Είχε κοιτάξει πολύ την ανατολή με πρησμένα πόδια κι ο κήπος τώρα δεν την άκουγε. Μια μικρή μουσική, δυο πετάγματα των χεριών ένα πρωινό στην παραλία του Βόλου. Κι ύστερα τα δύσκολα χρόνια κυνηγητό και κατοχή και πείνα και φεγγάρια ερωτευμένα στο λόφο και στη θάλασσα. Πέρασαν όλα δίπλα από το δέρμα. Έπαιρνε αυτό που ήθελε για αλήθεια. Σχεδίασε ένα σπίτι γεμάτο με ζωγραφισμένη πάνω τους την προσποίηση μιας αληθινής ευτυχίας και κατοίκησε μέσα εκεί. Τα τρία παιδιά ήρθαν όπως τα ρόδιαπου έρχονται ξεχασμένα στην αυλόπορτα μιας πιθανής ευτυχίας. Τα κατάλαβε από τον θόρυβο που κατά βάση την ενοχλούσε. Για αυτό ταξίδευε γυρεύοντας ένα απρόσβλητο όνειρο κατά πως κάνουν τα κουταβάκια αναζητώντας πάντα την ουρά τους, μήπως σ’ αυτήν έχει σκαλώσει μια σταγόνα λαμπρή του εφήμερου. Δεν την βρήκε ποτέ. Τα γηρατειά την συνάντησαν απρόσμενα ενώ έπλενε την αυλή του σπιτιού της. Στην αρχή δεν κατάλαβε είναι η καταιγίδα που δεν την ανέχομαι αλλά η ώρα την κάνει πιο επιτρεπτή. Κι αυτό γιατί διασκέδαζετα όνειρα που είχαν δόντια και ενοχλούσαν τις νύχτες. Αρνήθηκε και πάλι την κατάσταση. Τώρα προσπαθώντας να ανασάνει στην τελευταία ενέδρα μες στο νερό με το καλάμι. Κι όμως το έξω είναι εκεί. Και τι είναι εκεί έξω; Ο ουρανός αλλάζει η το βλέμμα μας; Ο κήπος. Ο υπέροχος κήπος. Ο στιλβώδης κήπος. Με τα αγκάθια, τα αγκάθια, τα αγκάθια…..
Αυτό το σκαλισμένο ξύλο, που κινάει το νήμα, μοιάζει με γέρο αληθινά, ρυτιδιασμένο και μ' άσπρα μαλλιά. Κι όταν ο ρόλος του τελείωσει της στιγμής, να 'τον ακίνητο και σιωπηλό, άνθρωπος ίδιος, που η ζωή του είναι όνειρο μονάχα
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας μόνος του. Η μοναξιά του δεν είναι οικειοθελής αλλά επίκτητη.Παρατηρούσε σιγά - σιγά να απομακρύνονται οι άνθρωποι από αυτόν. Άλλος είχε δουλειές. Άλλος είχε δημιουργήσει οικογένεια και δεν προλάβαινε. Και τα αδέλφια του ακόμη είχαν απομακρυνθεί ο έναςέλλειπε μεγάλα διαστήματατου χρόνου, ο άλλος είχε πολλά χόμπυ και δεν ήταν δυνατόν να συναντηθούν.
Στην αρχή προσπάθησε να αντιδράσει. Πήγαινε στην Εκκλησία. Αλλά εκεί είδε πρόσωπα κλειστά. Δύο ολόκληρους μήνες πήγαινε και κανείς δεν του είπε ούτε καλημέρα. Δοκίμασε να λείψει μια Κυριακή, πήγε την επόμενη. Κανείς δεν του είπε τίποτα. Δεν είχαν προσέξει καν την ύπαρξή του. Να πάει σε κέντρο ηλικιωμένων δεν μπορούσε ακόμη ήταν "νέος" δεν τον δέχονταν, εξ' άλλου είχε μια λαμπρή δουλειά "δημόσιος υπάλληλος", το πρόβλημα είναι ότι στην υπηρεσία κανείς δεν μιλούσε. Ένα γεια σποραδικό από τους συναδέλφους που πέφτανε πάνω του στην έξοδο ή στην είσοδο. Δοκίμασε να πάει σε κάποια σωματεία που ασχολούνται με την φύση. Πήγε μάλιστα και δυο εκδρομές. Ήταν κάτι παρέες που πήγαιναν, περπατούσαν μαζί αλλά δεν μιλούσε η μία την άλλη. Αυτόν δεν του μιλούσε κανείς.
