Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2007

Η ΓΙΟΡΤΗ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΝΤΙΚΙΑ



Μια φορά, όταν ζούσαν οι παλιοί άνθρωποι ένας από αυτούς, λένε, ότι αγάπησε πολύ τα ποντίκια. (Άλλοι θρύλοι υποστηρίζουν ότι ήταν αυτός που έφτιαξε τα ποντίκια. Τα ποντίκια βέβαια, το γεγονός δεν τα απασχολούσε) Πίστευε, πάντα, ότι αξίζουν καλύτερη τύχη από το να τρέχουν όλοι μέρα στις βρωμιές, να τα κυνηγάνε οι γάτες και στο τέλος να σκοτώνονται είτε από τις φάκες, είτε από δηλητήρια. Αυτός ήξερε ότι δεν υπάρχει πλάσμα στον κόσμο που να είναι μόνον ύλη. Για την ακρίβεια ήξερε ότι στην πραγματικότητα ύλη δεν υπήρχε αλλά μόνο ενέργεια. Καθαροί στρόβιλοι ενέργειας που κάποτε συμπυκνώνονταν και φαίνονταν αρκετά συμπαγής σαν σώμα. Αν κάποιος το καταλάβαινε αυτό τότε θα φρόντιζε περισσότερο το άλλο κομμάτι που υπήρχε μέσα στο σώμα του και δεν έσκαζε τόσο για το τυρί και για τον γάτο. Τα ποντίκια, όμως, δεν τα καταλάβαιναν αυτά και συνέχιζαν να ασχολούνται με το τυρί και με τον γάτο. Που και που έβρισκε κάτι αλαφροΐσκιωτα ποντίκια, που τους μιλούσε και αυτά τα λέγαν στην ποντικοομάδα. Μόλις άνοιγαν, όμως, το στόμα τους έπαιρναν με τις πέτρες καθώς στα ποντίκια είναι πολύ δύσκολο να σταματήσεις τις συνήθειες.
Είδε κι αποείδε κι αποφάσισε να κάνει τον γιό του ποντίκι και να τον στείλει στην φωλιά για να τους μιλήσει αυτός. Σκέφτηκε ότι «αυτόν τουλάχιστον θα τον πιστέψουν» και για να μην τους τρομάξει ο γιος του, άρχισε την ζωή κανονικά σαν μικρό ποντικάκι. Μεγάλωσε και προσπάθησε να τους μιλήσει στην γλώσσα τους. Στην αρχή επειδή τους έδινε τυριά και κυνηγούσε τον γάτο, τον πίστεψαν. Αυτή ακριβώς η πίστη εξόργισε τους αρχηγούς τους. «Άμα πιστέψουν σε αυτόν εμείς τι θα κάνουμε; Θα το κλείσουμε το μαγαζί; Και τι δουλειά θα κάνουμε μετά;» κάποιος τόλμησε να ρωτήσει «κι άμα είναι γιος του ανθρώπου πράγματι, όπως λέει, και θέλει να μας βοηθήσει;» Η απάντηση ήταν σκληρή «τον ρώτησε κανείς; Και εμείς τι θα κάνουμε θα καταστραφούμε;» Και βέβαια, όποιος δεν έχει επιχειρήματα στρέφεται προς τον νόμο. Το να πείσεις έναν ποντικολαό δεν είναι δύσκολο. Δεν χρειάζεσαι παρά δημαγωγία, μέσα μαζικής ενημέρωσης και μια πιστωτική κάρτα. Τότε βέβαια, δεν είχανε πιστωτική κάρτα αλλά το τυρί όπως είπαμε, είναι πολύ σημαντική υπόθεση για τα ποντίκια και όποιος τους το τάζει αυτός είναι ο καλύτερος. Σκοτώσανε λοιπόν, το «επικίνδυνο» ποντικάκι. Η ανάσταση του ήταν ένα μεγάλο γεγονός για την ποντικοκοινότητα, αλλά οι αρχηγοί αυτοί τη φορά ήταν προετοιμασμένοι και τα κατάφεραν να μην μαθευτεί τίποτα. Το ποντικάκι εμφανίστηκε σε αυτά τα ποντίκια που το πίστεψαν και τους είπε να είναι όλοι μαζί «και εγώ θα σας δώσω κάτι που θα λειτουργεί σαν ραδιόφωνο. Όταν θα είστε όλοι μαζί και θα προσεύχεστε αυτό το ραδιόφωνο θα «πιάνει» την συχνότητα του ανθρώπου και θα σας βοηθάει να συνεχίσετε τον αγώνα σας να ξεφύγετε από αυτή εδώ την τρύπα να γίνεται και σεις περίπου σαν άνθρωποι. Αλλά προσέξτε αυτό που θα σας δώσω μην το πειράξετε γιατί σας είπα, ότι λειτουργεί σαν ραδιόφωνο και στο ραδιόφωνο δεν πειράζουμε τίποτα, απολύτως»
Πράγματι, λοιπόν, όλα πήγαιναν καλά. Αλλά οι αρχηγοί τις ποντικοκοινότητας συνέχισαν να είναι οργισμένοι. «Μα να ακούνε το ραδιόφωνο τους και να μην ακούνε εμάς; Απαράδεκτο» Πήγαν λοιπόν και κάναν τα πιστά ποντίκια και μπήκαν και αυτοί μέσα στο ραδιόφωνο. Μετά άρχισαν να λένε «Κοίτα πως είναι αυτό δεν είναι λογικό να δουλεύει έτσι, θα πρέπει να το αλλάξουμε για να δουλεύει καλύτερα.» Κι άρχισαν τις αλλαγές. Στο τέλος έμεινε μόνο το κουτί και το ραδιόφωνο δεν έπιανε τίποτα, μόνο κάτι παράσιτα. Τα καημένα τα ποντικάκια γιορτάζανε την μέρα που γεννήθηκε το «επικίνδυνο» ποντίκι και χαιρόταν γιατί το ένοιωθαν μαζί τους. Ούτε αυτό το ήθελαν, οι ποντικοαρχηγοί. «Γιορτή θέλουν. Τώρα να δεις γιορτή» Να δώρα για να μπούνε λαμπιόνια και δέντρα και μπάλες και τραγούδια. Κι όσο τα είχαν όλα αυτά τόσο χειρότερα. Μεγάλωνε η μοναξιά από τα ποντίκια. Οσα φώτα κι αν αναβάνε τόσο φοβότανε περισσότερο. Όσο γιορτάζανε άλλο τόσο νοιώθανε μόνοι και ξένοι στην γιορτή. Αλλά γιατί όλα αυτά; Είναι απλό. Πως είσαι σε μια παρέα και τραγουδάς και γελάς και είσαι ευτυχισμένος, χωρίς να γίνονται ιδιαίτερα πράγματα. Και τα βλέπει αυτά ο άλλος απέναντι και σκέφτεται «θα κάνω και γω το ίδιο». Και πάει την άλλη μέρα και οργανώνει «επίσημο δείπνο». Όλα είναι τα ίδια το φαγητό, οι άνθρωποι, όλα. Μια μονάχα διαφορά κανείς δεν είναι ευτυχισμένος, κανείς δεν είναι χαρούμενος.
Τώρα τι μένει στα ποντικάκια αν θέλουν να γλυτώσουν από το τυρί και τον γάτο; Απλό πολύ απλό, να ξανακάνουν το ραδιόφωνο, όπως ήτανε και ο άνθρωπος που τόσο τους αγαπάει θα συνεχίσει να τους μιλάει και να τους δείχνει τον δρόμο να φύγουν από την βρωμερή τρυπούλα τους. Αν θέλουν, βέβαια, αν δεν θέλουν το τυρί και ο γάτος είναι πάντα εκεί και περιμένουν.
Αυτά συνέβησαν τότε στα ποντικάκια, μόνο στα ποντικάκια γιατί οι άνθρωποι εννοείται, είναι πιο σοφοί, σοφότεροι.

Κυριακή, 16 Δεκεμβρίου 2007

ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ ΑΠΕΡΓΙΑ


Και πάλι αυτή την εβδομάδα, απεργία. Απεργούν και οι δημοσιογράφοι. Απεργούν διεκδικώντας; Όχι βέβαια απεργούν, ώστε να μην χαθούν τα κεκτημένα του ταμείου. Αυτό θα ήταν πάρα πολύ λογικό αν συνοδεύονταν από μία εφικτή πρόταση. Αλλά ας υποθέσουμε ότι αυτή η πρόταση είναι υπαρκτή, οπότε θα πρέπει να δούμε τι σημαίνει απεργία. Στην ερώτηση τι είναι η απεργία η απάντηση είναι ότι είναι η μαζική άρνηση από ομάδες εργατών να εκτελέσουν εργασία. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι οι απεργίες έγιναν πολύ σημαντικές κατά την διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης, όταν και η μαζική εργασία έγινε σημαντική στα εργοστάσια και στα ορυχεία και οι εργοστασιάρχες ή οι κάτοχοι των ορυχείων είχαν πολύ μεγαλύτερη πολιτική εξουσία. Αρα λοιπόν, το να επιλέγεις μια αγωνιστική μορφή διεκδίκησης εξαρτάται από το ιστορικό περιβάλλον το οποίο ζεις. Η απεργία έχει νόημα οταν "μπλοκάρεις" την αλυσίδα παραγωγής καθώς επιφέρει σημαντική μείωση των κερδών σε αυτούς που κατέχουν τα μέσα παραγωγής. Τι γίνεται όμως όταν δεν έχουμε αλυσίδα παραγωγής; οπως στους δημοσιογράφους των οποίων ο ρόλος είναι να αποτυπώνουν την καθημερινότητα , δηλαδή ρόλος που δεν έχει καμία σχέση με αλυσίδες παραγωγής, καθώς οι θέση τους έχει μεγαλύτερη σχέση με τον δημιουργό - βιοτέχνη. Και αυτό γιατί η επιλογή των ειδήσεων δεν είναι βιομηχανοποιήμενη αλλά δημιουργική διαδικασία, η οποία εξαρτάται από τον ιστορικό περίγυρο και την παιδεία αυτού που την δημιουργεί. Η εκφορά του δημοσίου λόγου, ο οποίος περιγράφει την ειδησεογραφική καθημερινότητα με την σειρά του, δημιουργεί ανάδραση στην οποία ο δημοσιογράφος η το μέσον δεν είναι έξω από αυτήν (την καθημερινότηταν ) αλλά αποτελούν ένα συστατικό στοιχείο της . Όταν στην καθημερινότητα ένα μέρος της εργατικής τάξης απεργεί επιζητεί κατά κύριο λόγο δημοσιότητα, έτσι ώστε οι θέσεις και οι αντιθέσεις του να γίνουνε γνωστές. Αν δεν γίνουν γνωστές οι διεκδικήσεις μοιάζει με κάποιον που διαμαρτύρεται σε κλειστό δωμάτιο, που μάλλον δεν έχει σώας τας φρένας. Έτσι λοιπόν, οι δημοσιογράφοι απεργώντας όταν απεργούν και οι άλλοι βρίσκονται παρά τω πλευρώ της εξουσίας που θέλει να μην δημιουργούνται ενοχλητικά για αυτήν, ζητήματα. Από την άλλη μεριά επιλέγουν ως διαμαρτυρία μία έκφραση, που ταιριάζει σε αλυσίδα παραγωγής και όχι σε χειριστές δημοσίου λόγου. Δηλαδή απεργώντας δεν διαμαρτύρονται αλλά σταματούν, έστω και προσωρινά, να έχουν δημόσιο λόγο, αυτό δηλαδή που θα ζητούσε κάθε εξουσία από κάθε διαμαρτυρία. (Στην Ολλανδία αν ξεσηκωθούν στις φυλακές το πρώτο που κάνουν είναι να αποκλείσουν τις κάμερες έτσει ώστε να μην μπορούν οι κρατούμενοι να εκπέμψουν μήνυμα) Θα μπορούσε φερ’ ειπείν αυτή τη μέρα να αφιερωθούν ΄ όλες οι εκπομπές για το ασφαλιστικό έτσι ώστε να ενοχληθούν πραγματικά οι φερόμενοι ως εξουσία. Και αν κάνουν ξεχωριστά απεργία; Και βέβαια είναι θεμιτό οταν έχουν να λύσουν προβολήματα του κλάδου (νέες τεχνολογίες, συλλογικές συμβάσεις, εκδοτικά συμφέροντα κ.λ.π.) αλλα ξεχωρστή απεργία για κοινό για όλους θέμα (ασφαλιστικό) δεν καταλαβαίνω γιατί μπορεί να γίνει.
Υ.Γ. Αφιερωμένο εξαιρετικά σε όλους τους συναδέλφους δημοσιογράφους για να διαπιστώσουμε ότι η δύναμη είναι του λόγου και όχι της παραλογής σιωπής. Στην αρχή το βίντεο μιλά για την απεργία των δημοσιογράφων πέρυσι στην Ιταλία για 5 ολόκληρες μέρες όχι για το ασφαλιστικό. Και στο τέλος ο Beppe Grillo ο μεγάλος – κωμικός δημοσιογράφος που αποδεικνύει ότι η δύναμη του λόγου δεν έχει καθόλου περάσει στις μέρες μας. (το μπλόγκ του ίσως έχει την μεγαλύτερη επισκεψιμότητα στον κόσμο)

Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2007

ΧΕΙΜΩΝΑΣ

'>http://
Κι όταν έφτασα στην αγορά έπεφτε τα’ απόγευμα με γεύση τσίπουρο της Κυριακής. Κι ήρθαν παλιοί συμμαθητές και φίλοι. Κι ήρθε πατέρας και παππούς μου μίλησαν. «Ποιος είμαι εγώ;» τους είπα και γελάσανε. Βάλαν ρακές στην μέρα και ορφάνεψε. Πετάχτηκε ο πιο μικρός. «Πέρασα μέσα στο σύνορο της πίσσας κι αγριεύτηκα. Όταν γεννήθηκα ήρθαν πουλιά και μου δώσανε τρίμματα του ουρανού μέσα στο στόμα. Με αυτόν τον ουρανό πορεύθηκα. Δεν γνώρισα αυτό που δεν ήμουν αλλά ξαπόστασα στην βαμπακιά και σύρθηκα μες στα ρυάκια τα χορτασμένα πεθαμένα φεγγάρια. Δεν ξέρω να σου πω λοιπόν. Σκύψε και κόψε τα μαλλιά σου κι ότι σου πουν»Κι έσκαψα γύρω «αίμα κελαινόν» και ήρθε η Γιωργίτσα με φύκια ακόμα στη μιλιά κι ένα σκοτάδι. «Ήθελα άντρα κύμα και τον πήρα. Τώρα τις μέρες έρχεται και με φυσάει πότε βοριάς και πότε τριανταφυλλιάς οσμή και ξέρω πως έχει πάντα Άνοιξη. Μην σου πουν πως πνίγηκα. Ήρθαν δελφίνια του ουρανού, κομμάτια αγάπης και με πήρανε. Πήγα και βρήκα τον βυθό, του είπα για σένα και κατένευσε. Μπορείς να κατεβαίνεις όσο θέλεις. Μονάχα να ακούς την μάνα σου όταν σου μιλάει. Ταράζονται,τότε οι αστερίες και χωνεύει λάσπη ο βυθός. Θα τα καταλάβεις όλα όταν δεν θα βλέπεις πια πανσέληνο. Μόνο να ξέρεις ότι μέσα σου δεν θα γίνεις ποτέ βυθός. Είσαι εσύ ότι δεν είσαι»Κι ήρθε ο πατέρας με ένα χαρτοφύλακα γραμμάτια «Αυτά είναι τα χρωστούμενα παιδί μου. Χρωστάω σε μένα δειλινά και πρωινά, γεμάτα από χέρια, χρωστάω την θάλασσα, που δεν γνώρισα και δεν με ήθελε. Εσένα βέβαια σου δόθηκε ο βυθός. Εγώ τίποτα δεν είχα. Πήγαινα και σημάδι με πήγαινε, ότι βράδιαζε επάνω στο βουνό κι ακούγαμε τους λαγούς να σηκώνονται απ’ τον ύπνο. Τότε σε έπαιρνα και κατεβαίναμε στην παραλία. Μια μέρα ένας φθόγγος σερπαντίνας μας σήκωσε ψηλά κι είδα την πόλη, είδα τα κορίτσια που ξεκινούσανε πρωί με τον ύπνο ακόμα στο στήθος τους. Και τότε κατάλαβα, πως ο Θεός είχε βρέξει στην τσέπη μου.»Άλλο δεν ρώτησα ξεφόρτωσα δυο τρεις λέξεις και τις ακούμπησα στα μάτια του πρώτου κοριτσιού που είδα ότι είχε στα μάτια του γεφύρια και στέγες των παλιών μου στιγμών και μιλούσε ήδη στο σκοτάδι. Τότε κράτησα το χέρι του παιδιού. Από μακριά φυσούσε ο νότιας του απογεύματος που κάνει να φυτρώσουν γιασεμιά μέσα στις νύχτες. Θα ξημερώσει σεντόνια αύριο καλής πηγής,πηγίτσας.

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2007

THE FEAR



Κι έρχεται άμμος, μιλάω..
Πάρε το δόντι από το φως.
Πίσω οι βάρκες πολιορκούν το τρίμα του βουνού.
Νυχτώνει.
Έρχεται Τροία απ’ τα παράθυραπερνάει στο φως και καίει, σου μιλάω.
Ξέρω τη λάμψη.
Το ξυράφι του χρόνου, πεινά.
Φύλαξε το γυμνό βιβλίο μέσα στα πόδια σου
Όταν προστρέχεις στη βροχή θλίβονται σύμφωνα
Κι έχει μια παγωνιά, περνάω..
Εδώ βρήκαμε το μάρμαρο σφαγμένο.
Έταζε ο τρελός κι η θάλασσα αίματα γέμουσα.
Διαταγή κι ύστερα μυαλά έβρεξε και δόντια
Μπήκε από το παράθυρο.
Τόνοι πορφύρας.
Στα χέρια σου άρχοντα, οι ζωές μας.
Εδώ όμως τα μάτια του παιδιού περιτρέχουν το τοπίο, στέκονται στα σφιγμένα μάτια μας και αναζητούν το αύριο, μια κατάφαση, έστω ένα χάδι δυναμίτη. Ύστερα πλησιάζει ο καπνός, τα μάτια του παιδιού στο συρτάρι. Οι άρχοντες διασκεδάζουν με λογοπαίγνια στην τυφλή οθόνη.
Πριν από δω, λοιπόν, ζωγραφισμένη στους τείχους ήτανσπείρα παλιά, αυτός που είναι μακριά της εξουσίας.να τον περιγελούν παίζοντας σκήπτρα,παίζοντας ζάρια, τις ζωές, το χρόνο.Και ήρθε μαύρος, λέγοντας: «τα θέλεις;»
Μόνο σιωπή κι ο ήχος της σιωπής και ο θόρυβος του τίποτα.
"Πήγαινε πίσω", είπε "απλά"
Κι έφυγε πίσω, λέγοντας, «ορίστε ερείπιαη πολιτεία των συλλαβών μου, ορίστε αίμα.Ορίστε δάκτυλα παιδιών να φτύνουν άμμο.Και τα καρφιά εδώ, τα αγκάθια και το μαστίγιο εδώ.»
Εδώ όμως τα μάτια του παιδιού περιτρέχουν το τοπίο, στέκονται στα σφιγμένα μάτια μας και αναζητούν το αύριο, μια κατάφαση, έστω ένα χάδι δυναμίτη. Ύστερα πλησιάζει ο καπνός, τα μάτια του παιδιού στο συρτάρι. Οι άρχοντες διασκεδάζουν με λογοπαίγνια στην τυφλή οθόνη.Γύρισε ματωμένο το φεγγάρι.Do you remember;Κόκκινα χέρια, σίδερο,do you;
Ξέρω τη μύτη της βροχής, πεινάει λαιμούς ενίοτε και σβήνει
Τη μνήμη σβήνει, τα χλωρά σβήνει του ήλιου καλάμια.πρόβατα, όμως, όχι…
Χιλιάδες μάτια βρέχει απόψε ο ουρανός,χιλιάδες χέρια, χιλιάδες αύριο σπασμένα, την αυγή την ώραπου καίγεται ο σκορπιός.Και εμείς τι; φωνάζοντας στη δημοσιά;εμείς ο σκορπιός , ένα μακρύ ποτάμιπου δαγκώνει το χρόνο του.
Πήγαινε πίσω, του λέμε, απλά σήμερα σπάζει ο Κρόνος την παγίδα του ουρανού και χύνονται μυαλά της μέλλουσας ανατολής και μια σιωπή…μια σιωπή, …….κι ένα τραγούδι από παλιά μέσα στη νύχτα
…νεκρών πεσόντωννεκρών πεσόντωνους εμάρψαμεν ποσίν,χείλιοι φονηέςχείλιοι φονηές είμεν….
Εδώ όμως τα μάτια του παιδιού δεν περιτρέχουν πια το τοπίο. Ένας φοίνικας μένει μονάχα και γύρω του παγωμένη η άμμος, ξεσκεπάζει λευκασμένα κόκαλα.Έλα να σου δείξω το κέντρο της καρδιάς.
Πες μου τι βλέπεις;The fear, the fear….

Δευτέρα, 3 Δεκεμβρίου 2007

ΓΕΜΑΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ



Στα χρόνια αυτά των τωρινών ανθρώπων ήταν ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας. Είχε αποκτήσει αρκετά εισοδήματα, σπίτια, ακίνητα, αυτοκίνητα. Μπορούσε να αγοράσει ότι επιθυμούσε, όσο μεγάλο κι αν ήταν αυτό. Μόνο που ήταν πολύ στεναχωρημένος γιατί είχε καταλάβει ότι ενώ μπορούσε να αγοράσει τα πάντα, δεν ήταν δυνατόν να αγοράσει την γνώση του Θεού. Έφυγε λοιπόν, να βρει τον Θεό. Κατευθύνθηκε στο Άγιο Όρος γιατί είχε ακούσει ότι οι άνθρωποι εκεί μιλούν κατευθείαν στο Θεό, επομένως ήλπιζε ότι θα βρει κάποιον να ξέρει για αυτόν. Πήγε, λοιπόν, εκεί και ρωτούσε. Του υπέδειξαν ένα σοφό γεροντάκι, που ήταν σε μια σκήτη. Πήγε εκεί και κάθισε. Μόλις ο γέροντας σήκωσε το κεφάλι του, χωρίς να προλάβει να μιλήσει άρχισε να τον ρωτάει για τον Θεό «Θες λίγο νερό;» του λέει ο γέροντας. «Γέροντα, δεν θέλω νερό, θέλω να μάθω για τον Θεό» «Κάτσε» του λέει, παιδί μου «κάθισε πρώτα» Βγήκε και ήρθε με μια κανάτα με νερό κι ένα ποτήρι. Έβαλε το ποτήρι. «Γέροντα θα μου πεις για τον Θεό; Επιτέλους έρχομαι από τόσα χιλιόμετρα, μπορώ να αγοράσω όλες τις δεξαμενές τις Ελλάδος και συ μου βάζεις νερό;» Ο γέροντας συνέχιζε να του γεμίζει το ποτήρι μέχρι που αυτό ξεχείλισε « Τι κάνεις εκεί, γέμισε, δεν το βλέπεις;» «Μάλλον, εσύ δεν βλέπεις» είπε ο γέροντας. «Είσαι τόσο γεμάτος ερωτήσεις, και τόσο γεμάτος με απαντήσεις, που δεν μπορείς να δεχτείς τίποτα άλλο. Κι αν θέλεις να σου μιλήσει ο Θεός τότε θα πρέπει να αδειάσεις, να αφήσεις ένα μικρό χώρο μέσα σου. Έναν τόσο δα, μικρό χώρο»

Τρίτη, 27 Νοεμβρίου 2007

ΧΡΗΣΙΜΟ - ΑΧΡΗΣΤΟ



Τον καιρό εκείνο των παλιών ανθρώπων ένας γέροντας προσκυνητής προχωρούσε μέρα και νύχτα. Όπως είναι γνωστό τα χρόνια εκείνα οι προσκυνητές περπατούσαν χιλιάδες χιλιόμετρα αναζητώντας τον Θεό, που τον έβρισκαν σε κάθε βήμα και σε κάθε βήμα τον έχαναν. Ότι καλό τους έρχονταν στη ζωή τους το έπαιρναν σαν δώρο και για ότι κακό θρηνούσαν τον εαυτό τους. Ο γέροντας προσκυνητές είχε κι άλλους παρέα άλλοι έλεγαν ότι είναι μαθητές του – παρ’ όλο- που ποτέ δεν ισχυρίσθηκε ότι είναι δάσκαλος. Εκεί που πήγαιναν είδαν ένα δάσος. Εκεί δούλευαν πολλοί ξυλοκόποι. Είχαν κόψει πάρα πολλά δέντρα αλλά εκείνο που του έκανε εντύπωση είναι ότι είχαν αφήσει ένα τεράστιο δέντρο, που δέκα άνθρωποι δεν μπορούσαν να το αγκαλιάσουν, με χιλιάδες κλαδιά και μεγάλα φύλλα που έβρισκαν καταφύγιο πάρα πολλά πουλιά. Αυτό το δέντρο το είχαν αφήσει. «Πηγαίνετε» τους είπε ο γέροντας «να ρωτήσετε γιατί το κάνουν αυτό;»
Πράγματι πήγαν και ρώτησαν τους ξυλοκόπους «Γιατί το αφήσατε αυτό το δέντρο;» «Μα δεν το βλέπεις είναι τελείως άχρηστο. Καρπούς δεν κάνει. Φύλλα όμορφα δεν έχει. Από το ξύλο του δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Γιατί να το κόψουμε;»
Μετέφεραν αυτά τα λόγια στον προσκυνητή κι αυτός γέλασε και τους είπε : «Σήμερα πήρατε ένα μεγάλο μάθημα. Στο δάσος άλλος είναι χρήσιμος και κόβεται νωρίς και άλλος είναι άχρηστος και τον αφήνουν. Σκεφθείτε όμως σε αυτόν τον άχρηστο πόσοι έχουν κοιμηθεί από κάτω από τα κλαδιά του. Σκεφθείτε πόσοι έχουν βρει ανάπαυση κάτω από την σκιά και την ησυχία. Σκεφτείτε πόσα πουλιά βρίσκουν εκεί καταφύγιο τα βράδια. Πράγματι δεν υπάρχει τίποτα άχρηστο στον κόσμο, εκτός από την κρίση μας για το τι είναι άχρηστο και χρήσιμο»

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2007

ΑΠΛΗ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Μια φορά σ’ εκείνο τον καιρό των παλιών ανθρώπων ένας βασιλιάς, βγήκε από το παλάτι του για το πρωινό του περίπατο. Πριν κάνει λίγα βήματα, βλέπει έναν ζητιάνο. Η διάθεση του ήταν καλή, η μέρα ήταν λαμπρή, σταμάτησε και τον ρώτησε: «πες μου τι θέλεις να σου δώσω;» Ο ζητιάνος μόλις τον άκουσε γέλασε «Μπορείς να ικανοποιήσεις την επιθυμία μου;» του είπε.
Ο βασιλιάς θύμωσε και του είπε: « Φυσικά και μπορώ να ικανοποιήσω κάθε επιθυμία. Τι είναι; Πες μου τι θέλεις;»
Ο ζητιάνος τον κοιτούσε, πάντα ειρωνικά «Σκέψου καλά πριν μου υποσχεθείς οτιδήποτε, σκέψου» «Εγώ» λέει ο βασιλιάς «είμαι ο μεγαλύτερος και ο πιο σπουδαίος και μπορώ να ικανοποιήσω κάθε επιθυμία.. Τι είναι αυτό που επιθυμείς και δεν μπορώ να ικανοποιήσω εγώ;»
Ο ζητιάνος του είπε «Έχω μια πολύ απλή επιθυμία, γέμισε μου σε παρακαλώ αυτό το πιατάκι, που έχω μπροστά μου. Μπορείς να το γεμίσεις;» Ο βασιλιάς γέλασε και διέταξε έναν από τους άνδρες του να γεμίσουν το μικρό πιατάκι του ζητιάνου. Ο φρουρός πράγματι, πήρε από ένα σακουλάκι λεφτά και τα έβαλε στο πιατάκι. Μόλις τα έβαλε αυτά εξαφανίσθηκαν και το πιατάκι παρέμεινε άδειο. Και κάθε φορά που έβαζε, όλο και εξαφανιζόταν. Ο βασιλιάς είχε πλέον, πρασινίσει από το κακό του καθώς όλοι οι κάτοικοι της πόλης είχαν μαζευτεί και κοίταζαν μια το βασιλιά, μία τον ζητιάνο. Τότε ο βασιλιάς διέταξε «Πηγαίνετε και φέρτε όλο μου το θησαυροφυλάκιο, ότι έχω και δεν έχω. Αν είναι να χάσω το βασίλειο μου, ας το χάσω. Δεν είναι δυνατόν να ηττηθώ από αυτόν τον ζητιάνο»
Και πράγματι. Οι φρουροί έφεραν με τα φορτηγά όλα τα νομίσματα, τις πολύτιμες πέτρες και όλα τα χρυσά από το βασίλειο. Κάθε τι όμως, που αγγίζανε μέσα στο πιατάκι αμέσως εξαφανιζότανε. Δοκιμάσανε να βάλουνε πολλά μαζί, ένα ολόκληρο φορτίο, αλλά τίποτα, μόλις το ακουμπήσανε κι αυτό εξαφανίσθηκε. Ο βασιλιάς έριξε το σκήπτρο του, στα πόδια του ζητιάνου «Ομολογώ» του είπε «ότι με νίκησες. Αλλά πες μου από περιέργεια από τι είναι φτιαγμένο αυτό το πιατάκι»
Τότε ο ζητιάνος γέλασε « Είναι απλό βασιλιά μου» του είπε «αυτό το πιατάκι είναι φτιαγμένο από επιθυμία. Δεν υπάρχει μυστικό. Απλή ανθρώπινη επιθυμία»

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2007

LECTURA DANTIS

'>http://object width="425" height="355">


Θυμάμαι. Το καλοκαίρι, 31 Ιουλίου 1981, στους δύο πύργους της Μπολόνια.(torre degli Asigneli) Ήταν η πρώτη επέτειος της δολοφονίας στον σιδηροδρομικό σταθμό, όπου ένα χρόνο πριν 85 άτομα δολοφονούνταν μετά από έκρηξη βόμβας που κάποιοι νεοφασιστές αποφάσισαν να αφήσουν, στην αίθουσα αναμονής, με τελικό στόχο να ενοχοποιήσουν τις Βrigate Rosse. Δεν θα μείνω στο γεγονός της ανάκρισης, ούτε και στις έρευνες και στις καταδίκες, ούτε στον ένοχο, ούτε και στις καταδίκες. Μένουμε στο γεγονός ότι για λόγους ιδεολογίας, ογδονταπέντε ζωές χάνονται. Ογδονταπέντε προτάσεις ζωής, ογδονταπέντε κόσμοι σβήνονται. Ένα χρόνο μετά ο Carmelo Bene, από τους δύο πύργους αποφασίζει να διαβάσει Dante.
Το καλοκαίρι έσταζε πάνω στους χέρια μας. Και το βράδυ πικρό, βγαλμένο από τις λέξεις του κάτω κόσμου. Και η φωνή του Carmelo πήγαινε στην καρδιά του θηρίου και ακουμπούσε στον κόμπο εκείνο που ξαναβρίσκουν οι άνθρωποι τον κόσμο τους ζωγραφισμένο με λέξεις. Τότε κατάλαβα ότι ο κόσμος δομείται με λέξεις. Universo σημαίνει «ένας στίχος» το σύμπαν για μας είναι ένας στίχος. Ένας στίχος ο κόσμος και η κατανόηση του περνά από τις λέξεις. Ένας που διαχειρίζεται δέκα λέξεις μπορεί να καταλάβει έναν κόσμο δέκα λέξεων. Ο άλλος που διαχειρίζεται δέκα χιλιάδες, έχει μπροστά του έναν κήπο δέκα χιλιάδων θαυμάτων. Ο κόσμος είναι εκεί, η κατανόηση του αλλάζει. Αυτοί που σκότωσαν αφήνοντας την βαλίτσα είχαν έναν κόσμο φτωχό φτιαγμένο από νεκρά σύμφωνα, αγκυλωμένα φωνήεντα, λέξεις κλεισμένες από συρματοπλέγματα. Γιατί αυτός είναι ο κόσμος του φανατικού, ένας κόσμος κλειστός με ασφυκτιώσες λέξεις, μονοσήμαντες. Αλλά ο παράδεισος των λέξεων δεν γνωρίζει οικόπεδα και αυτός που επισκέπτεται αυτόν τον παράδεισο θα πρέπει να ξέρει ότι θα πρέπει να είναι αιωνίως μαθητής και ότι ποτέ δεν γνωρίσει, σε βάθος - αυτή την τρυφηλότητα, που θα του διαφεύγει πάντα ως άμμος μέσα από τα χέρια του, όπως ο χρόνος, όπως η ομορφιά που μέσα από το εφήμερο κρατάει την λάμψη της.
Χρόνια μετά κατάλαβα γιατί ο Bene είχε επιλέξει την Lectura Dantis γιατί σε έναν κόσμο βαρβαρότητας μόνον η ποίηση μπορεί να προσφερθεί στα ογδονταπέντε εκατομμύρια όνειρα που χάθηκαν. Τα χρόνια πέρασαν, περνούν παραμένουν τα σημάδια εκείνης της βραδιάς του ’81 για να μας θυμίζουν ότι «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο»

Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2007

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ

Μια ιστορία που περισυνέλλεξα στο διαδύκτιο:
Έχεις ώρα μπάρμπα;
-Όση θέλεις!
-Πλάκα έχεις, αλλά εγώ δεν έχω καθόλου. Τι ώρα είναι, ξέρεις;
-Λυπάμαι που δεν έχεις ώρα. Και λυπάμαι δυο φορές που δεν μπορώ να σου δώσω.
-Κέφια έχεις, μπάρμπα; Σε ρωτάω αν ξέρεις τι ώρα είναι.
-Ώρα για ποιο πράγμα;
-Α, καλά, χάνω την ώρα μου μαζί σου.-
Μα είπες ότι δεν έχεις ώρα. Πώς να χάσεις κάτι που δεν έχεις;-
Έχω λίγη, αλλά δε μου περισσεύει να τη χαραμίζω σ' αηδίες.
-Σε τι θες να τη χαραμίζεις;
-Σε τίποτα δε θέλω να τη χαραμίζω. Θέλω να την εκμεταλλεύομαι. Ο χρόνος είναι χρήμα.
-Ναι, το έχω ακουστά. Αν είναι έτσι, εγώ πρέπει να είμαι πολύ πλούσιος.
-Χα χα, ωραίο αυτό. Μα δε φτάνει να 'χεις χρόνο για να 'χεις χρήμα. Πρέπει να ξέρεις τι να τον κάνεις.
-Μα αν ο χρόνος είναι χρήμα, δεν μπορώ απλώς να τον ξοδεύω;
-Ο χρόνος είναι χρήμα, αν ξέρεις να τον κάνεις εσύ χρήμα. Αν τον εκμεταλλεύεσαι. Αν είσαι ξύπνιος, παναπεί. Κι όταν τον κάνεις χρήμα, μαγκιά σου να τονε ξοδεύεις. Γιατί, όπως λέγανε κι οι αρχαίοι, πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος.
-Δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχει τώρα αυτό - αλλά για να το λες...
-Όχι εγώ, οι αρχαίοι.
-Έστω. Για να το λέγανε οι αρχαίοι, κάτι θα ξέρανε. Εσύ που το 'μαθες;
-Στο σχολείο το άκουσα.
-Πάς σχολείο;
-Πήγα μέχρι την πρώτη Λυκείου και το παράτησα. Χάσιμο χρόνου.
-Έτσι ε; Φαίνεται ότι δεν θα σε μαθαίνανε σωστά πράγματα
.-Σιγά μην καθόμουνα να ακούσω τι λέγανε. Όταν είσαι 15 χρονώ, το χειρότερο πράμα είναι να πηγαίνεις σχολείο. Χάσιμο χρόνου, σου λέω.
-Και χρημάτων, να υποθέσω...
-Με πιάνεις, μπάρμπα. Είσαι τσίφτης. Και χρημάτων, καλά λες. Πού το κατάλαβες ότι πήγαινα σε ιδιωτικό;
-Δεν κατάλαβα κάτι τέτοιο. Προηγουμένως έλεγες ότι ο χρόνος είναι χρήμα. Άρα, χάσιμο χρόνου σημαίνει χάσιμο χρημάτων, σωστά;
-Μιλάμε, δεν παίζεσαι! Είσαι... είσαι... Θεός!
-Συ είπας.
-Τέλος πάντων. Που λες, πεταμένα λεφτά. Με κυνήγαγε ο γέρος μου να πηγαίνω σχολείο, πλήρωνε τα μαλλιοκέφαλά του, αλλά εγώ με τίποτα.
-Όντως, πεταμένα λεφτά..
.-Έτσι! Γιατί δηλαδή, καλύτερος ήταν ο Ωνάσης; Και καλά, άσε τον Ωνάση. Άμα ξέρεις να κλωτσάς το τόπι, είσαι ωραίος. Ή άμα ξέρεις να κουμαντάρεις το λαρύγγι σου και να ξεσηκώνεις τον κόσμο στις πίστες, τα τσεπώνεις μια χαρά. Εγώ πάλι, είχα ένα ξάδελφο που είχε πρακτορείο με ασφάλειες. Ξεκίνησα στα 16 για πλάκα, αλλά με τον καιρό κόλλησα. Τώρα στα 20 καθαρίζω στην ξεφτίλα ένα χιλιάρικο, όσα παίρνει σύνταξη ο γέρος μου μετά από 35 χρόνια δουλειά. Κι έχει και πτυχίο λογιστή. Και σε ρωτάω: Τι να το κάνεις το σχολείο; Δηλαδή, μόνο όσοι πάνε σχολείο τρώνε ψωμί;
-Όχι βέβαια. Μου θυμίζει κάτι άλλους που λένε ότι μόνο εν τη εκκλησία εστί σωτηρία. Έχεις δίκιο - ξέρεις, εγώ δεν πήγα ποτέ σχολείο.
-Σοβαρά; Καλά, μιλάμε, με έχεις κουφάνει τελείως!
-Συγνώμη, ώρες ώρες ξεχνιέμαι και μιλάω πολύ δυνατά.
-Χα χα χα, μπάρμπα δεν παίζεσαι. Γουστάρω!
-Τέλος πάντων, συνεχίζω - αν έχεις αυτιά να μ' ακούσεις. Τι έλεγα; Αν ναι - έλεγα ότι έχεις δίκιο, ψωμί δεν τρώνε μόνο όσοι πάνε σχολείο.
-Είδες; Το λες κι εσύ!
-Όμως έτσι κι αλλιώς δεν τρώω ψωμί.
-Δεν έχει σημασία. Ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με ψωμί.
-Χμμμ, νομίζω ότι το 'χω ξανακούσει αυτό.
-Αποκλείεται, τώρα μου 'ρθε. Αλλά άμα σ' αρέσει, κυκλοφόρησέ το. Βγάλτο σε μπλουζάκια, με στάμπα. Είδες, άμα είσαι ξύπνιος, μπορείς να βγάλεις λεφτά στο έτσι - για πλάκα.
-Μα δεν μου εξήγησες. Τι να τα κάνω;
-"Τι να τα κάνω", λέει! Μπάρμπα, άμα έχεις λεφτά, είσαι πρώτος. Καταρχήν, δε χρειάζεται να δουλεύεις. Δε χρειάζεται να κάνεις τεμενάδες στ' αφεντικά. Έχεις λεφτά; Αγοράζεις ένα σπιτάκι παραλιακό σε ένα νησί και αράζεις. Παίρνεις και μια βάρκα να ρίχνεις παραγάδι. Τσιμπάνε οι γόπες; Καλώς. Δεν τσιμπάνε; Περνάς από τον ψαρά και παίρνεις ξιφία.
-Για φαντάσου! Δεν ήξερα ότι είναι τόσο απλό - κι είμαι κι από ψαροχώρι. Κάποτε μόνο με θαύμα γεμίζανε τα δίχτυα.-
Μιας κι είσαι από ψαροχώρι, θα ξέρεις καλύτερα. Υπάρχει καλύτερο πράμα από το να ψαρεύεις όποτε γουστάρεις - και χωρίς να σε νοιάζει αν θα πιάσεις ψάρια;
-Τώρα που το λες - και χωρίς ψάρια ζει ο άνθρωπος. Πού να το 'ξερα τότε...
-Γι' αυτό σου λέω, μπάρμπα. Το θέμα είναι να μπορείς να καλοπερνάς, να κάνεις ό,τι γουστάρεις. Αλλά αυτό θέλει χρήμα.
-Συνεπώς, πρέπει να δουλέψεις για να κερδίσεις χρήματα, ώστε στο τέλος να κάνεις αυτό που σου αρέσει - σωστά;
-Ακριβώς.
-Κι εσύ πρέπει να φύγεις όπου να 'ναι, για να μη χάνεις χρόνο, υποθέτω...-Όπως το λες.-...Κι έτσι στο τέλος να έχεις αυτά που θες. Αλλά σε ρωτώ: τι γίνεται αν το τέλος σε περιμένει στη γωνία; Δεν θα έχεις χρόνο να κάνεις τίποτε από όσα σχεδιάζεις, σωστά;
-Σωστά δε θα πει τίποτα! Για συνέχισε.
-Λογικό δεν είναι, με τα λεγόμενά σου, να φροντίσεις από τώρα τη ζωή σου, για να μη βρεθείς απροετοίμαστος;
-Μια χαρά το πας. Έχεις δουλέψει κι εσύ ασφαλιστής;
-Όχι. Μαραγκός είμαι.
-Μην ανησυχείς μπάρμπα. Έχω κάνει τα κουμάντα μου. Έχω ασφάλεια καραμπινάτη. Θα τους πάρω τα μαλλιοκέφαλά τους άμα πάθω τίποτα.
-Και ποιο το όφελος να ασφαλίζεις τη ζωή σου, ακόμη κι αν είναι να αποκτήσεις του κόσμου τα λεφτά; Πώς θα χαρείς τα λεφτά που θα κερδίσεις;
-Για στάσου ρε μπάρμπα. Τώρα μου το χαλάς. Αυτά δεν είναι λόγια ασφαλιστή.
-Σου είπα, είμαι μαραγκός.
-Μπας και φτιάχνεις φέρετρα;
-Όχι.
-Τότε; Για δείξε μου πού το πας.-Σε όλη σου τη ζωή -την πολύ σύντομη ως τώρα- έκανες ό,τι μπορείς για να κερδίσεις χρόνο. Και ήθελες να κερδίσεις χρόνο για να μπορέσεις να βγάλεις χρήματα. Πέρασες τη ζωή σου δουλεύοντας - και την ασφάλισες κιόλας, ώστε αν τη χάσεις, να κερδίσεις κι άλλα χρήματα. Δεν μοιάζει να έχει νόημα όλο αυτό. Και δεν μου φαίνεται τελικά ότι σε νοιάζει περνάς όμορφα. Μάλλον σε νοιάζουν περισσότερο τα χρήματα.
-Και ποιος είν' αυτός που δεν τονε νοιάζουνε τα χρήματα, ρε μπάρμπα; Παράξενος είσαι.
-Ίσως κάποιος που κινδυνεύει να χάσει τη υγεία του, ή πρόσωπα που αγαπά, ή την ίδια τη ζωή του.
-Άλλο αυτό. Αλλά, σου είπα, τα λεφτά χρειάζονται για να τα παρατήσω κάποια στιγμή και να είμαι αραχτός.
-Μα είσαι ήδη αραχτός, δεν το καταλαβαίνεις; Δεν μπορώ να σε φανταστώ πιο αραχτό. Είσαι πιο αραχτός κι από εκείνο το φουκαρά εκεί κάτω - βλέπεις; Εκεί, ξαπλωμένο στη στάση του λεωφορείου. Βιαζόταν να πάει στη δουλειά του, αλλά το λεωφορείο τον έστειλε λίγο πιο μακριά!
-Μα, αυτός που δείχνεις εκεί κάτω... είμαι εγώ!
-Όχι ακριβώς. Εκείνος εκεί κάτω είναι εκεί κάτω. Και είναι πεθαμένος. Ενώ εσύ είσαι εδώ, μαζί μου. Εκείνος ονειρευόταν σε όλη του τη ζωή αυτά που εσύ τώρα θα απολαμβάνεις. Θα έχεις όσο χρόνο θέλεις και δεν θα χρειάζεται να δουλεύεις.
-Κι ούτε θα 'χω λεφτά.
-Αυτό είναι αλήθεια. Δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα, ακόμη και στον Παράδεισο. Αλλά, αν σε παρηγορεί, με τα λεφτά της ασφάλειας θα αποζημιωθεί πολλαπλά ο πατέρας σου για όσα λεφτά χαράμισε στα σχολεία σου.
-Μα τι λες; Σιγά να μην τον παρηγορήσουν τα λεφτά. Ο άνθρωπος έχασε το παιδί του.-Χαίρομαι που επιτέλους καταλαβαίνεις.

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2007

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ Η ΦΥΣΙΚΗ

Διαφωνώ καθέτως με την σύγχρονη φυσική όταν αποκαλύπτει ότι ο χρόνος είναι μια ανθρώπινη σύμβαση και ότι στο σύμπαν ο χρόνος δεν υπάρχει. Δεν είναι διατυπώσεις αυτές να λέγονται μεταξύ μας. Πόσα χρόνια συνηθίσαμε να μιλάμε για τον χρόνο. «Περασμένα ξεχασμένα» είχαμε μια βεβαιότητα, πως ότι περνά ξεχνιέται. Και τώρα έρχονται αυτοί για να μου πουν ότι αυτό δεν γίνεται οι πράξεις θα με συνοδεύουν για πάντα. Αυτό το για πάντα με ενοχλεί, αμετακλήτως. Ακόμα και οι φωνές, λέει, τα λόγια που είπαμε κάποτε ταξιδεύουν στο διάστημα και κάπου υπάρχουν αυτούσια. Και δεν με ενοχλούν τα καλά λόγια αυτά μου περιποιεί τιμή να τα ενθυμούμαι, αλλά για τις βρισιές είναι ένα πρόβλημα. Συμφιλιώθηκα, βρε αδελφέ. Τίποτα. Η βρισιά, η original, ταξιδεύει ακράδαντα μέχρι τις παρυφές του σύμπαντος και πολύ θα ήθελα να γνωρίσω το ανθρώπινο ον που θα τις συγκεντρώσει, όλες αυτές τις βρισιές. Μάλλον επιστημονική φαντασία θα μου πείτε. Λάθος ατελείωτο κι εσείς και, βεβαίως, εγώ, ζούμε σε επιστημονική φαντασία «παίρνουμε τις σκιές για στέρεο πράγμα» που έλεγε στην Κόλαση του ο Δάντης. Έρχεται πάλι η σύγχρονη φυσική και σου λέει ότι αυστηρά επιστημονικά ύλη δεν υπάρχει δεν είναι παρά μια έκφανση της ενέργειας. Δηλαδή όσο και να κοιταχτώ στον καθρέφτη δεν είμαι παρά ένα μονάχα κύμα που θα χαθεί ευκολότατα στην πρώτη ακτή. Το κύμα δεν το ξέρει. Η ακτή δεν το ξέρει. Το ψάρι όμως γνωρίζει και παρ’ ότι γνωρίζει δεν μιλάει. Κι εμείς το αγνοούμε και παίρνουμε την ρευστότη αυτή ενέργεια, που πριν χρόνια ήταν παιδί, έγινε ενήλικας θα γίνει γέρος και στο τέλος κόκαλα ξηρά. Οπότε τι είμαι το παιδί, ο ενήλικας η ο γέρος; Και η ψυχή που βρίσκεται; Ποιος είναι ο χρόνος της; Τι βλέπει;»

Αυτά που πέρασαν, λοιπόν, δεν είναι αυτά που πέρασαν είναι αυτά που είναι εδώ, ακόμα κι αν αργούν να φτάσουν στο σήμερα δεν είναι παρά ένα ακυρωμένο εδώ. Γιατί εμείς σκεφτόμαστε, σύμφωνα με αυτά που έχουμε, σύμφωνα με αυτά που διαχειριζόμαστε. Κι αν αύριο βρεθούμε στο σύμπαν και βρούμε τους ξεχασμένους καβγάδες μας για κάποια γελοία θέματα τι θα πούμε, τις θα τους πούμε; Για όλους που αυτούς που «ασκήσαμε κριτική»; Για τους ανθρώπους που κτυπήσαν την πόρτα μας και την βρήκαν κλειστή; Για αυτό η σύγχρονη φυσική δεν είναι τόσο εξυπηρετική όσο η παλιά που μας καθησύχαζε για τον χρόνο που περνάει, που μας έλεγε ότι με τις γνώσεις μας θα γίνουμε θεοί, ότι αρκούσε ένα μέρος σταθερό για κάποιον και μπορούσε να ανατρέψει την γη. Με λυπεί ότι όλα αυτά είναι ένα παρελθόν και θα πρέπει να ξεμάθω όλα αυτά που έμαθα τόσα χρόνια. Κανείς δεν μου είπε ότι επιστήμη είναι το σύνολο των γνώσεων που έχουμε μέχρι σήμερα. Και ότι αύριο θα έχουμε άλλο σύνολο γνώσεων. Και τώρα που μας χαλάσανε οι βεβαιότητες.. με τι βεβαιότητα θα προχωρήσουμε στο μέλλον; Ποιο μέλλον; Αυτό που ακόμα δεν είναι γνωστό. Ποιο παρελθόν αυτό που πέρασε σύμφωνα με την χρονική στιγμή που ορίζουμε ως παρών. Πιο παρών; Αυτό το μόνο που υπάρχει. Η μόνη στιγμή η παρούσα.

Παρασκευή, 16 Νοεμβρίου 2007

ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΟΝΑΞΙΑ

Είναι που φταίει η μοναξιά; Μα τι είναι μοναξιά; Σηκώνεσαι πρωί και το σπίτι γεμάτο και είσαι μόνος.Και πηγαίνεις σχολείο, δουλειά, στους δρόμους και πάλι μόνος. Κι αυτό το πνίξιμο σε πετάει πάλι στο δρόμο για «διασκέδαση» και πάλι μόνος. Γιατί τελικά, μόνος. Φταίνε ή άλλοι η εσύ; Μόνος είσαι σε σχέση με τους άλλους ή με τον εαυτό σου; Μπορείς να είσαι μόνος όταν:

  • για να συνεχίσεις να ζεις χρειάζεσαι αέρα
    τον αέρα αυτόν μοιράζεσαι με τους άλλους
  • για να συνεχίσεις να ζεις τρως φαγητό που κάποιος άλλος: παράγει, συλλέγει, πουλά, μαγειρεύει.
  • για να μετακινηθείς χρειάζεσαι ένα μέσον. Αυτό το μέσον κάποιος ή μάλλον μια μακριά αλυσίδα ανθρώπων το σχεδίασε, κάποιοι άλλοι άνθρωποι που είχαν όνειρα, οικογένειες, αρρώστιες, το κατασκεύασαν.
  • για την πόλη που περπατάς κάποιοι φροντίζουν να είναι – όσο δυνατόν- σε τάξη, να είναι οι δρόμοι της στρωμένοι με άσφαλτο
    Ο κατάλογος μπορεί να γίνει πολύ μεγαλύτερος αλλά με αυτά κι άλλα πολλά που είναι η μοναξιά; Άρα δεν είναι εξωτερική είναι εσωτερική υπόθεση. Μόνος σε σχέση με τον εαυτό σου, με τον εαυτό σου είσαι ξένος και αυτή η ξενιτιά είναι η μοναξιά. Δεν τον αντέχεις καθώς ταυτίζεται με την πολυχρωμία των άλλων, που επαναλαμβάνουν τα ίδια πράγματα, που έχουν γίνει ένα με τα πράγματα, που ουσιαστικά έχουν γίνει πράγματα.
    Εάν είναι έτσι τότε η μοναξιά, είναι στην πραγματικότητα ξενιτιά και ο πόθος του γυρισμού είναι το «νόστιμον ήμαρ» αλλά που; Στο σπίτι μας. Αλλά είναι γνωστό ότι ο πιο μακρύς δρόμος είναι αυτός που μας πάει στο σπίτι μας. Που είναι αυτό το σπίτι; Ξέρω ότι άμα σκύψεις στην καρδιά σου θα το δεις. Εγώ προσπαθώ ακόμα.

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2007

ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ

Ολα συνεχίζονται στον ίδιο ρυθμό. Η βροχή πέφτει. Τα αυτοκίνητα συνεχίζουν να κινούνται ακατάπαυστα. Οι καταστηματάρχες διαμαρτύρονται για τις κορίνες. Τα αυτοκίνητα δεν διαμαρτύρονται ποτέ αυτά μόνο ξεφεύγουν καμμία φορά από την πορεία τους και δυστυχώς ο αμέτοχος οδηγός βρίσκει τραγικό θάνατο και οι εφημερίδες θέμα. Οι οδηγοί που θα ήθελαν να αγοράσουν τυρόπιτα διαμαρτύρονται γιατί θα πρέπει να ψάξουν να βρούν παρκάρισμα που θα είναι μακριά και θα πρέπει να περπατήσουν αρκετά ώστε να φτάσουν στην τυρόπιτα. Οι κορίνες διαμαρτύρονται γιατί πηγαίνουν και τις κόβουν. Οι γονείς διαμαρτύρονται που δεν γίνεται μάθημα στα σχολεία. Οι καθηγητές που κάνουν ιδιαίτερα διαμαρτύρονται γιατί τους έχει πέσει όλο το βάρος να βγάλουν την ύλη που ορίζει το υπουργείο. Οι γονείς ξανά διαμαρτύρονται γιατί δεν τους φτάνουν τα λεφτά για τα ιδιαίτερα. Οι καθηγητές διαμαρτύρονται γιατί δεν πέρνουν χρήματα. Οι φοιτητές διαμαρτύρονται γιατί πήγαν στο Πανεπιστήμιο και δεν καταλαβαίνουν τίποτα και πρέπει να κάνουν ιδιαίτερα με τους ίδιους καθηγητές που είχαν οταν έκαναν ιδιαίτερα στο Λύκειο. Οι καθηγητές διαμαρτύρονται γιατί και οι ίδιοι πληρώνουν πολλά για ιδιαίτερα και πρέπει να κάνουν και δεύτερη δουλειά το βράδυ έτσι ώστε το πρωί δεν μπορούν να διδάξουν στις αίθουσες. Οι γονείς διαμαρτύρονται γιατί δεν έχουν άλλα χρήματα για ιδιαίτερα. Οι καθηγητές στο πανεπιστήμιο διαμαρτύρονται γιατί δεν είναι καλές οι αποδοχές τους. Οι κάτοικοι πολλών ορεινών περιοχών διαμαρτύρονται γιατί δεν τους δίνει κανένας σημασία και αυτό τους οδηγεί πολλές φορές στο εμπόριο ναρκωτικών που τίποτα δεν κάνεις και πολλά λεφτά πέρνεις. Οι αστυνομικοί διαμαρτύρονται γιατί σκοτώνονται για ψίχουλα χώρια που πρέπει το βράδυ να πάνε να κάνουν δεύτερη δουλειά σε κανένα μπαράκι για να μεγαλώσουν τα παιδιά τους. Οι οδηγοί διαμαρτύρονται για τους δρόμους που είναι μόνιμα χάλια. Και η βροχή συνεχίζει να πέφτει. Λίγοι πολύ λίγοι διαμαρτύρονται για τον εαυτό τους. Λίγοι πολλοί λίγοι και τα βήματα τους πνίγονται στην βροχή, στη λάσπη. Αλλά για αυτούς τους λίγους που διαμαρτύρονται για τον εαυτό τους και παλεύουουν για ένα καλύτερο αύριο, έτσι ώστε να αφήσουν στα παιδιά τους παραδείγματα και οχι βίλες, για αυτούς τους λίγους, κρατάει ο Θεός τον κόσμο.

