Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2007

ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Κάποτε ο Χάρος, η Πανούκλα και η Χολέρα αποφάσισαν να πάρουν ένα αρνί από έναν τσοπάνο. Πρώτη η Πανούκλα τον επισκέφτηκε και του ζήτησε ένα αρνί απειλώντας τον. Εκείνος αρνήθηκε. Τότε τον χτύπησε η αρρώστια, για να υποκύψει. Τρεις μήνες κρεβατώθηκε αλλά στο τέλος τα κατάφερε και δεν έδωσε το αρνί. Στη συνέχεια η Χολέρα προσπάθησε να τον τρομοκρατήσει. Όμως δεν ήταν από εκείνους που πεθαίνουν από το φόβο τους. Πρόβαλε αντίσταση και της απάντησε αρνητικά στην πρότασή της να της δώσει το αρνί. Τότε χολέρα χτυπά τον τσοπάνο, μα άντεξε και το αρνί το γλίτωσε. Αγριεμένος ο Χάρος, τον επισκέφτηκε ο ίδιος και του είπε ότι, αφού δε δίνει το αρνί, θα τον πάρει μαζί του. Εκείνος συμφώνησε και τον ακολούθησε. Όταν έφτασαν στην πολιτεία του Χάροντα, τη γεμάτη λαδοκάντηλα, ο Σαρακ. το ρώτησε τι είναι αυτά τα φώτα. Και ο Χάρος απάντησε ότι κάθε καντήλι αντιστοιχεί σ’ έναν άνθρωπο και ότι, όταν σωθεί το λάδι του καντηλιού, ο άνθρωπος πεθαίνει. Το δικό μου καντήλι, ρώτησε, έχει ακόμα λαδάκι ή σώθηκε; Το δικό σου καντήλι είναι ακόμα στα μισά, απάντησε ο Χάρος. Και όταν ο τσοπάνος πρότεινε να προσθέσει λίγο λάδι ακόμα, ο Χάρος το διαβεβαίωσε ότι δεν μπορεί να επέμβει σε κάτι που καθορισμένο από τις μοίρες και ότι αυτός μόνο εντολές εκτελεί. Τότε ο Σαρακ. γυρίζει και του λέει: «Άντε στο καλό σου, Χάρε, τίποτα δεν μπορείς να μου κάνεις. Έχω πολύ ζωή μπροστά μου να ζήσω. Το καντήλι μου είναι ως τη μέση γιομάτο λάδι. Άμα σωθεί, βλέπουμε”

Δεν υπάρχουν σχόλια: