Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

ΤΟ ΑΛΑΤΙ






Είμαστε  σίγουρα ένα πιατάκι αλάτι.

Κι έρχεται η δεσποτεία της ερήμου
ο μέγας ρινόκερος φτιαγμένος απ’ τα χέρια μας
σκεπασμένος με μίσος και αίμα.

Το αλάτι έγινε άμμος και περιφέρει τα άμφια
στην πληγή όμως στέκεται
για να θυμίζει ο πόνος την ύπαρξη.

Αυτή τη φορά δεν ήμασταν εμείς.
Όταν αύριο το  παιδί ζητήσει τα λόγια του
θα έχουμε έτοιμη νεκρολογία

με άψητες λέξεις.

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

Η ΤΕΤΑΡΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ



Χαιρόμαστε την αυταπάτη του τίποτα χαράσσοντας μικρές γραμμές.

Σου λέω πως έχεις ξαναμπεί στο υαλοπωλείο και πήρες ξανά τα βάζα του χρόνου. Τα πήγες και πάλι να μελετηθούν πριν τοποθετηθούν οριστικά στο αρχείο του αχυρώνα. Για αυτό στέκονται πάντα αμφιθεατρικά τα όνειρά σου διακινδυνεύοντας το σημείο της κατάρρευσης. Γιατί μέχρι να πάρει ορισμένη τιμή δεν αντιλαμβάνεσαι την καμπυλότητα και δεν μπορείς να υπάρξεις ούτε καν ως σημείο.

Το ότι βρίσκομαι σε έναν ψευδοχώρο το κατάλαβα φωτογραφίζοντας τα γυμνά τετράστιχα των βασανισμένων από τον ιό της ποίησης. Ακόμα τα βλέπω φρικώδη μέσα στην ερημία της Μεγάλης Παρασκευής συντροφεύοντας τις καμπάνες που ηχούν πάντοτε και σε άλλα σύμπαντα. Οι άρρωστοι δεν το ξέρουν. Διαβάζουν αυτόν τον ψεύτικο χάρτη νομίζοντας ότι έχουν βρει την Κομαγηνή και το Βερολίνο. Όμως μόνο στην πλάνη φυσάει απουσία.  Είναι για να βεβαιώνει το πρώτο κινούν την ανυπαρξία της προβολής και να επιμένει ότι λόγω της επιθυμίας της θέλησης εθεμελιώθει αυτός ο κόσμος, ως πιθανότητα εξαίρεσης.

Βεβαίως και μπορείς πάντοτε να απολαύσεις τα ζεστά καλαμπόκια και τις θημωνιές που καίνε το καλοκαίρι μες στα ποτήρια ώστε η ρύπανση να αποφεύγεται του κάμπου. Εγώ δεν έκανα τέτοια πράγματα γιατί υστερούμην μορφώσεως και μόνο τη Γραφή διάβαζα και ξαναδιαβάζω ασμένως. Δεν είχα καταλάβει ο ανόητος πως κάθε φορά την έγραφα και πάλι με λάθος τα σημεία στίξεως. Για αυτό δεν έβγαζα νόημα για τον κόσμο.

Ενίοτε λοιπόν, περπατούσα με τα παπούτσια στα χέρια και δεν μπορούσε να χωρέσω σε κανένα κανόνα.

Γράφε ποιήματα μικρά μου έλεγε ο Δημήτρης και γω θρηνούσα την νυκτωδία στην Κροστάνδη, μακροσκελώς. Το χρωστούσα γιατί την αγόρασα στα φοβερά ντοκουμέντα που προέκυψαν από μια επίσκεψη στο παζάρι. Για αυτό πονούσα πάντοτε τα απογεύματα της Κυριακής που έβρεχε σονέτα. Τα έβλεπα να χτυπούνε στο πρεβάζι και τα λυπόμουνα. Αλλά πώς να φερθείς που όλοι χάσαμε το αριστερό παπούτσι και περιφερόμαστε όπως και εγώ μονοσάνδαλοι στην Ιωλκό του μύθου.

Καλύτερα να είχαμε μια βάρκα χρώματος γαλάζιου ώστε να ήμασταν αόρατοι από τη θάλασσα. Αλλά η περιπέτεια της γραφής μας θέλει με ενώτια χρυσά πηγμένα στα φωνήεντα ώστε να κάνει αντίθεση στην ερημία του πλήθους.

Ορίστε τώρα που να βρω χορτάρι στον ξερό Απρίλη αφού δεν τελείωσα ακόμη την έρημη χώρα; Θέλω να πω ότι θα περιφέρομαι ωσότου η καμπυλότητα χάσει την τιμή της και τότε είμαι σίγουρος πως θα γράφω στίχους για ωραίους θλιμμένους κομήτες ή για νεογέννητα αστέρια που δεν θα υπάρχουν αλλά θα συνεχίζουμε ανέστιοι να τρώμε το φως τους τα βράδια.
Και κείνο το γιασεμί βρε παιδί μου και κείνος ο ιππότης πως άντεξαν τόση Δουλτσινέα μες στον Ιούλη;


.
Κρατηθείτε γιατί αστράφτει μέλλον.

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

ΟΝΕΙΡΟ...... (στον Γιώργο Καφενταράκη)



Όλη τη νύχτα μια γυναίκα με τα μαλλιά 
μπλεγμένα χόρτα τριγύριζε στο όνειρο του.
Βγήκε ο ήλιος με τρίχινα σημάδια στις  ακτίνες του
αλλά δεν ξημέρωσε ποτέ.
Τον περίμενε ένα παλιό νεοκλασικό με την πόρτα σκουριασμένη
στρίγγλιζε πάντα όταν έμπαινες
και πως στο όνειρο λαδώνεις πόρτες;

Ένα κομμάτι πραγματικού πεύκου 
πήγε και κόλλησε στο κάδρο.
Έχει κι άλλη ζωή πεύκα και θάλασσα αληθινή.
Πατάς σε πευκοβελόνες και ματώνεσαι.
Ακόμα και τη μικρή Μαρία είδε.
Εξήντα χρόνια πεθαμένη με το λερωμένο φουστανάκι
που τη θάψανε, χρήματα δεν είχε ο πατέρας
ένα γιασεμί μονάχα είχε κι αυτό μπαινόβγαινε 
στον ύπνο του.
Θα περάσουν αιώνες που θα έχουν 
στα μαλλιά του αυτά τα χορταράκια
του ξυπνήματος, του πνιγμένου ονείρου, 
της άδειας πόλης.

Κι οι άνθρωποι θα τρώνε τις πετρούλες τους με επιμέλεια.
Θα έρθουν χάντρες στις φόδρες από τα βλέφαρα
και θα ραντίζουν με νερό τη βάρκα, να καργάρει.
Θα μείνει σίγουρα κι η νοτισμένη μυρωδιά με τα πολλά γαρύφαλλα
με το βράδυ να βγαίνει σαν παιδί  από το κομοδέσιο.

Στις τσέπες του  μικρά στεράκια σαν καραμέλες
κι πανσέληνος στη ρότα, ήρεμη σαν κερί

στάζουσα….