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2007

ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ: ΟΙ ΤΡΟΠΟΙ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Του Δ.Κ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ

Οι πράξεις, ως κοινωνία, αναζητούν την αλληλεγγύη και την ενότητα της προοπτικής μας. Ναι όμως, που το δίχτυ του χώρου, ένα κιγκλίδωμα με αλυσίδα, σχηματισμένο από τις «εκ των προτέρων» ιδέες μας, μπαίνει ανάμεσα στα μάτια μας και τα πράγματα. Ανάμεσα στα μάτια μας και τα μάτια των παιδιών μας. Είναι η χρήσιμη στη σημερινή μας κοινωνία άποψη των αντιθέσεων, όχι η άποψη ολόκληρη, δηλαδή η σύνθεση του μέλλοντός μας.Κατορθώσαμε ως κοινωνία να είμαστε απέναντι στα παιδιά μας και να αντιμετωπίζουμε τις καταλήψεις σήμερα πλέον ως συνήθεια, ως ανεπάρκεια ιδεών, ως συμβιβασμό τού να χάσουμε μάθημα, ως ψεύτικη ωραιοποιημένη εικόνα αντίστασης. Δεν αναγνωρίζουμε, όμως, ότι με τις καταλήψεις ουσιαστικά η νέα γενιά «κοινωνεί» τη μοναξιά της. Οι καταλήψεις δεν έχουν αιτήματα κι αυτό ίσως αληθεύει. Ωστόσο, φαίνεται ότι, αν όχι το σύνολο των μαθητών, πάντως μέρος τους, έστω, δείχνει σαν να ξεχύνεται από έναν χώρο που, στα μάτια τους, καλώς ή κακώς, μοιάζει με δεσμωτήριο που καταπνίγει την ενέργειά τους και είναι αμέτοχο του μυστηρίου της παιδικότητας.Είναι αυτό άραγε το αντίτιμο μιας κοινωνίας που εμμόνως νεάζει παραγεμίζοντας τις πτυχώσεις της με μυοπαραλυτικές τοξίνες κατά του γέλωτος και της θλίψης, σε πείσμα της σοφής ρήσης «Ου γαρ έστι γέλως εν άλλη οία δήποτε φύσει» (ώσπερ εν τω ανθρώπω «το γελαστικόν» - Αναστάσιος Σιναΐτης, Οδηγός, Κεφ. Β' Φιλοκαλία, 13, σελ. 48); Οποίες πλαστικές, μπότοξ, εμφυτεύσεις τριχών, γκαρνταρόμπες, οποία «διακριτική» επιβεβαίωση της κυριαρχίας ημών των παλαιών οδηγεί τη νέα γενιά να κινείται στο «επέκεινα» του κοινωνικού χώρου, στο «επέκεινα» του μέτρου! Κι εμείς οι παλαιότεροι ουδόλως συστέλλουμε εαυτόν, ουδαμώς διακινδυνεύουμε την αγάπη μας. Μαρτυρίες μοναξιάς παντού, στους στίχους των τραγουδιών, στα blogs του Διαδικτύου, στα βλέμματα, στη συνεχή προσδοκία για κάτι καλύτερο. Τι απαντάμε; Κατανοούμε στοχαστικά από απόσταση: «Δεν έχετε αιτήματα, δεν ξέρετε γιατί διαμαρτύρεστε». Και η νέα γενιά ανακρίνεται, ο πόνος διαθλάται και η απαγοήτευση κατοπτρίζεται. Δεν διακρίνουμε την αυθεντικότητα της κραυγής που, ακόμα κι αν προδίδει λάθη, αδυναμίες, ψέματα ή ανεπάρκεια, χαράσσει τη σχηματική απεικόνιση της μοναξιάς των παιδιών μας. Εάν φροντίζαμε τα όνειρά τους, δεν θα «θλίβονταν» τόσο...Και παλαιότερα συνέβαιναν καταλήψεις και πολλοί, όπως κι εγώ, ήταν αντίθετοι. Ωστόσο, ακόμα κι αν «έχανε» η μια πλευρά, οι ιδέες κοινωνούνταν, περιχωρούνταν ως καθολικότητα και η αντίθεση δεν διέκοπτε την «κοινωνία».Ακόμη και η δημόσια ντροπή της αποτυχίας είχε νόημα. Σήμερα, η αναζήτηση της ισορροπίας πραγματώνεται στην κυριαρχία των νόμων της αγοράς και στον ανταγωνισμό της κατανάλωσης. Κυριαρχείται από την άνευ νοήματος διεκδίκηση.Λέμε στη νέα γενιά να μην αναζητεί νοήματα, να αρκείται στα νοήματα που έχουν κατασκευασθεί γι' αυτήν. Δεν είναι ακριβώς «το φοβάμαι γι' αυτά που θα γίνουν για μένα χωρίς εμένα», είναι το ότι δεν μπορούμε να δούμε ότι η νέα γενιά δεν έχει νέες ιδέες, αλλά είναι η νέα ιδέα. Μια μικρή μου φίλη, η Σοφία Παπαγιώτου, που είναι 11 χρόνων και πάει στην 6η Δημοτικού, μου έστειλε ένα ποίημα, που δείχνει ακριβώς αυτό που είναι η νέα γενιά: αποκάλυψη, παρουσία, επιθυμία κοινωνίας, αλλά μοναξιά. Γράφει λοιπόν: «Το ταξίδι της ζωής μου: Ενα ταξίδι θα πάω μάλλον μακρινό, Που ίσως δεν θα 'χει γυρισμό; Να φύγω απ' αυτόν τον κόσμο, Τον κακό, θλιβερό, Για έναν λόγο πολύ σημαντικό. Είμαι μικρή όμως για να το πω αυτό; Δεν το νομίζω, θα το τολμήσω αυτό! Κι όταν γυρίσω απ' το ταξίδι αυτό το μακρινό Και ξανασυναντήσω τον εχθρό, Θεέ μου, δώσ' μου τη δύναμη να βγω. Να πολεμήσω το κακό μέχρι να το νικήσω». Ακούει η παλιά γενιά τα λόγια των νέων ανθρώπων; «Δεν βρήκα κανέναν να με ακούσει, εγώ προσπάθησα...». Ισως όχι, για να βγουν αληθινοί οι στίχοι των Active Member: «Γιατί μεγάλωσα περήφανος φτωχός και κατάλαβα πως πάντα ο Θεός την εξουσία δίνει σε ψεύτες και τρελούς για να δοκιμάζει τους καλούς». Πολλοί, ίσως, θα πουν: «Η μεταφυσική επιστρέφει». Προσωπικά θα σχολίαζα ότι, από το «ενεργό μηδέν», από τις συνθέσεις που εμπνέονται μόνον απ' το οπλισμένο σκυρόδεμα των σχολείων, διαλέξτε εσείς μιαν αρχή που να μην είναι κυριαρχούσα, αλλά υπηρετούσα. Ομως σιγά σιγά, πίσω από την κυριαρχούσα ιδέα που απευθύνεται προς τη νέα γενιά, διακρίνεται «μια απέραντη μοναξιά, όπου κάθε βλέμμα του άλλου είναι εμπόδιο και περιορισμός». Η δημοκρατία «δεν συλλαμβάνει μόνον, αλλά προβάλλει και φωτίζει». Πού είναι ο φωτισμός της τρομακτικής ελευθερίας που έχει η νέα γενιά να μεταμορφώνει τον κόσμο. Δείτε λίγες γραμμές από διαμαρτυρία μαθητών που διαβάστηκε δημόσια σε συγκέντρωση γονέων: «Καλέ μου πατέρα, γλυκειά μου μάνα. Ελα μαζί μου, μη στέκεσαι απέναντί μου. Η σιωπή μου έγινε κραυγή και θέλω να μάθω. Απάντησέ μου. Σε ρωτώ:[...] Ποιοι είναι αυτοί που μου στερούν το γέλιο, τη χαρά, τους φίλους μου; Ποιοι είναι αυτοί που μαραίνουν την παιδικότητά μου, την εφηβεία μου, τα νιάτα μου; Ποιοι είναι αυτοί που υψώνουν τείχη στο μέλλον και γκρεμίζουν τα όνειρά μου; Ποιοι είναι αυτοί που σε "διώχνουν" απ' το σπίτι μας και η καρέκλα σου μένει άδεια στο μεσημεριανό τραπέζι, εξαναγκάζοντάς σε να δουλεύεις διπλοβάρδια;[...] Ποιοι είναι αυτοί που με δικάζουν σε αβουλία, βουβαμάρα, αποχαύνωση; Ποιοι είναι αυτοί που με φλομώνουν με άχρηστη γνώση, με καταντούν φυτό και γιατί και πώς συνεχώς με κρίνουν;[...] Θέλω να έχω τα αυτιά μου ανοιχτά, τα μάτια λαμπερά, το μυαλό μου καθαρό, την ψυχή μου γεμάτη αρετή... Θέλω να ανοίξω τα φτερά μου και με ξεπουπουλιάζουν κάθε μέρα.Θέλω να σηκώσω το κεφάλι ψηλά, να κοιτάζω τον γαλάζιο ουρανό και με "χώνουν ακόμη πιο βαθιά στη γη" Θέλω... θέλω... θέλω...». Σε σχέση μ' αυτή τη «μορφή», είναι πολύ εύκολο να διακρίνουμε την α-μορφία των δικών μας ενηλίκων επιχειρημάτων. Ας το αφήσουμε λοιπόν να ξεσέρνει, κατά τη συνήθειά μας.Oi καταλήψεις θα λήξουν κάποτε, έληξαν άλλωστε και πέρυσι. Ο λόγος είναι πολύ επώδυνος για να χωρέσει στον ορίζοντα των γραφειοκρατικών μας στερεοτύπων. Ισως και γιατί δεν απαντιέται με λόγο αλλά με αγάπη. Ισως γιατί ο αγωνιώδης και αψιμυθίωτος λόγος της νέας γενιάς, χωρίς ρητορείες, εκπτώσεις, ακαδημαϊσμούς, εκφράζει πιο ρωμαλέα την αλήθεια από το όποιο δικό μας επιχείρημα.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 03/11/2007

ΜΕ ΤΗΝ ΒΡΟΧΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΗΨΗΣ

Μια μέρα ακόμη ή μια ξεχωριστή μέρα; Σταγόνες της βροχής πάνω στα δέντρα, μοναδικές όταν το φως τις διαπερνά και συναντούν τα μάτια μας. Είναι αυτές που μας βλέπουν ή εμείς που βλέπουμε αυτές; Εμείς το κέντρο του ουρανού η απλώς εμείς μια φαντασία του ουρανού; Έξω βρέχει. Βρέχει στην πόλη, στους δρόμους. Βρέχει πλατείες που πάλι και σήμερα χιλιάδες δόσεις ηρωίνης θα αλλάξουν χέρια κι ένα παιδί θα πέσει νεκρό, μια υποσημείωση στον βιβλιάριο καταθέσεων του λογαριασμού του έμπορα. Έζησε σαν ξένο έφυγε ξένο. Και η βροχή θα πέσει στα σκονισμένα παράθυρα, όπου χιλιάδες κουρασμένοι άνθρωποι έχουν ξεχάσει να τα κλείσουν, καθώς μένουν καρφωμένοι στην τηλεόραση ακόμα κι όταν τελειώσει το πρόγραμμα. Βρέχει στους ώμους των ανθρώπων που ξεκινούν βραδινή βάρδια στο εργοστάσιο και δεν ξέρουν αν θα δουν το πρωινό και τα μάτια του παιδιού τους. Βρέχει στα μαλλιά του κοριτσιού που γυρίζει το κεφάλι και κοιτάζει τον ουρανό και τον βλέπει άδειο, κι αναρωτιέται πόσο μεγάλο μερίδιο μοναξιάς μπορεί να αντέξει. Βρέχει και στις αυλές των σχολείων που τα έχουν καταλάβει μαθητές. Βρέχει στα μάτια των γονιών τους που κάθονται βλέποντας το παράθυρο, ένα άδειο παράθυρο, τον εαυτό τους. Αύριο ο πατέρας θα σηκωθεί. Θα πάει στο κρεβάτι του παιδιού του, δεν θα είναι εκεί. Στην ερώτηση του θα ακούσει την απάντηση «κατάληψη» . Θα μουρμουρίσει μια στιγμή « παλιόπαιδα, σα δεν ντρέπονται» κι ύστερα θα τρέξει, θα υπομείνει τις φωνές του προϊσταμένου, την κίνηση, την γραφειοκρατία θα τα υποστεί όλα. Θα ξαναπεί και πάλι «παλιόπαιδα» με λίγη περισσότερη τρυφερότητα. Θα τρέξει, θα πληρώσει, θα ιδρώσει. Σε μια στιγμή θα γυρίσει το κεφάλι του θα θυμηθεί. Θα θυμηθεί τους αγώνες όλους «για αυτείνη την πατρίδα» που έλεγε ο στρατηγός. Ασυναίσθητα θα ξεκινήσει για το σχολείο του γιου του. Θα το βρει και θα κάτσει έξω από την πόρτα. Θα έρθει ο γιος του «πατέρα». «είμαι μαζί σου» θα του πει και το παιδί θα κλάψει. Και θάρθουνε κι άλλα παιδιά και θα τους πει:

«Αντισταθείτε
σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι
και λέει : καλά είμαι εδώ
…………………………………….
Αντισταθείτε πάλι σ’ όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι
στον Πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε
στις μουσικές, τα τούμπανα και τις παράτες
σ’ όλα τα ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε
σ’ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή
δίπλα στην χειμωνιάτικη θερμάστρα
στις κολακείες, τις ευχές, τις τόσες υποκλίσεις
από γραφιάδες και δειλούς για τον σοφό αρχηγό τους.
Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών
και διαβατηρίων
στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη
διπλωματία
στα εργοστάσια πολεμικών υλών
σ’ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια
στα θούρια
στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους
στους θεατές
στον άνεμο
σ’ όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς
στους άλλους που κάνουν τον φίλο σας
ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ
αντισταθείτε

Τότε μπορεί να περάσουμε προς την Ελευθερία.

Μιχάλης Κατσαρός

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2007

ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ ΣΧΟΛΕΙΩΝ - ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ ΨΥΧΩΝ

Ημέρα τελευταία του Οκτωβρίου. Στην τηλεόραση οι ειδήσεις αφορούν τη διαμάχη στο ΠΑΣΟΚ, την διαμάχη στη Νέα Δημοκρατία. Τίτλοι πολέμου κυριαρχούν το μυαλό μας, που βρίσκεται μονίμως σε σύρραξη. Γιατί ο πόλεμος είναι μέσα μας. Στην πραγματικότητα δεν θέλουμε να ζούμε τη ζωή που ζούμε, να αγοράζουμε τα πράγματα που αγοράζουμε, να λέμε τα πράγματα που λέμε και να περιδιαβαίνουμε στη ζωή χωρίς καμία εμπιστοσύνη. Δεν τα θέλουμε και όμως τα αποδεχόμαστε γιατί το καινούργιο πάντα μας τρομάζει και το χειρότερο είναι ακριβώς αυτό, ότι δεν το ξέρουμε πως μας τρομάζει. Συνηθίσαμε στα πράγματα που κάνουμε στη ζωή που κάνουμε, στις σκέψεις που κάνουμε. Το χειρότερο όμως είναι ότι συνηθίσαμε να ζούμε χωρίς να σκεφτόμαστε στις αρχές μας. Γιατί οι πιο πολλοί δεν θέλουν να πιστέψουν ότι έχουν αρχές. Στην πραγματικότητα κάθε πράξη μας είναι εφαρμογή μιας αρχής. «Δεν πιστεύω» σημαίνει δεν εμπιστεύομαι. Η ζωή δεν είναι βιωτή χωρίς εμπιστοσύνη. Αν ο ήλιος σβήσει, τότε αύριο θα σταματήσει η ζωή. Εμπιστευόμαστε τον ήλιο. Αν ο αέρας σταματήσει θα πνιγούμε. Εμπιστευόμαστε στον αέρα. Διακηρύσσουμε όμως ότι δεν έχουμε εμπιστοσύνη σε τίποτα.
Η εμπιστοσύνη στον ήλιο και στον αέρα μας κάνει να προγραμματίζουμε την αυριανή μέρα, γιατί προγραμματισμός είναι εμπιστοσύνη. Εμπιστευόμαστε τον άλλον; Μάλλον όχι. Μας έχει κάνει κάτι συγκεκριμένο; «Με τόσα που ακούς στις τηλεοράσεις!!!!!». Εμπιστευόμαστε στην τηλεόραση και δεν εμπιστευόμαστε στις δικές μας αισθήσεις. Απαρνούμαστε τα μάτια μας και τα αντικαταστούμε με μια οθόνη. Απαρνούμαστε τον μυαλό μας και σκέφτονται αυτοί πριν από μας. Που είναι η ευθύνη; Σ’ εμάς. Εμείς εκχωρούμε την ευθύνη και την εμπιστοσύνη μας στο μέσον και όχι στον άλλον ξεχνώντας ότι και για τον άλλον είμαστε άλλοι, ξένοι. Και ο ξένος δεν ζει στην ξενιτιά, κουβαλά την ξενιτιά πάνω του, είναι ο ίδιος ξενιτιά. Και τα παιδιά του ξένα και μεταξύ τους ξένα. Κι οι λέξεις των χρόνων μας η μοναξιά, η αποξένωση, η μοναξιά.. η ξενιτιά.
Δεν είναι θέμα πρακτικής αλλά είναι θέμα αρχής. Οι αρχές μας είναι σε λάθος κατεύθυνση. Αντί για διάλυση θα μπορούσαμε να έχουμε σύνθεση. Αντί εμείς εναντίον των παιδιών στις καταλήψεις, μαζί τους στη συζήτηση.. τα παιδιά μας έχουν απλώσει το χέρι. Εμείς το δεχόμαστε.

