οι βεβαιότητες.. με τι βεβαιότητα θα προχωρήσουμε στο μέλλον; Ποιο μέλλον; Αυτό που ακόμα δεν είναι γνωστό. Ποιο παρελθόν αυτό που πέρασε σύμφωνα με την χρονική στιγμή που ορίζουμε ως παρών. Πιο παρών; Αυτό το μόνο που υπάρχει. Η μόνη στιγμή η παρούσα.

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2007

ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΟΝΑΞΙΑ

Είναι που φταίει η μοναξιά; Μα τι είναι μοναξιά; Σηκώνεσαι πρωί και το σπίτι γεμάτο και είσαι μόνος.Και πηγαίνεις σχολείο, δουλειά, στους δρόμους και πάλι μόνος. Κι αυτό το πνίξιμο σε πετάει πάλι στο δρόμο για «διασκέδαση» και πάλι μόνος. Γιατί τελικά, μόνος. Φταίνε ή άλλοι η εσύ; Μόνος είσαι σε σχέση με τους άλλους ή με τον εαυτό σου; Μπορείς να είσαι μόνος όταν:

  • για να συνεχίσεις να ζεις χρειάζεσαι αέρα
    τον αέρα αυτόν μοιράζεσαι με τους άλλους
  • για να συνεχίσεις να ζεις τρως φαγητό που κάποιος άλλος: παράγει, συλλέγει, πουλά, μαγειρεύει.
  • για να μετακινηθείς χρειάζεσαι ένα μέσον. Αυτό το μέσον κάποιος ή μάλλον μια μακριά αλυσίδα ανθρώπων το σχεδίασε, κάποιοι άλλοι άνθρωποι που είχαν όνειρα, οικογένειες, αρρώστιες, το κατασκεύασαν.
  • για την πόλη που περπατάς κάποιοι φροντίζουν να είναι – όσο δυνατόν- σε τάξη, να είναι οι δρόμοι της στρωμένοι με άσφαλτο
    Ο κατάλογος μπορεί να γίνει πολύ μεγαλύτερος αλλά με αυτά κι άλλα πολλά που είναι η μοναξιά; Άρα δεν είναι εξωτερική είναι εσωτερική υπόθεση. Μόνος σε σχέση με τον εαυτό σου, με τον εαυτό σου είσαι ξένος και αυτή η ξενιτιά είναι η μοναξιά. Δεν τον αντέχεις καθώς ταυτίζεται με την πολυχρωμία των άλλων, που επαναλαμβάνουν τα ίδια πράγματα, που έχουν γίνει ένα με τα πράγματα, που ουσιαστικά έχουν γίνει πράγματα.
    Εάν είναι έτσι τότε η μοναξιά, είναι στην πραγματικότητα ξενιτιά και ο πόθος του γυρισμού είναι το «νόστιμον ήμαρ» αλλά που; Στο σπίτι μας. Αλλά είναι γνωστό ότι ο πιο μακρύς δρόμος είναι αυτός που μας πάει στο σπίτι μας. Που είναι αυτό το σπίτι; Ξέρω ότι άμα σκύψεις στην καρδιά σου θα το δεις. Εγώ προσπαθώ ακόμα.

