Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

ΜΟΥΣΙΚΗ








Δυσκολεύομαι να βγω από την καμπύλη της νύχτας
γιατί αφήνω πίσω μου αθησαύριστα όνειρα
μια καλαμιά που έπαιξα παιδί
και κάποιους αιωρούμενους στίχους του Κάλβου.
Θέλω να πω ότι στα κενά κρύβεται η ζωή
στο  «ήλθε εις εαυτόν» των συναξαριών
εκεί που φαίνεται ο Θεός ως ποίημα θες
η ως άρτος του Ιακώβ
η ως  αεράκι που επιπλέει της άνοιξης.
Είμαστε ένα απολυμένο όνειρο, λοιπόν
γι’ αυτό στα κοιμητήρια τα εναπομείναντα οστά
γίνονται  παιγνίδια των τρυφερών αγγέλων.
Που να σου εξηγήσω τώρα για το θάνατο;
Υπάρχει η μουσική.

Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2016

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ






(στον Γιάννη Τσίγκρα) 

Όλη νύχτα ξεφόρτωνε δάκρυα μητέρας

κυλούσαν από της Πορταριάς τις καστανιές

με πονεμένα πόδια από τον κάτω κόσμο του πολέμου,

τα «οϊ» της ζωής, προάγγελος του τάφου.

Ο Γιάννης είχε μια πόλη μέσα του ασπρόμαυρη

μ’ εικόνες από βαφτίσια κι αγρυπνίες

με ποδήλατα – νταλίκες ανιχνευτές του κόσμου.

Στις λέξεις του λιβάνι κι ευχαριστία μυστική

των λειτουργών του νέου σύμπαντος

όπου μικροί ερωτιδείς σεμνύνονται γαλάζιου.

Το ότι ανέβαινα κρυφά   στο ποδήλατο του Κρεμαστά

δεν το γνωρίζει γιατί δεν άνοιγα το ραδιόφωνο στην κάλτσα

βουβός μαζί του, στον ιδρώτα μέχρι  Τρίκαλα.

Κι ούτε γνωρίζει πως στην οδό Χατζηαργύρη

ο πατέρας είχε δυο μεγάλα σακιά με λέξεις

που άλλες γινόταν λάχανα και άλλες δέντρα

και άλλες τίποτα γιατί το τίποτα

μέρος του όλου είναι.

Βεβαίως στα όνειρά μου περιτρέχω

το μικρό ναύδριο κοντά στα Αμπελάκια

χάνομαι μέσα στις οξιές

και βλέπω το Γιάννη να συνάζει στο κομποσκοίνι του  ευχές

κάστανα ενός φωτεινού φθινόπωρου.

Βέβαια ο Γιάννης δεν τα ήξερε αυτά

για αυτό ακολούθησε τα δάκρυα της μητέρας του

και τη Μαρία,το πέλαγος αυτό των αφανών.



Το γεγονός ότι δεν μένει στην Νεάπολη

καθόλου δεν με παραξενεύει

πάντα ήταν αλλού κι όσοι τον χαιρετούσαν

την εικόνα του μόνο χαιρετούσαν

λίγοι μονάχα έβλεπαν στα μάτια του μια λεύκα,

ένα μικρό Χριστό, ένα ξωκκλήσι.

Όσοι νομίζετε ότι πέθανε

κάνετε όπως πάντα λάθος

ο κύριος Γιάννης ταξιδεύει πια

στην αληθινή του πόλη

τον άνω Βόλο των μικρών παιδιών

και των φυστικοστραγαλάδων.

Θα τον θυμάστε σημείο αμφιλεγόμενο, ένα παιδί

που ρίχνει τσέρκι στον ανήφορο.

Κι αηντε μας λέει, βραδιάζει πια

ορθρίζει ο Αλντεμπαράν

φυγέτε..

Τρίτη, 11 Οκτωβρίου 2016

Η ΣΚΑΛΑ ΤΟΥ ΑΣΤΕΡΗ





(στον Αστέρη Γκέκα)

Υπάρχουμε χωρίς να ξέρουμε την αιτία,   
στο βλέμμα των παιδιών
ακόμα κι αυτών που δεν γεννήθηκαν ακόμη.
Τους παραδίδουμε την ικανότητα 
να συνθέτουν από το τίποτα τον κόσμο.
Ένας χαρταετός, ένα καΐκι και μια κιθάρα αρκούν για το ταξίδι
αυτό που μέσα αναβλύζει καινούργιες πιθανότητες.
Τίποτα δεν είναι όμως όπως η μνήμη
αυτή σε πηγαίνει σε ξεχασμένες παρελάσεις,
αυτή σε βουτάει σε υπόγειες ταβέρνες
αυτή σε πάει ένα πρωί στη θάλασσα
για να σου φέρει ανατολή
ενώ ακούς γυμνός εσύ με αστερίες
αυτή σε πάει ως τον έρωτα
εκεί που κατοικούσες άλλοτε και τώρα
νομίζεις πως η ζωή καμώνεται.
 