Μήνυμα μαθητών του 1ου Λυκείου Σπάρτης προς τους γονείς
Διαβάστηκε στη συγκέντρωση γονέων.
«Κραυγή αγωνίας από ένα παιδί»
Καλέ μου πατέρα, γλυκιά μου μάνα Έλα μαζί μου, μη στέκεσαι απέναντί μου. Η σιωπή μου έγινε κραυγή και θέλω να μάθω. Απάντησε μου. Σε ρωτώ:
Ποιοι είναι αυτοί που αποφασίζουν για μένα χωρίς εμένα;
Ποιοι είναι αυτοί που μου στερούν το γέλιο, τη χαρά, τους φίλους μου;
Ποιοι είναι αυτοί που μαραίνουν την παιδικότητά μου, την εφηβεία μου, τα νιάτα μου;
Ποιοι είναι αυτοί που υψώνουν τείχη στο μέλλον και γκρεμίζουν τα όνειρά μου;
Ποιοι είναι αυτοί που σε «διώχνουν» απ1το σπίτι μας και η καρέκλα σου μένει άδεια στο μεσημεριανό τραπέζι, εξαναγκάζοντάς σε να δουλεύεις διπλοβάρδια;
Ποιοι είναι αυτοί που στέρησα ν απ` τα χείλη σου την καλή κουβέντα , απ `τη ψυχή σου την τρυφερότητα, απ` την αγκαλιά σου τη θαλπωρή, απ` τα χέρια σου το χάδι;
Ποιοι είναι αυτοί που γεμίζουν τη ψυχή μου με κακία, μίσος ανταγωνισμό για το συμμαθητή μου , γιατί είναι « άριστος μαθητής» και δεν του μοιάζω;
Ποιοι είναι αυτοί που πλαδαρώνουν το κορμί μου καθηλώνοντάς το10 ώρες το 24ωρο σε μια καρέκλα;
Ποιοι είναι αυτοί που με δικάζουν σε αβουλία, βουβαμάρα, αποχαύνωση;
Ποιοι είναι αυτοί που με φλομώνουν με άχρηστη γνώση , με καταντούν φυτό και γιατί και πως συνεχώς με κρίνουν;
Ποιοι είναι αυτοί που.....
Ποιοι είναι αυτοί που...
Ατελείωτα τα ερωτήματα. Γλυκέ μου πατέρα, καλή μου μάνα..
Άκου τη φωνή μου, αφουγκράσου τη ψυχή μου.
Θέλω σχολείο για τη ζωή
Θέλω γνώση και όχι απόγνωση
Θέλω μόρφωση και όχι εξόντωση
Θέλω ελεύθερο χρόνο για σένα, για μένα, να σε χαίρομαι εγώ, να με απολαμβάνεις εσύ.... Θέλω να `χω τα αυτιά μου ανοιχτά, τα μάτια λαμπερά, το μυαλό μου καθαρό, τη ψυχή μου γεμάτη αρετή....
Θέλω να ανοίξω τα φτερά μου και με ξεπουπουλιάζουν κάθε μέρα.
Θέλω να σηκώσω το κεφάλι ψηλά, να κοιτάζω το γαλάζιο ουρανό και με «χώνουν « ακόμα πιο βαθιά στη γη» Θέλω...θέλω...θέλω... Ατελείωτα τα θέλω.
Για όλα αυτά και τόσα ακόμα, μάνα μου, πατέρα μου, σε παρακαλώ, σε καλώ και σε προσκαλώ, έλα μαζί μου, γίνε βοηθός μου , σύμμαχός, συμπορευτής μου.
Μη μ` αφήνεις μοναχό, έρμαιο με τόσους γύρω μου «δήθεν φίλους μου» που νοιάζονται για το καλό μου τάχα. Τώρα, αυτή την ώρα, δε σε θέλω απλά.
Τώρα, ΑΠΑΙΤΩ. Να `σαι κοντά μου, δίπλα μου στη λύπη, σ τη χαρά μου , στον αγώνα και στη αγωνία μου. Σε περιμένω και ξέρω ότι θα `ρθεις.
Γιατί μεγάλωσα διάβασα, ρώτησα, έμαθα και ωρίμασα σκέφτηκα και έκρινα.
Δε φταις εσύ, ούτε κι εγώ. Φταίνε «αυτοί», «εκείνοι» και «οι άλλοι»
Τους ξέρεις και τους ξέρω.
Εγώ και εσύ όμως, Εσύ και Εγώ , ΕΜΕΙΣ Πρέπει να είμαστε μαζί.
Αγαπημένοι μου γονείς
ΔΕΝ ΕΊΜΑΣΤΕ ΕΧΘΡΟΊ.

Τρίτη, 30 Οκτωβρίου 2007

Ο ΧΡΟΝΟΣ ΚΑΙ Η ΠΟΛΗ

Ο χρόνος περνάει και δεν περνάει. Περνάει σε σχέση με τη φθορά μας. Δεν περνά σε σχέση με αυτό που δεν φθείρεται. Κι αυτό που φθείρεται ξέρει τον πόνο. Και γνωρίζοντας τον πόνο, ξέρει την φθορά και γνωρίζοντας την φθορά ξέρει την χαρά την στιγμής, αυτό που δεν επαναλαμβάνεται.
Αυτή είναι η πόλη μας μέσα σε κύματα φωτός που της αναιρούν την ύλη και την αφήνουν ακέραια στην μνήμη. Γιατί κυρίως κατοικούμε στην μνήμη των πόλεων, καθώς το επαναλαμβανόμενο αστικό τοπίο μας ξεμαθαίνει τον κόσμο, όπως η πείρα. Αλλά αυτή είναι η πόλη του μυαλού μας, αυτή που δεν γνωρίζουμε, αυτή που δεν θα γνωρίσουμε ποτέ καθώς το φως αλλάζει θέσεις, καθώς οι πλατείες ερημώνουν, το λιμάνι γίνεται θόρυβος και εμείς αφομοιωνόμαστε μέσα στις μεσοτοιχίες των λέξεων που δεν μας ανήκουν. Πιο απλά αυτή είναι πόλη, από μακριά, από πορείες στις παρυφές των λόφων της. Την ξέρουμε αυτή την πόλη. Την μάθαμε από παιδιά. Πάνω της καθισμένο ένα μαύρο σύννεφο πάντα. Το σύννεφο της μοναξιάς που δεν διαλύεται από τις μεγάλες διοργανώσεις, από τα μεγάλα λόγια, από τα μεγάλα κτίρια. Ο χρόνος δεν περνάει σε σχέση με αυτό που δεν φθείρεται. Και η μοναξιά είναι μάλλον, άφθαρτη αλλά δεν είναι πραγματική. Είναι κι αυτή σαν τον σκοτάδι, η απουσία από το φως. Και να σκεφτεί κανείς ότι πίσω από τα σύννεφα, υπάρχει ένας τόσος ουρανός….

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2007

ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΔΡΕΟΥ - ΓΕΙΑ ΣΟΥ ΦΙΛΕ

Στη Λάρισα πέφτει αργά η ομίχλη. Η οδός Φιλελλήνων ξεφεύγει μέσα από την αχλή του χρόνου και ξαναγυρίζει στην αγριάδα της φρουταγοράς με τα βαρέλια γεμάτα από φωτιές, το χάραμα. Δεν σε θυμάμαι εκεί. Απλά ταιριάζει τώρα το σκηνικό. Με τις φωτιές και την εικόνα ενός χρόνου που έχει χάσει την ύλη του. Αυτό το σκηνικό που στήσαμε στο παλιό «Τιριτόμπα» εκεί κοντά στο σταθμό, χασάπικο τώρα, δικαίως. In memoriam. Μαγιακόβσκυ, Πάστερνακ, Εσσένιν, Μπλοκ. Κούκλες φαγωμένες από το χρόνο, Χρήστος Παπαγεωργίου με χυμένα τα όργανα επάνω στη σκηνή, Σοφία πασχίζοντας να κρατήσει το χρόνο, τις εναλλασσόμενες σκηνές και συ ιδρωμένος, ματώνοντας στο χρόνο που τρώει λέξεις, ανθρώπους κι κείνα ακόμα τα νεύματα της αθωότητας, που μας κρατάνε ακόμα ζωντανούς.
Κι υστερα ήρθε η Νέκυια. Κρατηθήκαμε χέρι με χέρι κατεβαίνοντας στους νεκρούς. Δεκαπέντε χρόνια μετά θα κατεβαίνες εσύ. Τότε δεν ξέραμε, όταν πηγαίναμε Ιταλία, Σκιάθο, Ανακασιά. Τότε δεν ξέραμε, και τώρα δεν ξέρουμε… Μάθαμε μόνο πως έφυγες… Είχα καιρό να σε δώ. Δεν ήθελα. Ηθελα να σε θυμάμαι όρθιο, πάντα ειρωνικό, να μιλάμε για αυτά που πονάνε, προσπαθώντας να γελάσουμε. Να γελάσουμε ακόμα κι όταν σε έλεγε η αντιδήμαρχος πολιτισμού «τι θέλει πάλι αυτός ο σακάτης;» Γιατί είχε δίκαιο. Γιατί ήσουνα σακάτης. Δεν μπορούσες να καταλάβεις ότι σε έναν κόσμο που είναι αρθρωμένος πάνω στο φαινόμενο δεν επιτρέπεται κάποιος να «είναι». Δεν επιτρέπεται κάποιος να πραγματοποιεί έργο χωρίς να το δείχνει, χωρίς να βγαίνει στην τηλεόραση, πληρώνοντας έστω. Τόσο σακάτης ήσουνα που έφτιαχνες δυο έργα το χρόνο τουλάχιστον και όλο ονειρευόσουνα κι άλλα ενώ πάρα πολλοί γνωρίζουν ένδοξες μέρες με ένα μόνο έργο που το γυρίζουν τόσα χρόνια. Κι εσύ και η Σοφία σακάτηδες, γνωστοί σακάτηδες σε όλο τον κόσμο, εκεί που σας αγάπησαν και σας αγαπάνε οι πραγματικοί άνθρωποι της τέχνης. Εμένα μου άρεσε πάντως που είχα έναν φίλο σακάτη γιατί ούτως ή αλλως τόσα χρόνια μαζί τους συντάσσομαι. Σακάτης της Νέκυιας, των ποιητών που τρελλάθηκαν, που πληγώθηκαν που έφυγαν, που μάτωσαν.
Εδώ λοιπόν, κολάει το σκηνικό της Φιλελλήνων, μαζί μέσα στην ομίχλη, έξω από το χρόνο, συνταιριάζονται ο Νίκος Σκυλοδήμος, ο Φίλιππος Βαρανάκης με την τρελή κιθάρα του, ο Μάνος Μπαλής περιφέροντας τα τελευταία του ποιήματα και ο Κώστας Χατζηανδρέου μαζί με όλες τις κούκλες που έφτιαξε και όλες εκείνες που είχε στο μυαλό του.
Η παράσταση τέλειωσε... Ποιος πάει για το καλύτερο μόνο ο Θεός το ξέρει…

Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2007

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΔΡΕΟΥ - ΣΟΦΙΑ ΦΟΥΤΖΟΠΟΥΛΟΥ - ΤΙΡΙΤΟΜΠΑ