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2007

ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ

Ολα συνεχίζονται στον ίδιο ρυθμό. Η βροχή πέφτει. Τα αυτοκίνητα συνεχίζουν να κινούνται ακατάπαυστα. Οι καταστηματάρχες διαμαρτύρονται για τις κορίνες. Τα αυτοκίνητα δεν διαμαρτύρονται ποτέ αυτά μόνο ξεφεύγουν καμμία φορά από την πορεία τους και δυστυχώς ο αμέτοχος οδηγός βρίσκει τραγικό θάνατο και οι εφημερίδες θέμα. Οι οδηγοί που θα ήθελαν να αγοράσουν τυρόπιτα διαμαρτύρονται γιατί θα πρέπει να ψάξουν να βρούν παρκάρισμα που θα είναι μακριά και θα πρέπει να περπατήσουν αρκετά ώστε να φτάσουν στην τυρόπιτα. Οι κορίνες διαμαρτύρονται γιατί πηγαίνουν και τις κόβουν. Οι γονείς διαμαρτύρονται που δεν γίνεται μάθημα στα σχολεία. Οι καθηγητές που κάνουν ιδιαίτερα διαμαρτύρονται γιατί τους έχει πέσει όλο το βάρος να βγάλουν την ύλη που ορίζει το υπουργείο. Οι γονείς ξανά διαμαρτύρονται γιατί δεν τους φτάνουν τα λεφτά για τα ιδιαίτερα. Οι καθηγητές διαμαρτύρονται γιατί δεν πέρνουν χρήματα. Οι φοιτητές διαμαρτύρονται γιατί πήγαν στο Πανεπιστήμιο και δεν καταλαβαίνουν τίποτα και πρέπει να κάνουν ιδιαίτερα με τους ίδιους καθηγητές που είχαν οταν έκαναν ιδιαίτερα στο Λύκειο. Οι καθηγητές διαμαρτύρονται γιατί και οι ίδιοι πληρώνουν πολλά για ιδιαίτερα και πρέπει να κάνουν και δεύτερη δουλειά το βράδυ έτσι ώστε το πρωί δεν μπορούν να διδάξουν στις αίθουσες. Οι γονείς διαμαρτύρονται γιατί δεν έχουν άλλα χρήματα για ιδιαίτερα. Οι καθηγητές στο πανεπιστήμιο διαμαρτύρονται γιατί δεν είναι καλές οι αποδοχές τους. Οι κάτοικοι πολλών ορεινών περιοχών διαμαρτύρονται γιατί δεν τους δίνει κανένας σημασία και αυτό τους οδηγεί πολλές φορές στο εμπόριο ναρκωτικών που τίποτα δεν κάνεις και πολλά λεφτά πέρνεις. Οι αστυνομικοί διαμαρτύρονται γιατί σκοτώνονται για ψίχουλα χώρια που πρέπει το βράδυ να πάνε να κάνουν δεύτερη δουλειά σε κανένα μπαράκι για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Οι οδηγοί διαμαρτύρονται για τους δρόμους που είναι μόνιμα χάλια. Και η βροχή συνεχίζει να πέφτει. Λίγοι πολύ λίγοι διαμαρτύρονται για τον εαυτό τους. Λίγοι πολλοί λίγοι και τα βήματα τους πνίγονται στην βροχή, στη λάσπη. Αλλά για αυτούς τους λίγους που διαμαρτύρονται για τον εαυτό τους και παλεύουουν για ένα καλύτερο αύριο, έτσι ώστε να αφήσουν στα παιδιά τους παραδείγματα και οχι βίλες, για αυτούς τους λίγους, κρατάει ο Θεός τον κόσμο.

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2007

ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ: ΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Του Δ.Κ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