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

ΤΟ ΝΟΗΜΑ








Φυσούσε από νωρίς.
Πήγαινε ο αέρας στα παλιά εργοστάσια, στην κίτρινη αποθήκη
και στης Αλεξάνδρας το παλιό κολαστήριο.
Εκεί συνάντησε κραυγές και προσευχές
και κείνη τη φοβερή πανσέληνο του Ιούλη.
Έβραζε ο τόπος. Ταξίδευε ο ήλιος καταμεσής του Θεού.
Κι ήταν μορφές που άλλαζαν με άλλες μορφές
κι ήταν το έργο με αίμα πολύ και θάνατο.
Κι  άλλαξε μηχανή. Και οι μορφές αλλάξανε κι αυτές.
Τα παλιά εργοστάσια εγκαταλείφθηκαν στην τύχη.
Η κίτρινη αποθήκη έγινε μνημείο.
Κι ο αληθινός πόνος έγινε ιστορία.
Την διδάσκονται τα παιδιά απομνημονεύοντας αριθμούς.
Τριακόσιοι νεκροί εδώ,  διακόσιοι και πενηνταεπτά Ιούνιο.
Η πανσέληνος δεν μνημονεύεται.
Ούτε το σφίξιμο του Αργύρη  όταν είδε τον Παντελή
τον παιδικό του φίλο, νεκρό στο πεζοδρόμιο.
Από πείνα ήταν; Από σφαίρα ήταν; Δεν θέλησε να μάθει.
Ήταν νεκρός του έκλεισε τα μάτια.
Και κείνο το ταξίδι στην Αμερική 
που ονειρεύονταν ποτέ δεν θα γίνει.
Κι αν θα γίνει θα γίνει χωρίς τον Παντελή
δεν θα είναι το ίδιο ταξίδι.
Σε αυτή την περίπτωση
δεν χρειάζονταν απόμνημόνευση γιατί ο Αργύρης
κουβάλησε τον Παντελή, μέχρι τον δικό του θάνατο.
Τα παιδιά όμως δεν ήξεραν να κουβαλάνε τέτοια πράγματα.
Η ιστορία για αυτά και τους δασκάλους τους ήταν ένα βιβλίο
με ονόματα πολλά και ημερομηνές
με παντελώς απούσα τη μορφή του Παντελή.
Για αυτό η πανσέληνος δεν λέει σε κανένα τίποτα
Και  μόνο όταν βρέχει ο μέσα σκύλος σκιάζεται.
Το ουρλιαχτό μπορεί να μπαίνει στις παλιές αποθήκες, 
στα εργοστάσια
αλλά δεν έχει πλέον κανένα νόημα.
Γιατί όταν ο κόσμος γίνεται μουσείο
ο σταυρός γίνεται κόσμημα
για αυτό…

Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ










Αν ξαναγυρίζουμε τόσο  στην παιδική μας ηλικία

είναι γιατί δεν ξεμπερδέψαμε με τα όνειρά μας.

Για αυτό έρχεται η κυρά Άννα

και μας λέει συνεχώς ιστορίες από την Σμύρνη

«άρχοντες ήμασταν» και η γιαγιά η Φωτεινή

μας μιλάει για κείνη την Καριάντενα από την ωραία Αγχίαλο

γιατί πάντα

στο παρελθόν έχει πανσέληνο

και γιασεμιά έχει κι άφθονο χρόνο

γιατί σήμερα ο χρόνος γονατίζει από τις επιθυμίες μας.

Αρρώστησε η κυρά Άννα με το διώροφο

όμως το έκτισε

κι η κόρη της πέθανε, φύγαν και τα εγγόνια.

Περνώ και βλέπω τις σιδεριές χαίνουσες

κουφάρι πια, πηγαίνουν τα πρεζόνια

μέσα του και χάνονται.

Γιατί πρέπει να κοιμηθεί το παρόν

το σήμερα να μην υπάρχει

για να είμαστε μόνο μια προέκταση μέλλοντος

η μια ενθύμηση παρελθόντος

«αυτή είναι  κόλαση Νίκο μου»

μου έλεγε ο παππούς από την Σκόπελο

να πονάς για χθες, να τρώγεσαι για το αύριο

και να μην έχεις σήμερα.

Για αυτό καμιά φορά,  στέκομαι

και παρακολουθώ τα σύννεφα

που αλλάζουν σχήμα

κι άμα ρωτήσεις τον άλλον, ταύρο θυμίζει θα σου πει

άλλος βλέπει γυναίκα γυμνή  κι ο άλλος τέρατα

και διάβολο ακόμα βλέπουν με τα δόντια του όλα.

Γιατί αυτό είναι η πραγματικότητα

που μου έλεγες πατέρα

ένα σύννεφο

που ανάλογα το  μεσημεριανό φαί

της δίνουμε σχήματα.

Όραμα είναι ο κόσμος

ή του στομαχιού, ή των βιβλίων

άλλων εικόνα.