Η ψυχή του ξεράθηκε. Μια μέρα αποφάσισε να δει αν οι άλλοι τον θεωρούνε υπαρκτό. Δεν πήγε στην δουλειά. Περίμενε ένα τηλέφωνο μια ανησυχία, τέλος πάντων. Τίποτα απολύτως.. Δεν τον αναζήτησε κανείς. Και κανείς δεν ξέρει τι απέγινε αυτός ο άνθρωπος.
Η ιστορία αυτή είναι αληθινή. Μου τη διηγήθηκε ένας άνθρωπος μια φορά, όπως του την είχαν πει άλλοι. Μόνο που δεν θυμάται ποιοι και πότε. Υπάρχει η φήμη ότι πέθανε και τον θάψανε. Αγνωστο πότε. Ίσως να είναι δική του η πλάκα που γράφει….."Ήταν ένας που πριν γίνει ένα τίποτα με τον θάνατο, υπήρξε βασιλιάς, μια μόνο μέρα…."
των ήλιων- , της καρδιάς - τις-τροχιές, το ωραίο σαν σφύριγμα σφαίρας ματαίως. Τους νεκρούς κι όλα όσα απο εκείνους γεννήθηκαν. Την αλυσίδα των γενεών, που είναι θαμμένη εδώ και ακόμα κρέμεται, στον αιθέρα, αιωρούμενη στην άκρη της αβύσου. Ολων των προσώπων γραφή, εκεί που σφυρίζοντας καρφώθηκαν άμμος οι λέξεις - μικρή αιωνιότητα, συλλαβές.
Ολα, και το πιο βαρύ, θα πετούσαν, τίποτα δεν τα κρατούσε.
Les globes: Οι σφαίρες, με τη σημασία που έχει η λέξη στη γεωμετρία ή όταν αναφέρεται στα φωτεινά ουράνια σώματα
P.Celan, Του κανενός το ρόδο, μετ. Χρ. Λάζος, εκδ. ΑΓΡΑ.
Κάποτε ένας στρατηγός κι ένας ιερέας ξεκίνησαν για περιπέτεια. Πήγανε να μαζέψουνε τα οστά των στρατιωτών τους, που είχαν σκοτωθεί σ’ έναν μεγάλο πόλεμο. Προχώρησαν, προχώρησαν πέρασαν κάμπους και βουνά, ψάχναν εδώ, ψάχναν εκεί και μάζευαν λείψανα. Η χώρα ήταν κακιά και κακοτράχαλη. Αυτοί όμως δεν γυρίζανε πίσω κι όλο τραβούσανε εμπρός. Μάζεψαν όσους μπόρεσαν περισσότερους σκελετούς και γύρισαν να τους μετρήσουν. Είδαν πως τους έλειπαν ακόμη πολλοί. Ξαναφόρεσαν τις μπότες και τα αδιάβροχα τους και ξεκίνησαν και πάλι. Προχώρησαν, προχώρησαν, περπάτησαν και πάλι βουνά και κάμπους. Κουρασμένοι, τσακισμένοι κυριολεκτικά ένοιωθαν σαν μολύβι πάνω τους να τους λιώνει το βαρύ έργο. Ούτε αέρας, ούτε βροχή τους μαρτυρούσανε, που ήταν θαμμένοι οι στρατιώτες, που ψάχναν να βρούνε. Απόσπασμα από το βιβλίο του Ι. Κανταρέ «Ο στρατηγός της στρατίας των νεκρών»
Το έργο αφηγείται την πραγματική ιστορία της αποστολής ενός Ιταλού στρατηγού στην Αλβανία προκειμένου να συλλέξει τα οστά των νεκρών. Αυτό έγινε πριν από χρόνια και είναι πραγματικότητα. Σε εμάς αυτή η μέρα δεν ήρθε ποτέ. Τώρα μετά από εβδομήντα χρόνια δηλαδή μετά από εβδομήντα παρελάσεις που αναφέρουμε τους «ηρωες του αλβανικού μετώπου» αρχίζει και γίνεται μια περίπου σοβαρή υπόθεση ο εντοπισμός τους. 8.000 ήρωες για αυτούς που σήμερα έγιναν οι παρελάσεις παραμένουν άθαφτοι στα αλβανικά χώματα άλλοι ξεχασμένοι και άλλοι φυλαγμένοι εβδομήντα χρόνια τώρα από έλληνες που δεν διέθεταν σημαίες αλλά φιλότιμο.