Οι πράξεις, ως κοινωνία, αναζητούν την αλληλεγγύη και την ενότητα της προοπτικής μας. Ναι όμως, που το δίχτυ του χώρου, ένα κιγκλίδωμα με αλυσίδα, σχηματισμένο από τις «εκ των προτέρων» ιδέες μας, μπαίνει ανάμεσα στα μάτια μας και τα πράγματα. Ανάμεσα στα μάτια μας και τα μάτια των παιδιών μας. Είναι η χρήσιμη στη σημερινή μας κοινωνία άποψη των αντιθέσεων, όχι η άποψη ολόκληρη, δηλαδή η σύνθεση του μέλλοντός μας.Κατορθώσαμε ως κοινωνία να είμαστε απέναντι στα παιδιά μας και να αντιμετωπίζουμε τις καταλήψεις σήμερα πλέον ως συνήθεια, ως ανεπάρκεια ιδεών, ως συμβιβασμό τού να χάσουμε μάθημα, ως ψεύτικη ωραιοποιημένη εικόνα αντίστασης. Δεν αναγνωρίζουμε, όμως, ότι με τις καταλήψεις ουσιαστικά η νέα γενιά «κοινωνεί» τη μοναξιά της. Οι καταλήψεις δεν έχουν αιτήματα κι αυτό ίσως αληθεύει. Ωστόσο, φαίνεται ότι, αν όχι το σύνολο των μαθητών, πάντως μέρος τους, έστω, δείχνει σαν να ξεχύνεται από έναν χώρο που, στα μάτια τους, καλώς ή κακώς, μοιάζει με δεσμωτήριο που καταπνίγει την ενέργειά τους και είναι αμέτοχο του μυστηρίου της παιδικότητας.Είναι αυτό άραγε το αντίτιμο μιας κοινωνίας που εμμόνως νεάζει παραγεμίζοντας τις πτυχώσεις της με μυοπαραλυτικές τοξίνες κατά του γέλωτος και της θλίψης, σε πείσμα της σοφής ρήσης «Ου γαρ έστι γέλως εν άλλη οία δήποτε φύσει» (ώσπερ εν τω ανθρώπω «το γελαστικόν» - Αναστάσιος Σιναΐτης, Οδηγός, Κεφ. Β' Φιλοκαλία, 13, σελ. 48); Οποίες πλαστικές, μπότοξ, εμφυτεύσεις τριχών, γκαρνταρόμπες, οποία «διακριτική» επιβεβαίωση της κυριαρχίας ημών των παλαιών οδηγεί τη νέα γενιά να κινείται στο «επέκεινα» του κοινωνικού χώρου, στο «επέκεινα» του μέτρου! Κι εμείς οι παλαιότεροι ουδόλως συστέλλουμε εαυτόν, ουδαμώς διακινδυνεύουμε την αγάπη μας. Μαρτυρίες μοναξιάς παντού, στους στίχους των τραγουδιών, στα blogs του Διαδικτύου, στα βλέμματα, στη συνεχή προσδοκία για κάτι καλύτερο. Τι απαντάμε; Κατανοούμε στοχαστικά από απόσταση: «Δεν έχετε αιτήματα, δεν ξέρετε γιατί διαμαρτύρεστε». Και η νέα γενιά ανακρίνεται, ο πόνος διαθλάται και η απαγοήτευση κατοπτρίζεται. Δεν διακρίνουμε την αυθεντικότητα της κραυγής που, ακόμα κι αν προδίδει λάθη, αδυναμίες, ψέματα ή ανεπάρκεια, χαράσσει τη σχηματική απεικόνιση της μοναξιάς των παιδιών μας. Εάν φροντίζαμε τα όνειρά τους, δεν θα «θλίβονταν» τόσο...Και παλαιότερα συνέβαιναν καταλήψεις και πολλοί, όπως κι εγώ, ήταν αντίθετοι. Ωστόσο, ακόμα κι αν «έχανε» η μια πλευρά, οι ιδέες κοινωνούνταν, περιχωρούνταν ως καθολικότητα και η αντίθεση δεν διέκοπτε την «κοινωνία».Ακόμη και η δημόσια ντροπή της αποτυχίας είχε νόημα. Σήμερα, η αναζήτηση της ισορροπίας πραγματώνεται στην κυριαρχία των νόμων της αγοράς και στον ανταγωνισμό της κατανάλωσης. Κυριαρχείται από την άνευ νοήματος διεκδίκηση.