Κ. ΧΑΤΖΗΑΝΔΡΕΟΥ, Σ. ΦΟΥΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ: ΔΥΟ ΛΑΡΙΣΑΙΟΙ …ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΕΣ
Φοβόμαστε ...τις κακές μάγισσες!
* Τιριτόμπα: Το «Θεσσαλικό» ...του κουκλοθεάτρου, έχει αναγνωριστεί παντού, εκτός από τον τόπο του. Εδώ πολεμά ακόμη τους δικούς του ανεμόμυλους...
Της Λένας Κισσάβου
Ως σύγχρονοι Δον Κιχώτες, πολεμάνε τους δικούς τους ανεμόμυλους, προκειμένου να κρατήσουν το όνειρό τους ζωντανό. Μοναδικά όπλα, το έργο τους, η αγάπη γι’ αυτό που κάνουν, αλλά και η αισιοδοξία τους που αντλείται από την επιτυχία της κατάκτησης να εδραιώσουν στην πόλη μας μια μορφή τέχνης που μερικοί την υποτιμούν ίσως γιατί απευθύνεται σε παιδιά!
Όμως τα παιδιά ήταν η αιτία που ξεκίνησαν το ταξίδι στον κόσμο του παραμυθιού και της κούκλας, αυτά ήταν και η αιτία που κράτησαν άσβεστο το πάθος τους τόσα χρόνια μέχρι σήμερα, αψηφώντας τις δυσκολίες ακόμη και όταν χρειαζόταν να πολεμήσουν ...γίγαντες. Από το 1984 τα έχουν δίπλα τους, είναι οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές τους που βρήκαν στο πρόσωπό τους το λόγο ύπαρξής τους. Μέσα στο εργαστήριό τους κατασκευάζουν την επόμενη παράσταση, κρατώντας την υπόσχεσή τους ότι δεν θα στερήσουν από τα παιδιά μία από τις ελάχιστες στιγμές στην καθημερινότητά τους που μπορούν ξεχαστούν στον κόσμο της μαγεμένης βασιλοπούλας, της Χιονάτης, του Πινόκιο, του παπουτσωμένου γάτου... Ο λόγος για τους ανθρώπους του κουκλοθιάσου «Τιριτόμπα» της Λάρισας, τους ανθρώπους πίσω από τις κούκλες, τους δημιουργούς μιας δύσκολης τέχνης, από τους ελάχιστους συνεχιστές μιας υποτιμημένης τέχνης στην Ελλάδα, αυτούς όμως που μπορούν να καυχώνται τουλάχιστον ότι ήταν οι πρώτοι που δημιούργησαν και εδραίωσαν ένα κουκλοθέατρο στη Λάρισα, το μοναδικό στη χώρα που λειτουργεί υπό τη σκέπη του Δήμου.
Η αυλαία μιας ιστορίας ανθρώπων που ενάντια σε αντίξοες συνθήκες κυνήγησαν το όνειρο, ανοίγει και ...κυρίες και κύριοι, οι άνθρωποι πίσω από τις κούκλες είναι ο κ. Κώστας Χατζηανδρέου και η κ. Σοφία Φουντζοπούλου.
ΜΑΓΝΗΤΟΣΚΟΠΟΥΝ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥΣ!
Μας μιλούν για το εγχείρημά τους, από τις παραστάσεις τους στο ΟΥΗΛ ως ένας άγνωστος κουκλοθίασος, μέχρι και τις σημερινές, όπου «θαυμαστές» τους εξ Αθηνών, τις μαγνητοσκοπούν με κάμερες για να αντιγράψουν την τέχνη τους. Η επιτυχία τους είναι αναμφισβήτητη και έχει ξεπεράσει τα όρια όχι μόνο της Λάρισας αλλά και της χώρας μας, αφού πολλές φορές έχουν βραβευθεί από Υπουργεία διαφόρων χωρών και διεθνείς Οργανισμούς. Όμως ... «ουδείς προφήτης στον τόπο του», διότι φαίνεται ότι οι Λαρισαίοι θα τους αναγνωρίσουν τελευταίοι. Χρειάζεται ακόμη να πολεμήσουν για να κρατήσουν το δημιούργημά τους και να πείθουν ανθρώπους για το οφθαλμοφανές, για το σημαντικό έργο που προσφέρουν στον πολιτισμό της πόλης εδώ και χρόνια. Ο κ. Κώστας Χατζηανδρέου δηλώνει: «Πολεμάμε με ανεμόμυλους... Ακόμη και μετά από τόσα χρόνια δεν μπορούμε να πούμε ότι ο «Τιριτόμπα» σήμερα στηρίζεται από τον φορέα που αρχικά τον αγκάλιασε, απλά κάθε φορά επαφίεται στην καλή του θέληση...
Για παράδειγμα η νέα πρόεδρος του Πολιτιστικού Οργανισμού Δήμου Λάρισας δεν έχει επισκεφθεί ακόμη το κουκλοθέατρο, για να δει τη δουλειά του».
Αντίστοιχα η κ. Σοφία Φουντζοπούλου συμπληρώνει: «Από τότε που δουλεύω στον Τιριτόμπα, νιώθω ότι πολεμάω για να κρατήσω το όνειρο. Το κουκλοθέατρο για μένα είναι ιδεολογία... είναι ένας έρωτας ανεκπλήρωτος που αν εκπληρωθεί θα σβήσει. Όταν ξεκινήσαμε βρήκαμε τον Δήμο Λάρισας συνοδοιπόρο στο όνειρο του καλλιτέχνη. Τον είδαμε να προάγει τον πολιτισμό χωρίς να παίζει τον ρόλο του προαγωγού. Κάποιοι πίστεψαν σε μας και δεν τους απογοητεύσαμε, αλλά χρειαζόμαστε αυτή την πίστη συνέχεια, έμπρακτα και όχι ζητιανεύοντας, αλλά αναγνωρίζοντας κάποιοι το έργο μας. Μέχρι και τέλος του 2006 τα πράγματα, με αγώνα βέβαια αλλά κυλούσαν ομαλά για το κουκλοθέατρο και για το 2007 ελπίζουμε οι ...κακές μάγισσες να μη βγουν από τα παραμύθια και να φέρουν τα πάνω κάτω. Ας ευχηθούμε να κρατήσουμε την αξιοπρέπειά μας σαν κουκλοθέατρο όπως έχουμε υποχρέωση απέναντι σε ένα τόσο καλό κοινό που είναι δίπλα μας και πάντα μας στηρίζει».
«ΚΟΤΖΑΜ ΑΝΔΡΑΣ ΠΑΙΖΕΙ ΜΕ ΤΙΣ ΚΟΥΚΛΕΣ»;
Δέχθηκε την αμφισβήτηση και τον χλευασμό, αλλά παράλληλα με την επιβράβευση και την αγάπη του κόσμου, όταν πρωτοξεκίνησε ν’ ανεβάζει παραστάσεις κουκλοθεάτρου, ο Κ. Χατζηανδρέου, στη Λάρισα. Κάποιοι δεν μπορούσαν να καταλάβουν γιατί το έκανε και κάποιοι του έδιναν συγχαρητήρια για την προσπάθειά του. «Κοτζάμ άνδρας παίζει με τις κούκλες;» ήταν το ερώτημα κάποιου, που έβλεπε αυτόν τον παράξενο τύπο να ασχολείται με την ψυχαγωγία των παιδιών και το κουκλοθέατρο. «Σπουδαγμένος» άνθρωπος (σπούδασε και δούλευε ως γραφίστας), δεν μπορούσαν να διανοηθούν γιατί επέλεξε να φτιάξει μια κινητή σκηνή κουκλοθεάτρου και να τρέχει σε πλατείες και χωριά για να διασκεδάσει τον κόσμο. Ο ίδιος θα πει σήμερα: «Δεν υπάρχει «γιατί» σε αυτά. Δεν υπάρχει αιτία. Τότε ήταν μια άλλη εποχή, οι άνθρωποι πορεύονταν στη ζωή με οδηγό τα όνειρά τους, με αυτό που ήθελαν να κάνουν πραγματικά, αυτό που τους εξέφραζε. Ήταν πιο βουκολικά τα πράγματα τότε και πιο ανοιχτή η κοινωνία. Ήταν η εποχή που μπορούσες να ονειρευτείς και δεν σε ένοιαζε πού θα καταλήξεις κι αυτό είχε τη γοητεία του. Έτσι ξυπνάς ένα πρωί και ξεκινάς...».
Το 1984, σε μια παράσταση του Κώστα Χατζηανδρέου στο «Γαλαξία», στη Λάρισα, χρειάστηκε να ανεβεί κάποιος βοηθός στη σκηνή και αυτή ήταν η Σοφία Φουντζοπούλου, η οποία από τότε ...δεν ξανακατέβηκε και συμπορεύτηκε μαζί του. Βάπτισαν μαζί το νέο σχήμα, με το όνομα «Τιριτόμπα», εμπνευσμένοι από ένα βαλκανικό τραγούδι. Το νόημα της λέξης είναι νότες ενός φανταστικού πενταγράμμου. Άρχισαν τις περιοδείες και με τα λιγοστά έσοδα από αυτές αγόραζαν νέο εξοπλισμό και υλικά για το επόμενο έργο. Κατάφεραν όχι μόνο να γίνουν αποδεκτοί από τον κόσμο αλλά και περιζήτητοι. Μάλιστα σε κάποιες πόλεις όπου έπαιζαν τους ζητούσαν να μείνουν περισσότερο ή τους ζητούσαν να ανεβάζουν πολύ συχνά παραστάσεις, με αποτέλεσμα να δημιουργήσουν μόνιμες κουκλοθεατρικές σκηνές, όπως στον Τύρναβο, στο Μεταξοχώρι ακόμη και στα Χανιά Κρήτης. Σημαντική στήριξη εκείνη την εποχή έτυχαν και από τη ΝΕΛΕ, ενώ αργότερα το 1989 εκδηλώθηκε και το ενδιαφέρον του Δήμου Λάρισας να στεγάσει τη δράση τους και να βοηθήσει στην ανάπτυξή του κουκλοθιάσου και του κουκλοθεάτρου στη πόλη κατ’ επέκταση. Τότε μετατρέπεται σε Δημοτικό πλέον κουκλοθίασο Λάρισας.
«Βοήθησέ τους και θα τα καταφέρουν να δείξουν σημαντικό έργο...», ήταν η φράση του τότε δημάρχου Αρ. Λαμπρούλη, για τον «Τιριτόμπα», σε έναν αντιδήμαρχο όταν συζητούσαν το θέμα του κουκλοθεάτρου.
«Κάποιοι άνθρωποι πίστεψαν σε μας και γι’ αυτό μπορούμε να είμαστε εδώ ακόμη σήμερα», υποστηρίζει ο κ. Χατζηανδρέου, αναφερόμενος σε αντιδημάρχους μέχρι και υπαλλήλους διαφόρων τμημάτων του Δήμου Λάρισας. Ακόμη και σήμερα δημοτικοί υπάλληλοι άλλων αρμοδιοτήτων, προσφέρουν τη βοήθειά τους και με τον τρόπο τους υποστηρίζουν το έργο και τη συνέχεια του «Τιριτόμπα», για να μη λείψει από τα παιδιά ούτε μία παράστασή του. Επίσης το ότι διατηρείται μέχρι σήμερα ο κουκλοθίασος, οφείλεται και στο γεγονός ότι δεν αντιγράφει κανέναν, υποστηρίζει ο κ. Χατζηανδρέου τονίζοντας συγκεκριμένα: «Δεν είναι ετοιματζίδικο το κουκλοθέατρο, γι’ αυτό και κρατιέται. Είμαστε δημιουργοί από την κατασκευή της κούκλας μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια στη βελονιά του κουστουμιού της και του στησίματος του σκηνικού. Επίσης τα έργα που επιλέγουμε ν’ ανεβάσουμε είναι δική μας διασκευή κλασικών παραμυθιών. Το στοιχείο που χαρακτηρίζει τις παραστάσεις είναι ότι εμφανιζόμαστε μαζί με τις κούκλες στη σκηνή, για να δείξουμε ότι αυτό που παρουσιάζουμε είναι ψέμα, είναι παραμύθι. Η επιτυχία φαίνεται όταν τελικά πετυχαίνεις οι θεατές να παρακολουθούν τους ήρωες – τις κούκλες στη σκηνή και όχι εμάς που τις κινούμε».
Η ΠΡΩΤΗ ΚΟΥΚΛΟΣΚΗΝΗ
Η πρώτη σκηνή κουκλοθεάτρου στην πόλη έγινε μετά από χρόνια στο «Μύλο του Παππά», το 1995. Είχαν στηθεί πάγκοι για καθίσματα στην αίθουσα της σκηνής και το εργαστήριο κατασκευής κούκλας και σκηνικών μεταφέρθηκε στο υπόγειο του μικρού κτίσματος που τους είχε δοθεί. Ήταν όμως αρκετό για να στεγάσει ένα μεγάλο και χρόνιο όνειρο, μια κουκλοσκηνή! Η Λάρισα τότε εδραίωσε ένα σημαντικό στοιχείο του πολιτισμού της. Ήταν η πρώτη πόλη στην Ελλάδα που είχε δημοτική κουκλοσκηνή. Στην πορεία τους οι δύο συντελεστές σπούδασαν στο Πανεπιστήμιο Ηθοποιίας και Κουκλοθεάτρου της Πολωνίας, μιας χώρας με παράδοση σε αυτή την τέχνη. Έχουν εκπροσωπήσει το Δήμο Λάρισας σε πολλά φεστιβάλ και διεθνείς συναντήσεις κουκλοθεάτρων σε χώρες όπως Τουρκία, Πακιστάν, Πολωνία, Ιράν, Σερβία, Ιταλία, Σλοβενία, Γερμανία, Βουλγαρία, Λίβανο, κ.α. Η Σοφία θυμάται ότι σε κάποιες χώρες όπως στο Πακιστάν, τους υποδέχονταν λέγοντας «ήρθαν τα ξαδέρφια του Μεγάλου Αλεξάνδρου»! «Μπήκαμε στη διεθνή κοινωνία κουκλοθεάτρου, μετρήσαμε τις δυνάμεις μας, αποσπάσαμε διακρίσεις (βραβεία σκηνοθεσίας, ηθοποιίας κ.ά.), διαπιστώνοντας με θαυμασμό ότι στα άλλα κράτη όλη η κοινωνία στηρίζει αυτή την τέχνη και η οργάνωση για την ανάδειξή της είναι αξιέπαινη», αναφέρει ο κ. Χατζηανδρέου.
Επί δέκα χρόνια εκπροσωπούσαν τη Λάρισα και τη χώρα μας γενικότερα στο εξωτερικό. Οι μνήμες τους πολλές, αλλά το σημαντικότερο οι γνώσεις που απέκτησαν έφεραν την εξέλιξη στην πορεία ανάπτυξης του κουκλοθεάτρου, συμπληρώνοντας νέα στοιχεία.
«Η περιήγηση δεν τελειώνει ποτέ και τελικά καταλάβαμε ότι το ταξίδι ήταν εδώ... Ήταν η συνεχής εξέλιξή μας στη Λάρισα» τονίζει ο κ. Χατζηανδρέου.
Σήμερα προχωρούν με φαντασία στον κόσμο του μαγικού και με όσους τους το αναγνωρίζουν, όπως λέει η κ. Σοφία Φουντζοπούλου, και καταλήγει: «Η τέχνη είναι ανυπάκουη, ανατρεπτική, κι αν δεν έχει αυτά τα στοιχεία δεν υπάρχει. Την εξουσία την φοβίζει αυτό. Η στήριξή της δεν είναι αυτή που θα έπρεπε και δεν είναι ένα πρόβλημα που συναντάμε μόνο στη δική μας πόλη... Αν η φαντασία δεν μπορεί να ανέβει στην εξουσία, ας την αφήσουμε τουλάχιστον να χρωματίζει το μέλλον μας».

Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2007

ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Κάποτε ο Χάρος, η Πανούκλα και η Χολέρα αποφάσισαν να πάρουν ένα αρνί από έναν τσοπάνο. Πρώτη η Πανούκλα τον επισκέφτηκε και του ζήτησε ένα αρνί απειλώντας τον. Εκείνος αρνήθηκε. Τότε τον χτύπησε η αρρώστια, για να υποκύψει. Τρεις μήνες κρεβατώθηκε αλλά στο τέλος τα κατάφερε και δεν έδωσε το αρνί. Στη συνέχεια η Χολέρα προσπάθησε να τον τρομοκρατήσει. Όμως δεν ήταν από εκείνους που πεθαίνουν από το φόβο τους. Πρόβαλε αντίσταση και της απάντησε αρνητικά στην πρότασή της να της δώσει το αρνί. Τότε χολέρα χτυπά τον τσοπάνο, μα άντεξε και το αρνί το γλίτωσε. Αγριεμένος ο Χάρος, τον επισκέφτηκε ο ίδιος και του είπε ότι, αφού δε δίνει το αρνί, θα τον πάρει μαζί του. Εκείνος συμφώνησε και τον ακολούθησε. Όταν έφτασαν στην πολιτεία του Χάροντα, τη γεμάτη λαδοκάντηλα, ο Σαρακ. το ρώτησε τι είναι αυτά τα φώτα. Και ο Χάρος απάντησε ότι κάθε καντήλι αντιστοιχεί σ’ έναν άνθρωπο και ότι, όταν σωθεί το λάδι του καντηλιού, ο άνθρωπος πεθαίνει. Το δικό μου καντήλι, ρώτησε, έχει ακόμα λαδάκι ή σώθηκε; Το δικό σου καντήλι είναι ακόμα στα μισά, απάντησε ο Χάρος. Και όταν ο τσοπάνος πρότεινε να προσθέσει λίγο λάδι ακόμα, ο Χάρος το διαβεβαίωσε ότι δεν μπορεί να επέμβει σε κάτι που καθορισμένο από τις μοίρες και ότι αυτός μόνο εντολές εκτελεί. Τότε ο Σαρακ. γυρίζει και του λέει: «Άντε στο καλό σου, Χάρε, τίποτα δεν μπορείς να μου κάνεις. Έχω πολύ ζωή μπροστά μου να ζήσω. Το καντήλι μου είναι ως τη μέση γιομάτο λάδι. Άμα σωθεί, βλέπουμε”

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2007

ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ

"Σάλος στο ΠΑΣΟΚ" "Θύελλα στην Ιεραρχία" είναι κάποιοι από τους τίτλους σήμερα των ειδήσεων. Τι περιγράφουν οι εφημερίδες; Θα απαντούσε κάποιος: την κρίση. Η κρίση πως περιγράφεται; Με όρους κρίσης. Οι όροι κρίσης περιέχονται στην κρίση; Βεβαίως και περιέχονται. Επομένως τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης δεν περιγράφουν την κρίση αποτελούν μέρος της κρίσης καθώς μόνο ένας που βρίσκεται εκτός του πεδίου κρισης προσπαθεί να περιγράψει.
Και πως θα μπορούσε διαφορετικά; Θα μπορούσε με όρους σύνθεσης να δώσει την εικόνα μιας σαφώς ρέουσας πραγματικότητας που τα πάντα μεταβόλλονται αποκτούν και έχουν πάντα νέες διαστάσεις, νέες προοπτικές και προπαντώς αυτές οι προοπτικές εξακοντίζονται στο μέλλον και το διαμορφώνουν. Με αυτούς τους όρους τα Μέσα θα μπορούσαν να δούν τις δυναμικές αξίες που διαμορφώθηκαν στο ΠΑΣΟΚ και να δούν πως εκφράζονται από τις διαφορετικές απόψεις και τάσεις. Θα μπορούσαν να δουν πως αυτές οι προοπτικές διαμορφωνουν τον αυριανό κόσμο και τι αντίκτυπο θα έχουν σ΄αυτόν. Η εφαρμογή στην ιεραρχία των πολιτικών όρων είναι πολύ βολική για την συζήτηση στα παράθυρα. Θα μπορούσε όμως κανείς να δεί τις ιδιαιτερότητες που διαμορφώνουν τις αντιλήψεις κάθε ενός προσώπου. Να μάθει από τις ιδιαιτερότητες, να διευρενήσει την θεολογική του αναφορά να στοχαστεί για την θεολογικές αρχές που γίνεται η συζήτηση. Με λίγα λόγια να προσπαθήσει να μάθει έναν κόσμο που δεν γνωρίζει και που δεν θέλει να γνωρίσει και ωστόσο παρουσίαζει.
Με λίγα λόγια τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης δεν περιγράφουν την κρίση είναι μέρος της κρίσης. Ενας μονόλογος συγκρουσιακών αξιών οπου ο καθένας δεν δοκιμάζει τα αντίθετα επιχειρήματά του αλλά ομονοεί στις ίδιες αξίες. Το αποτέλεσμα είναι η συμφωνία ενός πολέμου μέσα σε έναν κλειστό ορίζονται συγκουσιακών αξιών, όπου κάθε άλλος ορίζοντας είναι αποκλεισμένος.

Κυριακή, 7 Οκτωβρίου 2007

ΒΟΛΤΑ ΣΤΗΝ ΠΑΡΑΛΙΑ .....Η ΠΕΡΙ ΨΥΧΗΣ

Έχουμε συγκεκριμένες οδηγίες. Προκαθορισμένες κινήσεις, ιδεολογίες σχηματισμένες εικόνες για τον κόσμο. Κάτι σαν software, που ο καθένας μπορεί να ρισκάρει στα αποτελέσματα αλλά να αγνοεί την ύπαρξή του. Τι γνωρίζει ένα ρολόι για τα ρουμπίνια του;
Περπάτημα στην παραλία σήμερα βράδυ. Άνθρωποι περπατώντας από την αρχή του λιμανιού μέχρι την Εκκλησία και πάλι. Οι άνθρωποι φεύγουν, χάνονται αλλά αυτή η κίνηση η ίδια, ολόκληρα. Τι τους τραβάει; Η παραλία; Έχει και άλλες. Η συνεύρεση; Μα δεν μιλάνε. Το πρόσχημα της κοινωνικότητας; Μάλλον. Βρίσκομαι εκεί, γιατί πηγαίνουν πολλοί. Και ύστερα οι καρέκλες, όπως πάντα, γεμάτες στο ημίφως. Κεριά, τσιγάρα, πόδια στα καθίσματα, αρώματα φωνές. Κοινωνικότητα; Και οι πρόγονοι μας μαζεύονταν στη φωτιά για να ξορκίσουν τους φόβους τους. Κι οι ινδιάνοι έκαναν θόρυβο για να διώξουν τα κακά πνεύματα. Και οι έλληνες κρατούσαν την φωτιά όλο το δωδεκαήμερο για να μην έρθουν τα καλικατζάρια. Ο φόβος του θανάτου θέλει θόρυβο, παρέα και φως για να ξορκιστεί. Από τότε; Μα η ψυχή δεν γνωρίζει την λέξη «πρόοδος». Θα πρέπει να κάνει το δικό της ταξίδι μέσα στον κόσμο, με τα δικά της μέσα και την ελευθερία που της δόθηκε. Για αυτό η πρόοδος είναι σχετική, καθώς αναφέρεται μόνο στο επίπεδο εφαρμογής των εφευρέσεων. Με λίγα λόγια αν η ζωή που κάνω δεν είναι αυτή που θέλει η ψυχή, τότε σύντομα θα αρρωστήσω κι αν συνεχίσω να κάνω αυτό που κάνω ο θάνατος είναι το τέλος αυτής της σχέσης. Και μετά;
«Και η ψυχή εί μέλει γνώσεσθαι αυτήν, εις ψυχήν αυτήν βλεπτέον…..»

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2007

ΠΟΤΕ ΕΜΦΑΝΙΖΕΤΑΙ Ο ΘΕΟΣ

Μα και βέβαια ήτο μία ωραία ημέρα. Και ξυπνήσαμε και εργασθήκαμε. Και καθήσαμε ώρες πολλές - μου φαίνεται- μέσα στο αυτοκίνητο. Και φάγαμε το μεσημέρι. Και πήγαμε στο super market. Και διαδηλώσαμε εναντίον του ρατσισμού, αλλοίμονο, αν δεν υποστηρίξουμε εμείς τα κινήματα, ποιός θα το κάνει. Ενδιάμεσα εκεί πλύναμε το αυτοκίνητο. Καθαρίσαμε την μηχανή και κουρέψαμε και το γκαζόν. Και τέλος πάντων οταν ήρθε το βράδυ, είμασταν ακόμα δραστήριοι, αγχώδεις. Θα πρέπει να καταναλώσουμε και πάλι αρκετή ποσότητα αλκόολ για να μπορέσουμε να κοιμηθούμε. Κι αυριο πάλι έχουμε να κάνουμε. Μόνο που....
Μόνο που ερχονται κάτι βράδια, που η ώρα περνάει και είμαστε οι τελευταίοι στο σπίτι, ξυπνητοί. Και κλείνουμε την τηλεόραση. Και καθόμαστε εκεί στην σιωπή και δεν γνωρίζουμε αν την μέρα την έχουμε περάσει, αν την έχουμε ονειρευτεί, αν κάποιος άλλος την έχει ζήσει και μας την διηγήθηκε, αν, τέλος πάντων, είναι μια πρόβλεψη μιας μέρας, που δεν ήρθε ποτέ, μιας ζωής που δεν ήρθε ποτέ. Τότε σ' εκείνη την στιγμή που όλο το σταθερό σύμπαν φαίνεται να καταρρέει, τότε που ολες οι βεβαιότητες μηδενίζονται, τότε... λένε πως εμφανίζεται ο Θεός με μια τεράστια αγκαλιά για πάντα ανοικτή... Τότε....

Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2007

ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΕΠΤΑ ΝΕΚΡΟΙ

Ετών 29. Αφησε χθες την τελευταία πνοή στη Λάρισα. Ενας ακόμη ή ένας; Μοναδικός. Με τα μεγάλα οράματα, τις αλλαγές, τις πιθανότητες, τα παιδιά που θα έρχονταν, τα βράδια, ειδικά, τα βράδια που θα έβλεπε το φεγγάρι, όλα αυτά αφήσαν την τελευταία τους πνοή. Και βέβαια, ο κόσμος θα συνεχίσει να ορύεται για την πολιτικό αμοραλισμό, την διαχείριση και τις πολιτικές. Μόνο που ο "κόσμος" αρνείται να σκεφτεί οτι "πολιτική" και "πολιτικοί" για την ευδαιμονία ημών, υπάρχουν. Αλλοιώς τι; Κι αυτός ο 29 χρονος, πως εισέπραξε αυτή την ευδαιμονία του ζειν σε μια πόλη;
Ετσι και σήμερα, όπως και χθές, όπως και κάθε μέρα προσεύχομαι για τους επτά νεκρούς της σημερινής ημέρας και τους είκοσι τετραπληγικούς που προστέθηκαν στην μεγάλη ουρά των τετραπληγικών αυτής της χώρας. Θα προσευχηθώ και αύριο και μεθαύριο και κάθε μέρα γιατί κάθε μέρα επτά πεθαίνουν στην χώρα μου, νέα παιδιά, νέα όνειρα, η ζωή πεθαίνει στην χώρα. Είκοσι νέα παιδιά καταδικαζονται να ζούν σε καροτσάκια, η νέα ζωή να περνά σε καροτσάκια, τα όνειρα σε καροτσάκια, η ζωή...
Κι ακομα να μην ξεχάσω τον έναν ακόμη - τουλάχιστον έναν- που αφήνει τη ζωή του σε παγκάκια, σε οικοδομές και σε πλατείες με την ένεση καρφωμένη στην φλέβα του. Τον έναν και τη μία, τους μοναδικούς αυτούς, με τα νέα ονειρα, με τα νέα οράματα, τη νέα ζωή, τη ζωή, τη ζωή, τη ζωή.....
Να μην τους ξεχάσω ποτέ γιατί αυτοί θα πεθαίνουν και σήμερα και αύριο και μεθαύριο και κάθε μέρα και αισθάνομαι τραγικά ανήμπορος, να κάμω κάτι άλλο, παρά να προσεύχομαι, να εύχομαι..
Και την άλλη μέρα να βγαίνω έξω και να συναντώ του συναδέλφους δολοφόνους αυτών των παιδιών. Εμείς οι επιζώντες της μεγάλης καταστροφής. Επιζώντες όμως της προηγούμενης μέρας οχι και της σημερινής, που την έκβαση δεν ξέρουμε... "νεκρών πεσόντων…..ους εμαρψαμεν ποσίν, χείλιοι φονηές είμεν¨, οπως θάλεγε ο πατέρας μας ο Αρχίλοχος.
Εν κατακλείδι :τα μάτια του παιδιού παντα βγαλμένα. Στις κώχες θα διαγράφεται μια μεγάλη εικόνα που στο πρόσωπο του εικονιζόμενου αγίου θα διακρίνεται η βία με μαχαιριές στα μάτια κι επιγραφές του τύπου "Σπύρ - ούλα 1970). Γύρω του θα προσπερνάνε τ' αυτοκίνητα κλοτσώντας τις ταχύτητες. Το παιδί θα ξεκινάει ολομόναχο για τον ουρανό. Από μακριά μόνο θα φαίνεται ένας άγγελος, θλιμμένος..........

Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2007

ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΤΗΣ ΠΑΛΗΣ

Μετά οι πλατείες άδειασαν. Οι υπάλληλοι του δήμου πήραν τις σημαίες. Γκρίνιαξαν για τα σκουπίδια. Και στην συνέχεια τα μέσα έκαναν λόγο για εκλογές και για ηττημένους. Δηλαδή, ένα πεδίο πάλης είχε κλείσει. Κι οπως χρειάζονταν δύο αρχές τον ηττημένο και τον νικητή, τον καλό και τον κακό, τον δεξιό και τον αριστερό. Ενα άλλο πεδίο πάλης άνοιγε στον ηττημένο. Ενας υποψήφιος, δεύτερος υποψήφιος και παλι προεκλογική λογική και τέλος... ακριβώς δεν έχει τέλος. Γιατί είναι θέμα αρχής. Και η αρχή ειναι το πεδίο της πάλης, δηλαδή οτι συγκροτούμεθα ως πολιτεία όχι με στόχο την εξεύρεση στρατηγικών, που θα μας οδηγήσουν σε λύσεις προβλήματων αλλά ως ένα αειφόρο πεδίο πάλης, όπου κάποιος πάντα θα αντιπαλεύει με κάποιον άλλον που αν δεν τον έχουμε θα πρέπει να τον βρούμε.
Ελυσε αυτή η αρχή κάποια προβλήματα; Σχεδόν πότε, από την αρχή της δημιουργίας της χώρας βρισκόμαστε μόνιμα σε αυτό το πεδίο , όπου οι ισορροπίες είναι πάντα ασταθείς. Μπορεί κάποιος να κάνει κάτι για την άρση του πεδίου; Η απάντηση είναι αρνητική αφού το κοσμοείδωλο έχει διαγράψει τον πραγματικό κόσμο που είναι προϊον σύνθεσης. Και που μπορεί να οδηγήσει αυτό; Στην καταστροφή και των δύο πλευρών και στην επαναδημιουργία άλλων δύο, που και πάλι θα έχουν την κοινή αρχή αυτή της πάλης.
Και βέβαια αυτό το πεδίο κατοικεί μέσα μας. Η πολιτική ειναι η επέκταση του πεδίου της εσωτερικής μας πάλης. Μέσα μας τα του ουρανού και τα της γής. Η σύγκρουση τους , μέσα μας μπορεί να οδηγήσει σε δύσκολες αρρώστιες, που και αυτές τις κατανοούμε ως πεδίο πάλης ( νικήθηκε στην μάχη με τον θάνατο, νίκησε η ζωή). Και η σύνθεση; Εκεί που κατοίκει η ειρήνη. Δύσκολο αλλά πως.....;

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2007

Η ΜΟΝΗ ΠΡΌΒΛΕΨΗ

Η μόνη αληθινή πρόβλεψη είναι ο θάνατος. Και όχι μόνο ο θάνατος των άλλων, ο δικός μας θάνατος. Είναι το μόνο σίγουρο. Η μέρα και η ώρα είναι, προς το παρών, άγνωστες. Η μόνη κουβέντα που με αυτή θα έπρεπε να ξεκινάμε τις συζητήσεις μας είναι αυτή. Η ζωή μας είναι μια απάντηση σε αυτό το ερώτημα και ο καθένας απαντάει, όπως μπορεί και κανονίζει ανάλογα τη ζωή του. Πάντως το γνωρίζουμε οτι ο τρόπος της ζωής μας δείχνει και την θέση απέναντί του, όπως και απέναντι στη ζωή. Γιατί η θέση μας για το θάνατο είναι θέση για τη ζωή δεν γίνεται αλλοιώς. Το κακό είναι οτι περνάμε, μιλάμε, εξαγγέλουμε, διακυρήσουμε χωρίς να έχουμε επίγνωση οτι αυτά γίνονται στα όρια των τορινών μας γνώσεων. Οχι οτι θα πρέπει να τα σταματήσουμε αλλά θα πρέπει να καταλάβουμε οτι γίνονται στα όρια των γνωσεών μας. Πάντως αυτό που δεν έχουμε αντιληφθεί είναι οτιδήποτε κάνουμε για τον ευατό μας μικραίνει τον κόσμο ενώ οτιδήποτε κάνουμε για τον άλλον μεγαλώνει τον κόσμο. Εξαρτάται θα μου πεις από τον ορίζοντα του καθενός, αυτό ακριβώς, ο ορίζοντας ειναι οι άλλοι. Οσο λιγώτεροι είναι τόσο μικρότερος ο ορίζοντας, όσο περισσότεροι είναι τόσο μεγαλύτερος.
Πάντως "η αλήθεια έναντι θανάτου δίνεται" Ο. Ελύτης

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2007

ΕΞΑΓΓΕΙΛΑΜΕ....

Δώσαμε τις απαντήσεις. Εκτεθήκαμε εμπρός στον φακό. Μας αναγνώρισαν και μας έκριναν. Από τις κινήσεις, από το βλέμμα, από την γρηγοράδα και κυρίως από την αυτοπεποίθηση. Στη συνέχεια κάναμε εξαγγελίες. Δώσαμε χρήματα και προπαντώς υποσχέσεις. Ο καθένας από την δική του σκοπιά.Σχεδόν μιλήσαμε για όλα τα προβλήματα και οι λύσεις φάνηκαν σε όλους εφικτές. Αυτό που δεν μπορούμε να καταλάβουμε είναι πως σκοτώνονται κάθε μέρα πέντε ψηφοφόροι μας. Μας αγνοούν από ότι φαίνεται, επιδεικτικά. Αγνοούν τον αγώνα μας. Αγνοούν την αγωνία μας. Μας αγνοούν, επίσης και αυτοί που πεθαίνουν απο τα ναρκωτικά. Αφού δώσαμε υποσχέσεις και θα τις τηρήσουμε μέσα στα υπόλοιπα 4 χρόνια, θα προσπαθήσουμε τουλάχιστον. Και αυτοί πεθαίνουν χωρίς να μας δώσουν πίστωση χρόνου. Θεωρούμε οτι βαλλόμεθα πανταχόθεν από τους σκοτωμένους μας. Διότι καλώς πληρώσαμε τους πυροπαθείς αλλά πως να πληρώσουμε την μάννα και τα τέσσερα παιδιά, μας αγνόησαν προφανώς, όπως και τους άλλους 60 - πόσοι ήτανε- που δεν προλάβαμε να τους αποζημειώσουμε. Αυτό είναι απαράδεκτο να μην καταδέχονται την βοήθεια τόσων κομμάτων.
Θα πρέπει να το καταγγείλουμε, τέλος πάντων, πέντε θάνατοι από δυστυχήματα, τουλάχιστον ενας με δυο κάθε μέρα από ναρκωτικά είναι σαν να αγνοείς τους δημοκρατικούς θεσμούς. Επιτέλους πρέπει κάποιος να ενοχοποιεί και αυτούς που πεθαίνουν. Επιτέλους.

Πέμπτη, 6 Σεπτεμβρίου 2007

DEBATE

Διαβάζω στο λεξικό την εξήγηση : διαμάχη, διαφωνία, καβγαδάκι, καβγάς, διαφωνία έντονη και διαρκής. Αυτό περιμένουμε σήμερα. Αντί να γίνεται η μάχη των στρατών οι clan θα παρουσιασθούν για να μονομαχήσουν. Αυτός που θα παρουσιάστεί πιο πειστικός αυτός θα κερδίσει τα σημεία. Και θα ειναι ο νικητής, με όρους θεάματος, βεβαίως. Και οι όροι αυτοί είναι αμείλικτοι δεν ενδιαφέρονται για το περιεχόμενο - που ειναι προϊόν σκέψης και επεξεργασίας- αλλά για την παρουσίαση της αντίθεσης.
Θα πρέπει, λοιπόν, να παρατηρήσουμε οτι από την αρχή ξεκινάει ο διάλογος όχι με την αρχή της σύνθεσης, της λύσης δηλαδή των προβλημάτων, μετά από επεξεργασία, αλλά με την αρχή της διαφωνίας. Οι λύσεις που θα προταθούν δεν είναι προϊόν επεξεργασίας και σύνθεσης αλλά αντίθεσης. Πιο απλά πες αντιμετωπίζω ένα οικονομικό πρόβλημα και σκέφτομαι πως να το ξεπεράσω και κτίζω την επίλυση του προβλήματος στην αντιθεσή μου με τον γείτονα. Το πρόβλημα δεν θα λυθεί ποτε.
Το δεύτερο που παρατηρείται είναι οτι οι πολιτικοί αρχηγοί δέχονται να σημειοποιηθούν ανάμεσα σε πολλά σημειοποιημένα υποκατάστατα πολλές φορές ανύπαρκτα. Ετσι όμως δεν ευνοείται ο πολιτικός λόγος αλλά ο επικοινωνιακός που και διαφορετικός είναι και ουδεμία με σχέση έχει με πολιτικούς στόχους αλλά μονάχα ως μέρος μιας στρατηγικής ενός ευρύτερου προγράμματος, μπορεί να τον δεχθεί κάποιος.
Γιατί τότε το σημερινό debate; Η απλούστερη απάντηση είναι "σας πηραμε σας πήραμε φλουρί κωνσταντινάτο. Μας πήρατε μας πήρατε βαρέλι δίχως πατο"

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2007

ΓΥΜΝΗ ΖΩΗ ΣΤΑ ΚΡΕΜΑΤΟΡΙΑ

Από το χώρο της καύσης των νεκρών περάσαμε στις συζητήσεις των επιζώντων, που ουδέποτε αντιλήφθησαν ότι ζουν σαν τέτοιοι, παρά σαν higlanders, ουδέποτε θνήσκοντες. Αποζημιώσεις; Βεβαίως. Αποζημίωση; Ναι, αν ορίσουμε την ζημιά. Και το δέντρο, το σπίτι, η οικοσκευή; Βεβαία ζημιά. Για αυτό και αποζημιώνεται από το κράτος. Και η ανθρώπινη ζωή; Σιωπή. Άρα η ανθρώπινη ζωή είναι φονεύσιμη χωρίς επιπτώσεις, επομένως δεν πρόκειται για ζημιά αλλά τότε γιατί πρόκειται; Γράφει ο Φουκώ. «Εδώ και χιλιετίες ο άνθρωπος παρέμεινε αυτό που ήταν για τον Αριστοτέλη: ένα «ζώον» και πέραν τούτου ένα «ζώον» ικανό να έχει και πολιτική υπόσταση. Ο νεωτερικός άνθρωπος είναι ένα ζώον στην πολιτική του οποίου η ζωή του, ως εμβίου όντος καθίσταται αντικείμενο διερώτησης»
Επαναλαμβάνω λοιπόν για να αποζημιώνεται η οικοσκευή και δεν «αποζημιώνεται» ο άνθρωπος σημαίνει ότι η οικοσκευή έχει σημασία μεγαλύτερη από τον άνθρωπο.
Πέραν τούτου δεν μάθαμε. Δεν μάθαμε το όνομα της γυναίκας που δολοφονήθηκε δια πυρός με τα τέσσερα παιδιά της. Δεν μάθαμε που γεννήθηκε, πως μαθήτευσε, αν σπούδασε, τον πρώτο έρωτα της, την γνωριμία με τον άντρα της πως γεννήθηκαν τα παιδιά της. Δεν μάθαμε επίσης, πως αισθάνονταν την ώρα που σηκώνονταν το βράδυ να τα αλλάξει, να τα δώσει γάλα, να τα παρηγορήσει από τους εφιάλτες της. Δεν μάθαμε τα όνειρα που έκανε για αυτά. Δεν μάθαμε και τίποτα για τα παιδιά. Γιατί τα παιδιά δεν έχουν παρελθόν. Έχουν μόνο ένα άγραφο μέλλον. Βλέπω ένα παιδί και σκέφτομαι, ότι αυτό αύριο μπορεί να είναι αυτός που θα αλλάξει την πορεία του κόσμου. Όμως δεν μάθαμε τίποτα για αυτά. Χωρέσανε μέσα σε αριθμούς. «63 νεκροί από την πυρκαγιά. 2500 από τροχαία δυστυχήματα». Και δεν μιλάμε για αριθμό οσπρίων αλλά για μοναδικές οντότητες, που όμοιες τους δεν θα ξαναβρούμε στο σύμπαν, μιλάμε για ανθρώπινα παιδεία, δηλαδή τόσο, ισχυρά πλασμένα «κατ’ εικόνα και ομοίωση» του δημιουργού. Ερώτησις καίρια; Και πως αποζημιώνονται ; Μόνο ένας τρόπος υπάρχει και είναι αυτός της συγγνώμης. Μια συγνώμη που δεν ακούσαμε κι ενώ περιμέναμε ακούσαμε για τις παροχές 3.000 ευρώ. Τόσο κοστίζει η αποζημείωση του πατέρα που έχασε την γυναίκα και τα παιδιά του ή σε αυτή την περίπτωση επαυξάνεται και μπορεί να πάρει το σύνολο επί τέσσερα της επιδότησης;
Γράφει ο Agaben στο Homo sacer « Η σφαίρα της κυριαρχίας είναι εκείνη εντός της οποίας κάποιος μπορεί να φονεύσει χωρίς να διαπράξει ανθρωποκτονία και χωρίς να τελεσθεί θυσία έτσι η ζωή μεταβλήθηκε σε φονεύσιμη ύλη και άθυτη» Η μοναδικότητα, η ιερότητα, η πολιτική διάσταση του ανθρώπου αυτομάτως εξαφανίζονται και δυστυχώς για όλους μας έχουμε όλοι τα χαρακτηριστικά του homo sacer είμαστε είμαστε δηλαδή και εμείς, η γυναίκα μας, τα παιδιά, μας και οι φίλοι μας «φονεύσιμοι και άθυτοι». «Οι επόμενοι παρακαλώ, ας περάσουν στο κρεματόριο»

Κυριακή, 26 Αυγούστου 2007

ΚΑΜΕΝΟΣ ΗΛΙΟΣ

Τότε εταραχτήκανε τα σωθικά μου και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω. Κι ευρέθηκαν σε σκοτεινό τόπο και βροντερό που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι στο μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσαν το χοχλό στο νερό που αναβράζει. Ετότες εκατάλαβα πως εκείνη ήτανε η Ελλάδα. Αλλά δεν έβλεπα μήτε πόλη, μήτε χωριό, μήτε λίμνες, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό. Εκατασκέπαζε όλα τα πάντα μαυρίλα και πίσσα, γιομάτη λάμψη, βροντή και αστροπελέκι. Και ύψωσα τα χέρια μου και τα μάτια μου να κάμω δέηση....