Και  είσαι εσύ στην σκάλα αυτή του Γκέκα
στην κλίμακα του Ιωάννη ανεβαίνεις
και βρίσκεις αφημένα στα πάνω σκαλιά πατούσες δύο
σημάδι ότι σε αυτή θα πρέπει να τα  αφήσεις όλα
κι άμα θα φτάσεις κορυφή αν έφτασες με ένα μόνο πόδι
κι αυτό ν’  αφήσεις, γιατί μόνο έτσι έρχεται η πραγματική ζωή
από την σύνθεση του τίποτα, στο κάτι που ανεβαίνει.
 
 Μια μέρα ένα πλοιάριο
θα μας αφήσει στων Αλυκών την προκυμαία
Θα έρθει ένα μικρότατο αφηνιασμένο πόνυ
που θα μας οδηγήσει ίσα στην καρδιά του τσίρκου.
Θα ανοίξουμε τότε χέρια στο σχήμα του σταυρού,
κι οι θεατές μας θα γελάσουν, 
κι ύστερα  θα ουρλιάξουν
γιατί η λέξη θα έχει  σκίσει το κρανίο τους
θα καταλάβουν, οταν η πηγή μέσα αναβλύσει.
Αυτά στα  λέω γιατί η κιθάρα έχει χορδές από θάλασσα και ήλιο
δεν αστειεύεται αν το νομίζεις.
Και γω το ξέρω γιατί τα είδα τα φωτόνια
να στροβιλίζονται πάνω από τους νεκρούς ποιητές
να φτιάχνουνε τεράστιους σελιδοδείκτες
που όλοι δείχνουν ουρανό.
Και μια μέρα όχι εγώ, οι λέξεις
θα ανέβουν πάνω στη σκάλα του Αστέρη,
και τότε τρέχα όσο μπορείς
τρέχα να μάσεις κόκκινα φεγγάρια
δρεπανηφόρα κόκκινα
αυτά που πίνουν  ναυτικοί καταμεσής
στον όρθρο.

Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

Ο ΚΕΡΑΥΝΟΣ






στον DjNikos Fotopoulos



Σύννεφα πάνω στο βουνό, η μπόρα

Πιο άνθος σβήνει του σεισμού, το σημείο;

Ρούφηξα χώμα κι ουρανό σαν έμβρυο

και βρέθηκα και πάλι απών

 μόνος στην άκρη του μυαλού

γεμάτος δηλητήρια

ψάχνοντας νόστιμο ήμαρ, τον γυρισμό.

Έτσι σβήνει ένα άστρο και μαζί του όλοι οι συμβιβασμοί.



Ούτε ένα κέλυφος δεν έχω να πληρώσω

και το ταξίδι ήχος από λόγια μόνο

που δεν θα πω γιατί  περνάει μέσα μου η μοναξιά

η θορυβώδης, η που ανοίγει όρη και λευκαίνονται.

Δεν έχω λόγια πια σου λέω

Τριγυρίζω στα διαστήματα του κενού

ορφανεμένος από Ιλιάδα

 αναίτια μου φαίνεται η Οδύσσεια.

 Τυφλώθηκα πια των αοράτων να καταλάβω γλώσσα.



Πονάω ρε κι ο πόνος είναι υπαρκτός

χώνεται μέσα στο μεδούλι,

μες στα κόκκαλα φτάνει στη ρίζα του μυαλού

Τι να τα κάνω τα ποιήματα,

 το σκέρτσο, του κόσμου το θέατρο;

Εκεί είναι το απλό χλωρό λιβάδι

μέσα στο πόνο του παντού που δεν θα κρυφτείς ποτές

κι όταν θα στο ζητήσουν θα φανείς  στον κεραυνό

στο ρόδο το λευκό της ταπεινής αγάπης.

Κι αν θα φυσήξει όνειρα απόψε

μικρός εγώ θα βρω μια φράση μόνο

το «μη φοβάσαι» το «μείνε ξύπνιος»

η το «μαράν αθά»

για να έρθει αυτός που πράγματι νοιάζεται,

σπλαχνίζεται, πονάει..

Σύννεφα πάνω στο βουνό

«των αλαζόνων κεραυνέ, μην μου ριχτείς αδίκως»