Λέμε στη νέα γενιά να μην αναζητεί νοήματα, να αρκείται στα νοήματα που έχουν κατασκευασθεί γι' αυτήν. Δεν είναι ακριβώς «το φοβάμαι γι' αυτά που θα γίνουν για μένα χωρίς εμένα», είναι το ότι δεν μπορούμε να δούμε ότι η νέα γενιά δεν έχει νέες ιδέες, αλλά είναι η νέα ιδέα. Μια μικρή μου φίλη, η Σοφία Παπαγιώτου, που είναι 11 χρόνων και πάει στην 6η Δημοτικού, μου έστειλε ένα ποίημα, που δείχνει ακριβώς αυτό που είναι η νέα γενιά: αποκάλυψη, παρουσία, επιθυμία κοινωνίας, αλλά μοναξιά. Γράφει λοιπόν: «Το ταξίδι της ζωής μου: Ενα ταξίδι θα πάω μάλλον μακρινό, Που ίσως δεν θα 'χει γυρισμό; Να φύγω απ' αυτόν τον κόσμο, Τον κακό, θλιβερό, Για έναν λόγο πολύ σημαντικό. Είμαι μικρή όμως για να το πω αυτό; Δεν το νομίζω, θα το τολμήσω αυτό! Κι όταν γυρίσω απ' το ταξίδι αυτό το μακρινό Και ξανασυναντήσω τον εχθρό, Θεέ μου, δώσ' μου τη δύναμη να βγω. Να πολεμήσω το κακό μέχρι να το νικήσω». Ακούει η παλιά γενιά τα λόγια των νέων ανθρώπων; «Δεν βρήκα κανέναν να με ακούσει, εγώ προσπάθησα...». Ισως όχι, για να βγουν αληθινοί οι στίχοι των Active Member: «Γιατί μεγάλωσα περήφανος φτωχός και κατάλαβα πως πάντα ο Θεός την εξουσία δίνει σε ψεύτες και τρελούς για να δοκιμάζει τους καλούς». Πολλοί, ίσως, θα πουν: «Η μεταφυσική επιστρέφει». Προσωπικά θα σχολίαζα ότι, από το «ενεργό μηδέν», από τις συνθέσεις που εμπνέονται μόνον απ' το οπλισμένο σκυρόδεμα των σχολείων, διαλέξτε εσείς μιαν αρχή που να μην είναι κυριαρχούσα, αλλά υπηρετούσα. Ομως σιγά σιγά, πίσω από την κυριαρχούσα ιδέα που απευθύνεται προς τη νέα γενιά, διακρίνεται «μια απέραντη μοναξιά, όπου κάθε βλέμμα του άλλου είναι εμπόδιο και περιορισμός». Η δημοκρατία «δεν συλλαμβάνει μόνον, αλλά προβάλλει και φωτίζει». Πού είναι ο φωτισμός της τρομακτικής ελευθερίας που έχει η νέα γενιά να μεταμορφώνει τον κόσμο. Δείτε λίγες γραμμές από διαμαρτυρία μαθητών που διαβάστηκε δημόσια σε συγκέντρωση γονέων: «Καλέ μου πατέρα, γλυκειά μου μάνα. Ελα μαζί μου, μη στέκεσαι απέναντί μου. Η σιωπή μου έγινε κραυγή και θέλω να μάθω. Απάντησέ μου. Σε ρωτώ:[...] Ποιοι είναι αυτοί που μου στερούν το γέλιο, τη χαρά, τους φίλους μου; Ποιοι είναι αυτοί που μαραίνουν την παιδικότητά μου, την εφηβεία μου, τα νιάτα μου; Ποιοι είναι αυτοί που υψώνουν τείχη στο μέλλον και γκρεμίζουν τα όνειρά μου; Ποιοι είναι αυτοί που σε "διώχνουν" απ' το σπίτι μας και η καρέκλα σου μένει άδεια στο μεσημεριανό τραπέζι, εξαναγκάζοντάς σε να δουλεύεις διπλοβάρδια;[...] Ποιοι είναι αυτοί που με δικάζουν σε αβουλία, βουβαμάρα, αποχαύνωση; Ποιοι είναι αυτοί που με φλομώνουν με άχρηστη γνώση, με καταντούν φυτό και γιατί και πώς συνεχώς με κρίνουν;[...] Θέλω να έχω τα αυτιά μου ανοιχτά, τα μάτια λαμπερά, το μυαλό μου καθαρό, την ψυχή μου γεμάτη αρετή... Θέλω να ανοίξω τα φτερά μου και με ξεπουπουλιάζουν κάθε μέρα.Θέλω να σηκώσω το κεφάλι ψηλά, να κοιτάζω τον γαλάζιο ουρανό και με "χώνουν ακόμη πιο βαθιά στη γη" Θέλω... θέλω... θέλω...». Σε σχέση μ' αυτή τη «μορφή», είναι πολύ εύκολο να διακρίνουμε την α-μορφία των δικών μας ενηλίκων επιχειρημάτων. Ας το αφήσουμε λοιπόν να ξεσέρνει, κατά τη συνήθειά μας.Oi καταλήψεις θα λήξουν κάποτε, έληξαν άλλωστε και πέρυσι. Ο λόγος είναι πολύ επώδυνος για να χωρέσει στον ορίζοντα των γραφειοκρατικών μας στερεοτύπων. Ισως και γιατί δεν απαντιέται με λόγο αλλά με αγάπη. Ισως γιατί ο αγωνιώδης και αψιμυθίωτος λόγος της νέας γενιάς, χωρίς ρητορείες, εκπτώσεις, ακαδημαϊσμούς, εκφράζει πιο ρωμαλέα την αλήθεια από το όποιο δικό μας επιχείρημα.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 03/11/2007