ΤΑ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΕΡΜΙΟΝΗΣ
Φύτεψαν αχλαδιές για να προστατεύσουν τους τάφους
Απρίλης του 1941. Η υποχώρηση είχε αρχίσει. Οι Ιταλοί άρχισαν να χτυπούν από παντού. Ενας ένας οι μαχητές έπεφταν νεκροί. Τι έγινε τότε αλλά και στις δεκαετίες που ακολούθησαν το διαβάζουμε στην ιστοσελίδα του χωριού Βουλιαράτες, στα «απομνημονεύματα» της κ. Ερμιόνης.
«Αλλοι πέντε νεκροί και ένας ο Αλογογιάννης, έξι. Στο σπίτι γινόταν θρήνος. Ο Προβατάς, ένα από τα παιδιά, ζούσε πλημμυρισμένος στα αίματα. Εδωσε το πορτοφόλι στον πατέρα μου, πέθανε κι αυτός. Τους έδεσαν με τις κουβέρτες. Εσκαψαν λίγο στο χωράφι, ίσα ίσα για να τους σκεπάσουν. Εμείς είχαμε απομακρυνθεί μέχρι να δούμε τι θα γίνει. Σαν γυρίσαμε, τους είδαμε τους τάφους. Οι μύτες από τα άρβυλα ξεχώριζαν από το χώμα. Ορμήσαμε κι εμείς τα παιδιά και αρχίσαμε να τα σκεπάζουμε. Δύο οι τάφοι, έξι οι νεκροί. Ο πατέρας μου αργότερα φύτεψε στους δύο τάφους από μία αχλαδιά. Το χωράφι ανήκε στον συνεταιρισμό και υπήρχε φόβος, όπως θα οργωνόταν, να βρούνε τα οστά των παιδιών. Ετσι, με τις αχλαδιές λύθηκε το πρόβλημα».
Μόνοι τους πολέμησαν.
Η κ. Ερμιόνη δεν ξεχνάει την ταφή των στρατιωτών. Αλλά και το μετά. «Σε κάθε γιορτή η μάνα μου νύχτα, μεσάνυχτα πήγαινε και άναβε ένα κερί. Δεν έπρεπε να μας δει κανείς. Εμείς όμως πηγαίναμε τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, την 25η Μαρτίου αλλά και την 28η Οκτωβρίου. Ερχονταν οι Αλβανοί και έψαχναν, αλλά εμείς δεν τους είπαμε τίποτε». Με την πτώση του καθεστώτος του Χότζα, η οικογένεια Πρίγκου τοποθέτησε δύο σταυρούς στους τάφους. Αναψε κεριά. Στάθηκε με ευλάβεια.
Παράλληλα, άρχισε να αναζητά τους συγγενείς των νεκρών αλλά και κάποιον υπεύθυνο από την ελληνική πλευρά, για να στηθεί ένα μνημείο και να μεταφερθούν τα οστά στην Ελλάδα. «Μόνοι τους πολέμησαν. Μόνοι τους και τώρα;».
Το μνημείο στήθηκε, τελικά, από τους νέους της Ομόνοιας. Τα οστά όμως εκεί, στο χωράφι. Η κ. Ερμιόνη, παρά τις απειλές των Αλβανών, παραχώρησε μια γωνιά από το χωράφι της για το μνημείο -»ήταν απαίτηση του πατέρα μου»-, στο οποίο χαράχτηκαν τα ονόματα των νεκρών: Παναγιώτης Αλογογιάννης Καμάρι 1917. Ανδρέας Προβατάς, Κέρκυρα. Ματθαίος Λαγός, Δημήτρης Σέλας, Κοντόσταυλο Κορινθίας, Νικόλαος Κτημαδάκης, Ηράκλειο Κρήτης, Κέρκης.