Κι άμα κανείς αρχίσει και δει λίγο αληθινά

κι αρχίσει και μας λέει για βουνά σκιώδη

για πεδιάδες ευπλόκαμες και οίνοπα πόντον

τότε αμέσως τον πετροβολούμε.

Θέλουμε να μας λέει για τα σχήματα, τα δικά μας

την ομάδα μας, το κόμμα μας , την θρησκεία μας

για την απελπισία μας να μας μιλάει.

Για αυτό χάνουμε κάθε μήνα την πανσέληνο

και μόνο αν τη δείξει η τηλεόραση βγαίνουμε στο μπαλκόνι

για λίγο μόνο, γιατί αληθινή είναι η πανσέληνος της τηλεόραση

και όχι η σελήνη της Σαπφούς, ποιος την γνωρίζει;



Για αυτό ρίχνουμε μόνο  μια ματιά και αμέσως λέμε ¨θυμάμαι»

και το βράδυ αν επιτρέψει το αλκοόλ

βλέπουμε μικρά αέρινα σώματα νεότητας,

τη  θάλασσα εκείνη του πρωίου

κι ανέφελου ουρανού.

Τότε το στόμα  μας στεγνώνει κι ένα καζανάκι μακρινό

διαπερνά τον ύπνο κι όλα βυθίζονται

στην μαύρη εκείνη τρύπα , του τίποτα.

Για αυτό κι ο κόσμος μας δεν έχει πόδια

κι αγαπάμε τόσο τις γάτες

γιατί για αυτές πάντα είναι Κυριακή

και δεν φτιάχνουν σώνει και καλά δικούς τους κόσμους.

«Πάψε να ζεις στα σύννεφα» που μου έλεγε η μάννα μου

Μετά κατάλαβα ότι ήθελε να πει ότι σταμάτα να ζεις

στο σύννεφο αυτό που έφτιαξες.

Έλα να ζήσεις στο δικό μας σύννεφο.

Να έχουμε κοινή την καταιγίδα.

Για αυτό κοιτάζω με καχυποψία

τα παλιά καφενεία, τα γρι- γρι,

τα παλιά τετράδια εκθέσεων,

τους νεκρούς στραγαλάδες με τη ασετυλίνη

για να μπορώ να ξεχωρίζω  τον  χαλβά «η αγαπούλα»

σε κάθε δημόσια συγκέντρωση.

Γιατί πραγματικότητα είναι αυτός ο χαλβάς «η αγαπούλα»

ούτε τα ωραία ποιήματα, ούτε τα παλιά καφενεία

αλλά αυτός ο χαλβάς «αγαπούλα»

που κάθεται ο άλλος  από πάνω του

και χτυπάει με το μαχαίρι .

Αυτή είναι η πραγματικότητα, το σύννεφό που μοιραζόμαστε.

Το εύκολο, το γλυκό, το κέρδος όλα μαζί

αλλά στο τέλος περιμένει το μαχαίρι

που κόβει τη ζωή μας και τη μοιράζει

σε δουλειές, οικογένεια, πολιτισμό και ελεύθερο χρόνο.

Το μαχαίρι που έκανε τη ζωή μας οικόπεδο

χωρίς καμιά αξία.



Βέβαια στον δικό μου πλανήτη ακόμα και μετά την καταστροφή

υπάρχουν ακόμα άνθρωποι όπως ο Βασίλης που λέγαμε και «τακτικό»

όταν μου διάβαζε για το μύθο της σπηλιάς του Πλάτωνα

μες στη σπηλιά που είχε για σπίτι του.

Ακόμα και σήμερα τον βλέπω στις εκβολές του ονείρου

να μου φωνάζει και να μου λέει «στάκαμαν»

μπας και παγώσω και δω και καταλάβω.

Α.. μπα η ελευθερία είναι πράγμα ζόρικο

προτιμώ την ποίηση που μου  δίνει και μια ελάχιστη στιγμή δημοσιότητας

όσο μου αρκεί για να νομίζω ότι υπάρχω

και που ξέρεις το βράδυ μπορεί

ανάμεσα στις διαφημίσεις να έχει και πανσέληνο

αχνή, νεαρή σελήνη…

Μπορεί……