ΜΕ ΤΗΝ ΒΡΟΧΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΗΨΗΣ

Μια μέρα ακόμη ή μια ξεχωριστή μέρα; Σταγόνες της βροχής πάνω στα δέντρα, μοναδικές όταν το φως τις διαπερνά και συναντούν τα μάτια μας. Είναι αυτές που μας βλέπουν ή εμείς που βλέπουμε αυτές; Εμείς το κέντρο του ουρανού η απλώς εμείς μια φαντασία του ουρανού; Έξω βρέχει. Βρέχει στην πόλη, στους δρόμους. Βρέχει πλατείες που πάλι και σήμερα χιλιάδες δόσεις ηρωίνης θα αλλάξουν χέρια κι ένα παιδί θα πέσει νεκρό, μια υποσημείωση στον βιβλιάριο καταθέσεων του λογαριασμού του έμπορα. Έζησε σαν ξένο έφυγε ξένο. Και η βροχή θα πέσει στα σκονισμένα παράθυρα, όπου χιλιάδες κουρασμένοι άνθρωποι έχουν ξεχάσει να τα κλείσουν, καθώς μένουν καρφωμένοι στην τηλεόραση ακόμα κι όταν τελειώσει το πρόγραμμα. Βρέχει στους ώμους των ανθρώπων που ξεκινούν βραδινή βάρδια στο εργοστάσιο και δεν ξέρουν αν θα δουν το πρωινό και τα μάτια του παιδιού τους. Βρέχει στα μαλλιά του κοριτσιού που γυρίζει το κεφάλι και κοιτάζει τον ουρανό και τον βλέπει άδειο, κι αναρωτιέται πόσο μεγάλο μερίδιο μοναξιάς μπορεί να αντέξει. Βρέχει και στις αυλές των σχολείων που τα έχουν καταλάβει μαθητές. Βρέχει στα μάτια των γονιών τους που κάθονται βλέποντας το παράθυρο, ένα άδειο παράθυρο, τον εαυτό τους. Αύριο ο πατέρας θα σηκωθεί. Θα πάει στο κρεβάτι του παιδιού του, δεν θα είναι εκεί. Στην ερώτηση του θα ακούσει την απάντηση «κατάληψη» . Θα μουρμουρίσει μια στιγμή « παλιόπαιδα, σα δεν ντρέπονται» κι ύστερα θα τρέξει, θα υπομείνει τις φωνές του προϊσταμένου, την κίνηση, την γραφειοκρατία θα τα υποστεί όλα. Θα ξαναπεί και πάλι «παλιόπαιδα» με λίγη περισσότερη τρυφερότητα. Θα τρέξει, θα πληρώσει, θα ιδρώσει. Σε μια στιγμή θα γυρίσει το κεφάλι του θα θυμηθεί. Θα θυμηθεί τους αγώνες όλους «για αυτείνη την πατρίδα» που έλεγε ο στρατηγός. Ασυναίσθητα θα ξεκινήσει για το σχολείο του γιου του. Θα το βρει και θα κάτσει έξω από την πόρτα. Θα έρθει ο γιος του «πατέρα». «είμαι μαζί σου» θα του πει και το παιδί θα κλάψει. Και θάρθουνε κι άλλα παιδιά και θα τους πει:

«Αντισταθείτε
σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει : καλά είμαι εδώ
…………………………………….
Αντισταθείτε πάλι σ’ όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι
στον Πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε
στις μουσικές, τα τούμπανα και τις παράτες
σ’ όλα τα ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε
σ’ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή
δίπλα στην χειμωνιάτικη θερμάστρα
στις κολακείες, τις ευχές, τις τόσες υποκλίσεις
από γραφιάδες και δειλούς για τον σοφό αρχηγό τους.
Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών
και διαβατηρίων
στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη
διπλωματία
στα εργοστάσια πολεμικών υλών
σ’ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια
στα θούρια
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους
στους θεατές
στον άνεμο
σ’ όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς
στους άλλους που κάνουν τον φίλο σας
ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ
αντισταθείτε

Τότε μπορεί να περάσουμε προς την Ελευθερία.

Μιχάλης Κατσαρός