350 χιλιάδες άντρες ήταν η δύναμη του ελληνικού στρατού στην πρώτη φάση του πολέμου (28/10/1940 έως 30/04/1941) ενώ η αντίστοιχη ιταλική αριθμούσε 529.000 άνδρες
13 Χιλ. Ελληνες έχασαν τη ζωή τους στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, 62.663 ήταν οι τραυ?ματίες και 1.290 οι αγνοούμενοι
(Ιωάννα Ιλιάδη – chaonia.blogspot.com)
Κρατώ μόνο την φράση της κύριας Ερμιόνης : Μόνοι τους πολέμησαν. Μόνοι τους και τώρα;»
«Ξέρεις γιατί φοράμε αυτό το μενταγιόν;» μου είπε μια μέρα. «Για να αναγνωρίσουν τα πτώματά μας αν θα σκοτωθούμε» και γέλασε ειρωνικά. «Πιστεύεις πως θα ψάξουν πραγματικά για τa λείψανά μας (o.c.)
Καρτέρι θανάτου ανήμερα της γιορτής της….' πιο κάτω "ο θάνατος της έστησε καρτέρι""Την σκότωσε ο δρόμος καρμανιόλα" Είναι ένα πραγματικό γεγονός που συνέβη χθες στον Βόλο. Μια κοπέλα 20 χρονών επέβαινε σε μια μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ένας φίλος της, ο οποίος δεν ήταν από τον Βόλο. Στον περιφερειακό ανέπτυξε ταχύτητα όπως κάνουν όλα τα αυτοκίνητα ιδιωτικά και επαγγελματικά παρά τις πινακίδες που υπάρχουν. Ο περιφερειακός δεν έχει ολοκληρωθεί. Στο τέλος του δρόμου δεν υπάρχει σήμανση παρά μόνο μπάζα. Η συνεπιβάτης δεν είχε κράνος ενώ ο οδηγός - ο οποίος σώθηκε - είχε κράνος. Άρα λοιπόν πιο καρτέρι θανάτου; Αρα λοιπόν "δρόμος καρμανιόλα";Εδώ πρόκειται για μια στυγερή δολοφονία στην οποία εμπλέκονται:
Το ΥΠΕΧΩΔΕ γιατί τόσα χρόνια δεν πληρώνει, επιλέγει "ακατάλληλους" εργολάβους και το έργο δεν ολοκληρώνεται.
Η Ν.Α.Μαγνησίας και η Δημοτική αρχή Βόλου και Νέας Ιωνίας που θα έπρεπε να εγκαταστήσουν πινακίδες παντού όπου έχουν δικαιοδοσία της ότι στο δρόμο "Εισέρχεστε με δική σας ευθύνη καθώς δεν έχει ακόμα επίσημα παραδοθεί" . Θα έπρεπε να οργανώσουν ημερίδες και κινητοποιήσεις έτσι ώστε να τελειώσει ο δρόμος. Κι αν δεν μπορεί να τελειώσει με ευθύνη δική της να τοποθετήσει τεράστιες φωτισμένες πινακίδες στα μπάζα που να ειδοποιούν ότι ο δρόμος τελειώνει εκεί.
Η τοπική κοινωνία της οποίας της έχουν δολοφονήσει πέντε παιδιά επάνω στον περιφερειακό και χαχανίζεται ασυστόλως μιλώντας για τα μεγάλα ιδανικά της φυλής στα 1000 και παραπάνω τσιπουράδικα της περιοχής εντείνοντας ακόμα περισσότερο το πρόβλημα της οδήγησης υπό την επήρεια αλκοόλ. (Μην ξεχνάμε ότι τον Αύγουστο μεθυσμένος οδηγός παρέσυρε και δολοφόνησε μια δεκαπεντάχρονη μαθήτρια και διέλυσε τη μητέρα της σε κεντρικό δρόμο της πόλης)
Η τροχαία, η οποία έχει ελλείψεις προσωπικού και έχει σταματήσει εδώ και καιρό τους ελέγχους για κράνη με αποτέλεσμα οι περισσότεροι πλέον να κυκλοφορούν χωρίς κράνη.
Ο οδηγός και η συνεπιβάτης ο πρώτος γιατί δεν ήξερε το δρόμο και έτρεχε και η δεύτερη γιατί ανέβηκε χωρίς κράνος.