Διονυσιος Σολωμός

ΚΙ ΕΓΩ ΕΚΑΨΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Εύκολα αναδύεται, από την παιδική ηλικία, το φταίνε οι άλλοι πάντοτε. Το υποκείμενο αντιδρά στην προσωπική ευθύνη. Εύκολα αναδεικνύεται και η διάλυση δια της σύγκρουσης. Αριστα έχουμε εκπαιδευτεί οτι το καλύτερο επιχείρημα μας είναι "η γροθιά στο τραπέζι". Και αφού γρονθοκοπήσαμε και αφού ρίξαμε τις ευθύνες εκεί που πρέπει, τότε γυρίσαμε να σχολιάσουμε την ανευθυνότητα των νεοελλήνων, ως αν εμείς είμαστε γαλαξιακοί επισκέπτες, οι οποίοι μόλις επισκέφθηκαν αυτή την χώρα και δεν γνωρίζουν τι ακριβώς γίνεται.
Και βέβαια ως γαλαξιακός επισκέπτης δεν οφείλω να γνωρίζω τίποτα καθώς η ενημερωσή μου θα πρέπει να διακατέχεται από το σύνδρομο του κουτσομπολίού ώστε να μην κουράζω καθόλου την πολύτιμον ουσία του μυαλού μου.
Αν βεβαίως ενδιαφερόμουν και διάβαζα και παρακολουθούσα θα έβλεπα τα εξής:

"Υπήρξαν μόνο τρεις αναλαμπές. Εγώ τις έχω ζήσει και βιωματικά - και θα μου επιτρέψετε και τη συναισθηματική αυτή παρένθεση - έχω πάει και τρεις φορές στο νοσοκομείο υπερασπιζόμενος το περιβάλλον, κυρίως την περίοδο που ήμουν δήμαρχος.
Πρώτη αναλαμπή, μεγαλειώδης: το άρθρο 24, που τώρα θέλετε να το αλλάξετε.
Δεύτερη αναλαμπή ξέρετε ποιος ήταν; Ο Στέφανος Μάνος, με τον ν. 947. Ο Στέφανος τότε άνοιξε πραγματικά το δρόμο γιατί εφήρμοσε το 24. Και ξέρετε τι ήταν αυτή η εφαρμογή; Πραγματική επανάσταση! Βεβαίως, Στέφανε, δεν ξέρω αν υπήρχε άλλος δήμαρχος τότε να σε υπερασπιστεί. Και μένα παραλίγο να με διαγράψουν από το ΠΑΣΟΚ τότε. Τι έλεγε τότε ο νόμος του Στέφανου Μάνου; Έλεγε ότι πρέπει να ενεργοποιηθεί το άρθρο 24 και να υπάρξει εισφορά σε γη και σε χρήμα από την υπεραξία που έχει ο πολίτης που μπαίνει στο σχέδιο. Και τότε ξεσηκώθηκαν όλοι οι καταπατητές σε όλη τη χώρα. Εγώ, επειδή ήμουν δήμαρχος, το εφήρμοσα πρώτος.
Και εν συνεχεία μετά υπήρξε η άλλη μεγάλη αναλαμπή, ο αείμνηστος Αντώνης Τρίτσης. Επειδή δεν αρκούσαν οι Καλαματιανοί για να με αντιμετωπίσουν, έκαναν έναν πανελλήνιο σύλλογο όλοι οι καταπατητές και ήρθαν στο Δημοτικό Συμβούλιο της Καλαμάτας με ρόπαλα και κουκούλες κι έκαναν κατάμαυρο στο ξύλο και εμένα και τους μελετητές και το Δημοτικό Συμβούλιο. Ο κ. Κουβέλης τότε ήταν νομικός σύμβουλος - το θυμάστε - για να υπερασπιστούμε τότε την υπόθεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας, για να μην εκπέσει ο ν. 1337.
Τρεις, λοιπόν, ήταν οι αναλαμπές για το περιβάλλον: Το άρθρο 24 και οι δυο αλλεπάλληλες εφαρμογές του σε ένα πεδίο μόνο, της οικιστικής πολιτικής, που προσπάθησαν ο Στέφανος Μάνος και ο Αντώνης Τρίτσης.
Θέλετε να μάθετε την τύχη του Στέφανου Μάνου και του Τρίτση; Έφυγαν και οι δύο. Τους έδιωξαν. Ούτε οι μεγάλοι Κωνσταντίνος Καραμανλής και Ανδρέας Παπανδρέου μπόρεσαν να αντέξουν αυτήν την πίεση. Ο Στέφανος Μάνος έγινε Υπουργός Βιομηχανίας - να τα πείτε, κύριε Μάνο, πώς φύγατε τότε - γιατί δεν μπορούσε η Νέα Δημοκρατία να αντέξει όλη αυτήν την πίεση. Ο Αντώνης Τρίτσης - θυμάστε την επιστολή του Ανδρέα Παπανδρέου- «έγραψε ιστορία» - λέει- αλλά κατά τα άλλα έφυγε. Και αρχίζουν οι δοκιμασίες από το 1984 και μετά για το περιβάλλον."
Αυτά είπε ο Σταύρος Μπένος στην Βουλή των Ελλήνων (θα τα βρείτε στην προσωπική του σελίδα). Βέβαια δεν τα διαβάσαμε, βέβαια δεν τα γνωρίζουμε και βέβαια τώρα θα προσπαθήσουμε να ρίξουμε τις ευθύνες, στους πανταχού παρόντες και ουδέποτε συλληφθέντες, εμπρηστές.
Τους νεκρούς κλαίω και ντρέπομαι, είμαι και γω μαζί με τους εμπρηστές γιατί τίποτα δεν κάνω για να σταματήσω την αναπαραγωγή της παιδικής στάσης "δεν φταίω εγώ, φταίνει οι άλλοι"

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2007

ΣΚΟΤΩΣΤΕ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ή ΟΣΟΙ ΓΛΥΤΩΣΕΤΕ .. ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΨΗΦΙΣΕΤΕ

Μία γυναίκα 39 ετών συνελήφθη χθες, μετά από παρακολούθηση της αστυνομίας σε super market του Βόλου να συναλλάσσεται με κάποιον προσπαθώντας να πουλήσει κάποια μεγάλη ποσότητα ηρωίνης.
Ενας άνδρας 61 χρόνων βρίσκει το θάνατο μέσα στο αυτοκίνητό του προσπαθώντας να στρίψει από της Λαρίσης στην Α΄ Βιομηχανική περιοχή του Βόλου. Πρόκειται για μία στροφή , η οποία είναι εξαιρετικά επικίνδυνη και γνωστή σε όλους του βολιώτες για την επικινδυνότητα της, όχι τόσο γνωστή στους ξένους.
Πριν λίγες μέρες ένα αυτοκίνητο πηγαίνοντας στην Λάρισα, από την παλιά εθνική οδό, χωρίς να έχει διευκρινιστεί πως, πάντως κινούμενο με εξαιρετική ταχύτητα, καθώς έτσι είχε αποφασίσει ο οδηγός, συγκρούεται με ένα λεωφορείο. Αποτέλεσμα νεκροί ο οδηγός και η συνοδηγός. Η μητέρα και ο πατέρας. Ζωντανά τα τρία παιδιά τους που ήταν στο πίσω κάθισμα. Η καμπίνα οδήγησης δεν είχε κανένα πρόβλημα, προφανώς, δεν είχε γίνει χρήση των ζωνών ασφαλείας.
Γιατί η παράθεση αυτών των ειδήσεων; Γιατί οι πράξεις καταδεικνύουν και έναν συγκεκριμένο τρόπο σκέψης. Εν προκειμένω είμαστε μια κοινωνία που αποδέχεται την πώληση ναρκωτικών στις πλατείες (γνωστό ότι πωλούνται σε ΟΛΕΣ στην πόλη του Βόλου) ακόμα και μέχρι τα υπερκαταστήματα. Ότι είμαστε μια κοινωνία που αποδέχεται το θάνατο από τα αυτοκινητιστικά δυστυχήματα, ως δεδομένο. Η αντίθεση ότι στις καθημερινές κουβέντες τα καταδικάζουμε δεν ευσταθεί γιατί όταν πήγε να πειραχτεί το ασφαλιστικό σε όλες τις πόλεις της Ελλάδος κατέβηκε σύσσωμος ο Ελληνικός Λαός να διαδηλώσει. Στην πραγματικότητα δεν διαμαρτυρόμαστε, γιατί τα αποδεχόμαστε ως γεγοότα.
Τα ναρκωτικά αφορούν ένα τμήμα μόνο του πληθυσμού; Όχι βέβαια, μας αφορούν όλους. Σκοτώνουν ότι το πολυτιμότερο μπορεί να διαθέτει μια χώρα και αυτό είναι τα νέα παιδιά και παράγει έναν συγκεκριμένο πλούτο, από τον οποίον ωφελείται το κράτος νομιμοποιώντας τον μέσω των ομολόγων για παράδειγμα και κάποια κατηγορία ανθρώπων που έρχεται σε άμεση συνάφεια με το κύκλωμα.. Συνεπώς η επιλογή μας είναι να αφήνουμε να σκοτώνονται τα νέα παιδιά για κάποια φορολογήσιμα ομόλογα τα οποία κερδίζει το κράτος και για κάποια χρήματα τα οποία εισρέουν στην αγορά με τον παράνομο χρηματισμό, κάποιων άλλων.
Και για τα δυστυχήματα, ακριβώς, η ίδια επιλογή υπάρχει. Είναι η κυριότερη αιτία θανάτου για νέους 15 – 35 ετών Κι εδώ δεν διακρίνω ουδεμία συγκίνηση αφού ο στόχος επιτυγχάνεται που είναι εξόντωση των νέων ανθρώπων.
Τώρα πως όλοι εμείς θέλουμε να βλέπουμε με αισιοδοξία το μέλλον και μάλιστα να το χρησιμοποιούμε ως προμετωπίδα στις προεκλογικές καμπάνιες των δύο κομμάτων, δεν μπορώ να το κατανοήσω; Αν προσπαθούμε να σκοτώσουμε το καινούργιο με το θάνατο των νέων ανθρώπων, από πού θα έρθει το καινούργιο; Αν οι αρχές μας είναι η αποδοχή της εν ψυχρώ δολοφονίας, τουλάχιστον πέντε συνανθρώπων και μάλιστα νέων, κάθε ημέρα, τότε για ποιο καινούργιο θα πρέπει να παλέψουμε; Αν έχουμε αποδεχτεί τον τζίρο των ναρκωτικών ως αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μας τότε γιατί να παλέψουμε για καλύτερη παιδεία; Που την ξέρουμε αυτή την παιδεία, αφού οι ίδιοι δεν θέλουμε να μάθουμε από την πραγματικότητα;
Κατά τα άλλα μέχρι τις εκλογές θα συνοψίσουμε τα μεγάλα προβλήματα αυτού του έθνους που είναι «η μη τήρηση των υποσχέσεων» και τα «ομόλογα» και ένα ακατανόητος βερμπαλισμός, ενός εξαγγελτικού λόγου με πλήρη απουσία επιχειρημάτων. Γράφει ο Αντόρνο « Ο στοχασμός που συμπαρατάσσεται με την απλοϊκότητα καταδικάζει μόνος του τον εαυτό του: πονηριά και σκοταδισμός εξακολουθούν να είναι ότι και ανέκαθεν. Το να επιβεβαιώνουμε με μεσολαβήσεις την αμεσότητα αντί να καταλαβαίνουμε ότι είναι η ίδια μεσολάβηση του εαυτού της, σημαίνει να διαστρεβλώνουμε την σκέψη και να την κάνουμε απολογητική του αντιθέτου της, του άμεσου ψεύδους. Αυτή η διαστρέβλωση εξυπηρετεί κάκιστους σκοπούς από την ιδιωτική ξεροκεφαλιά του «έτσι είναι η ζωή» μέχρι την δικαιολόγηση της κοινωνικής αδικίας σαν φυσικού νόμου.

Κυριακή, 19 Αυγούστου 2007

ΣΗΜΕΙΩΤΙΚΗ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΩΝ

Με την ανακοίνωση της ημερομηνίας των εκλογών έτρεξαν το σημείο, ο κύκλος, το τρίγωνο μαζί και η πυραμίδα. Ο δημιουργός προσόψεων χρησιμοποιήσε πλήθος σημείων αλλού για να αλλάξει και αλλού να παραλλάξει διατηρώντας στο ακέραιο την αρχική τους ταυτότητα. Αυτόματα το πλήθος χρησιμοποιώντας πλήθος αντιηλιακό προσπαθούσε να εκβάλλει τα σημεία τα οποία είχαν αναδυθεί στον εξωτερικό φλοιό του εγκεφάλου, ο οποίος ήδη υπέφερε από τον κόσμο γνωστού απορρυπαντικού. Κανείς δεν ήξερε οτι είχαν γίνει τυχαία. Πάντως οι μέρες θύμιζαν τελευταίες ημέρες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Πλήθος αστρολόγων και μελλοντολόγων περιφέρονταν στους δρόμους της Ρώμης. Μεταξύ τους γνωρίζονταν και όλοι γνώριζαν οτι ήταν απατεώνες, όπως και το πλήθος τους ήξερε. Και όμως αυτοί συνέχιζαν το δρόμο τους στους δρόμους της Ρώμης. Και αν τυχόν διασταυρώνονταν σε καμμία γωνιά ο ένας έκλεινε το μάτι στον άλλον και συνέχιζαν.
Αυτό κάνουμε και μείς κλείνοντας το μάτι ο ένας στον άλλον αποδεχόμενοι εκλογές, διαμαρτυρίες και προβλέψεις. Μην νομίσει οτι όλα γίνονται εξ' αιτίας των τηλεόρασεων, των δημοσιογράφων και των πολιτικών. Δυστυχώς δεν είμαστε οι θεατές της κρίσεις είμαστε αναπόσπαστο μέρος της κρίσης. Ποια κρίση;
Ο Πλάτων είπε οτι οι άνθρωποι δεν είναι όντα. Οντα είναι μόνον αυτά που στον ιδεατό κόσμο δανείζουν την όψη. Η τηλεόραση λέει οτι οι δημιουργούμενες εικόνες θησαυρίζουν μόνον ένα τμήμα του πραγματικού προσώπου που διαφεύγει της τηλοψίας. Συνεπώς τα σχηματιζόμενα σε αυτή θέματα είναι σημεία που αντιστοιχούν ή οχι σε πραγματικά σημαίνοντα. Εμείς εκλαμβάνουμε αυτά τα σημεία ως όντα. Η αντίληψη αυτή ειναι η διαστροφή ή αντιστροφή του κόσμου καθώς τα μή οντα τα αντιλαμβανόμαστε ώς οντα έχωντας τεράστια αδυναμία να αντιληφθούμε τα όντως όντα. Συνεπώς είναι αδύνατο να ζήσουμε την ζωή μας αφού πέρνουμε το φαινόμενο ως ουσία.
Επιστρέφοντας στο αρχικό θέμα ποιοί εκλέγουν ποιούς; Πως έγραφε ο Δάντης στην Κόλαση πως έπαιρναν τις σκιές come cosa salda ( σαν στέρεο πράγμα), έτσι ακριβώς.....

Τετάρτη, 8 Αυγούστου 2007

ΤΙ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ;

Ξανά προβολή του αφιερώματος στον Μανόλη Αναγνωστάκη, στην ΕΤ1. Δεν είναι μόνο η ιστορία του, ούτε μόνο αυτά τα ποιήματα, που μας συνόδευσαν στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής. Είναι η συνειδητοποίηση ότι ακουμπάς συνεχώς σε ανθρώπους που έχουν φύγει. Αυτή η τραγική αίσθηση της απουσίας του ζωντανού διαλόγου δοκιμάζει τους περισσότερους από εμάς και γίνεται πιο δυνατή από έναν κόμπο στην ανάσα του χρόνου που μας παρασέρνει.

Σκέφτεσαι πάλι, ότι ίσως φταίει το γεγονός ότι ζεις σε μια τραγική επαρχία αλλά και πάλι ο ίδιος το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου τρέφεται με την τραγικότητα της στέρησης της ουσίας. Και οι ομότεχνοι ακόμα τρέφονται με την τρυφηλότητα μιας εφήμερης δόξας που καταρρέει αμέσως, από την στέρηση του νοήματος.

Κατά τα άλλα τα βράδια, περνούμε ξανά τους ίδιους δρόμους που μεγαλώσαμε, στέλνοντας ψηφίδες στο διαδύκτιο γνωρίζοντας από την αρχή ότι είναι μαρτυρίες ενός κόσμου υπαρκτού μεν αλλά άγνωστου γιατί ο κόσμος δεν σχηματίζεται από τον μοναχικό στοχασμό αλλά από τον αντίλογο και την διαφορά. Γιατί όλοι γνωρίζουμε ότι το επικοινωνώ προϋποθέτει την κοινωνία και χωρίς αυτήν δεν υφίσταται.

Και πάλι θα ρωτήσεις σε έναν κόσμο εγκλημάτων, μαύρου χρήματος, ανταγωνιστικότητας με πρωταγωνιστή την οικονομία έναντι της πολιτικής, έναντι της κοινωνίας, έναντι των ανθρώπων. Των γυμνών ανθρώπων που συνθλίβονται, θυσιάζονται, πεθαίνουν, εκχωρούν τα όνειρά τους στο βωμό των σχεδίων μιας ανώνυμης πολυεθνικής, που κέρδισε την συναίνεση και την συνενοχή μας, τώρα τι ζητάς; Γιατί αναφέρεσαι στην ποίηση; Αρκούν οι εκπομπές για την υγεία. Αυτή θέλουμε. Δεν θέλουμε το ανακάτεμα των λέξεων, δεν είναι κατανοητό, δεν είναι υγιές, δεν μας βοηθά στην απελευθέρωση του shopping.

«Ολο και πιο γυμνά

Ολο και πιο άναρθρα

Όχι πια φράσεις

Όχι πια λέξεις

Γραμμάτων σύμβολα

Αντί για την πόλη η πέτρα

Αντί για το σώμα το νύχι

Ακόμα πιο πολύ: μια αιμάτινη

Σκοτωμένη κηλίδα

Πάνω στο μικροσκόπιο»

Μ. Αναγνωστάκης.