Χρησιμοποιώντας τον όρο "καρτέρι θανάτου" σημαίνει ότι όλοι οι παραπάνω δεν είχαν καμία απολύτως ευθύνη αλλά ο ίδιος ο θάνατος ευθύνεται γιατί έχει αρχίσει η κυνηγετική περίοδος και στήνει καρτέρια. Δυστυχώς οι συνάδελφοι δεν αντιλαμβάνονται ότι ένα μεγάλος μέρος της ευθύνης για αυτή την τραγική κατάσταση που ζούμε έχουμε μέρος και εμείς οι ίδιοι. Οι δημοσιογράφοι δεν περιγράφουν την κρίση αποτελούν συστατικό στοιχείο της κρίσης. Γιατί; Για τον απλούστατο λόγο ότικάθε μορφή υλικής πραγματικότητας πριν γίνει έτσι είναισκέψη. Και κάθε σκέψη είναι δομημένη σαν λόγος. Οι δημοσιογράφοι χειρίζονται τον λόγο και με τέτοιου είδους φράσεις απαλείφουν τις ευθύνες και δημιουργούν μια ανεύθυνη πραγματικότητα , στην οποία όλοι βεβαίως ενεχόμεθα.
Θα μπορούσαν λοιπόν να περισώσουν την πραγματική ιστορία Να περιγράψουν πως γεννήθηκε η Δήμητρα που έφυγε, πως οι γονείς της δεν κοιμόντουσαν τα βράδια όταν αυτή ήταν άρρωστη. Να περιγράψουν την πρώτη μέρα της στο σχολείο. Την αγωνία της, την ελπίδα και τους φόβους της. Να περιγράψουν το άγχος των γονιών τους να βρούνε λεφτά να πληρώσουνε τα φροντιστήρια, τα ξενύχτια τα δικά της να τελειώσει το σχολείο. Να περιγράψουν τα όνειρά της για την δική της οικογένεια. Το πώς άλλαξε το πρόσωπο του πατέρα μόλις είδε την κόρη του να γίνει γυναίκα. Να μιλήσουν για όλα αυτά που σχεδίαζε, για όλα αυτά που ήθελε, για όλα αυτά που επιθυμούσε. Γιατί δεν πεθαίνει ένας άνθρωπος. Στην πραγματικότητα πεθαίνειένας ολόκληρος κόσμος που δεν ολοκληρώθηκε και που τον είχαμε ανάγκη.
Γιατί δεν ξέρουμε ποιος μεγάλος πολιτικός θα μπορούσε να γεννηθεί από αυτή τη γυναίκα, ποιος μουσικός, λογοτέχνης, φιλόσοφος.. Και δυστυχώς δεν θα μάθουμε ποτέ. Θα μείνουμε μόνο στο στείρο παράθεση γεγονότων, στα στοιχεία και τους αριθμούς και θα αναρωτιόμαστε για τον εκφασισμό της καθημερινότητας. Μα εμείς οι δημοσιογράφοι τον δημιουργούμε, εμείς τον παράγουμε και εμείς τον θέλουμε. Και να αφήσουμε τις αστειότητες ότι τα μέσα χρηματίζονται . Βεβαίως χρηματίζονται. Το τι θα γράψει κανείς μέσα σε εκατό λέξεις είναι ελεύθερος να το κάνει…. Κι αν δεν τον αφήνουν ας τα γράψει το δίκτυο. Σήμερα όσο ποτέ την ελευθερία μας κανείς δεν μπορεί να στερήσει.
Όσο για μας ας προσέχουμε γιατί ο Θάνατος αφού έστησε καρτέρι στα μπάζα τώρα μπορεί να πάει παντού.. Ο Θάνατος έστησε καρτέρι σε σουβλατζίδικο (δηλητηριασμένο κρέας) Ο Θάνατος έστησε καρτέρι στο Νοσοκομείο ( μολυσμένα εργαλεία, ασθενοφόρα που δεν μπορούν να περάσουν τους δρόμους).
Ο Θάνατοςσε ρόλο κυνηγού και τα αθώα θύματα να στοιβάζονται σωρό μετά βεβαίως από ένα καλό μεσημεριανό στα τσιπουράδικα…